Γράφει η Μαρίνα Κουρμπέλα
Μέσα στο χάος των αλληλοκατηγοριών, και σαφέστερα, του αλληλοφαγώματος, του φόβου του κορονοιού, που θέλει να διώχνει ακόμη και σκέψη χαράς, και μη χειρότερα, την απόσταση από τις πρόσκαιρες, έστω, χαρές, και κάθε άλλης μορφής απόσταση, την αμφιβολία, την ψευτοπεποίθηση όσων κρυφά κάνουν το κακό ότι θα μείνουν για πάντα προφυλαγμένοι στην κρυψώνα τους, φτιάχνοντας τοίχο προστασίας τις "αμαρτίες, των άλλων, ακόμη και τις παιδικές τους, που με κόπο, και το αζημίωτο, μάζεψαν οι άνθρωποι τους, των άλλων, όσων δε υπακούσουν ¨στις επιθυμίες τους, η όσων φοβούνται, πως θα ξεσκεπάσουν τα έργα τους, Μη γνωρίζοντας, ίσως, ότι αυτά, τα ίδια τα έργα ξεσκεπάζουν. ¨Ξεχνούν, ακόμη, και τον ¨Λάκκο των λεόντων." Ποιους έφαγαν τα λιοντάρια; Όχι αυτόν που έριξαν στο λάκκο αλλά τους ίδιους. Όσων αποφεύγουν να δεχθούν καλό να φιλιώσουν, γιατί έτσι δε θα μπορούν να πολεμήσουν.
Μέσα σε όλα αυτά και σε άλλα παρόμοια, που δεν αφήνουν χώρο για να ξεκουραστεί η ψυχή, μένει άσβηστο, στη μνήμη, το λυχναράκι της Θεια Ορμήνιας. Εκείνο το χρυσοκίτρινο φως. Μια γαλήνη στο κοίταγμά του, Κάθε φορά που πήγαινα σπίτι τους, το πλησίαζα και το κοιτούσα,
Τέτοιες ημέρες, προς τα Χριστούγεννα, μόλις έβρισκα ευκαιρία, της χτύπαγα την πόρτα. Μπορώ να μπω;
Χαμογελούσε με νόημα. Ήξερε πως πήγαινα για κείνες τις στιγμές από τη ζωη τους, που μου διηγούταν, με ευχαρίστηση Τις άυλες, όπως τις χαρακτήριζε. Όχι τις ιερές στιγμές τους. Αυτές ποτέ δε τις ανέφερε. Ευτυχώς! Δε θα το ήθελα, και θα ένοιωθα άβολα.
Μια ημέρα, μου λέει, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, μόλις είχαμε ολοκληρώσει τις προετοιμασίες του γάμου της μεγάλης μας κόρης, με ρώτησε: Που θέλεις να πάμε;
Είναι αλήθεια, πως κάθε φορά που ζητούσα να πάμε κάπου, πηγαίναμε , χωρίς δεύτερη κουβέντα. Όσο για μένα, μου έφτανε, που είμαστε μαζί, Όταν μου πρότεινε να πάμε κάπου, έλεγα, πάντα, ναι. Μου έφτανε, που είμαστε μαζί. Ένοιωθα μια απεραντοσύνη. Αυτή που σου χαρίζει η αληθινή αγάπη. Σε ξεπερνάει. Εσύ ζεις μέσα σε αυτήν. Του το είπα, και του άρεσε. Σαν να ντρεπόταν, έκανε κάποιες αδέξιές κινήσεις, αλλά του άρεσε. Χάρηκε. Από τότε, κάθε φορά που με ρωτούσε που θα πάμε, περίμενε να του απαντήσω το ίδιο: Όταν είμαστε μαζί νοιώθω την απεραντοσύνη της αγάπης.
Δημοσιεύτηκε στο: pelazkarabo.blogspot.com