Σαββατοκύριακo
7-8  Νοεμβρίου 2026
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 5893RSS FEED
Κάθε χρονιά σε μια νυχτιά, πολλά προσδοκάμε
Γράφει ο
Βάιος Φασούλας

Οι ξένοι μαζευόντουσαν σε σπίτια τους γνωστά

κι ετούτοι να χαρούν την πρώτη τους χρονιά εδώ στην ξενιτιά.

Ευχή και αντοχή το λένε μερικοί που τρώνε εδώ ψωμί,

άλλοι κάνανε σταυρό που πέρασε επιτέλους

και θα ’ρθει άλλη χρονιά κι άλλοι τα μάτια

στέλνανε ψηλά στον ουρανό ψάχνοντας το Θεό.   

Καμπόσων καρφάκι δεν τους καίγεται,

το βλέπουν πια ρουτίνα και βλέπουνε την αλλαγή

του χρόνου, μονότονη και πληκτική.

 

Οι ιδιοκτήτες, άκουσαν, πως σκέφτονται τα ενοίκια τους

ν’ αυξήσουν μιας και υπάρχει ζήτηση μεγάλη.

Ο άλλος λέει δυνατά πως ήταν δίσεχτη η χρονιά

και πάει κατά διαόλου και ένας άλλος λέει

πως ήτανε καλή, έμαθε απ’ το σπίτι του πως πήρανε τα στάρια

στην Ελλάδα πολύ καλή τιμή.

 

Ο άλλος που ήταν νιόφερτος, φαίνεται σκεφτικός,

πώς θα ’ναι άραγε ο αποχαιρετισμός

και πώς το καλωσόρισμα ετούτης της χρονιάς;

Η πρώτη που περνάει εδώ στην ξενιτιά.

Κι αρχίζει να φιλοσοφεί το πέρασμα του χρόνου

κι ετούτου που κινά:

 

-Ω! Εσύ χρόνε που φεύγεις!

Ε, εσύ χρόνε που έφυγες!

Θέλω να σε ρωτήσω να σου πω δυο-τρία

πραγματάκια, σε σένα χρόνε, που απόψε φεύγεις

και σε σένα χρόνε, που τώρα μας έρχεσαι.

Κάθε χρονιά, σε μια νυχτιά πολύ σε προσδοκάμε.

Πολύ και με τρανή και με γλυκιά λαχτάρα,

όπου τόσα πολλά μας τάζεις, πολύ σε λαχταράμε!

 

Να ’ρθεις, χρόνε μας καλέ, να ’ρθεις σαν και πέρσι,

σαν πρόπερσι, όπως και πιο παλιά, έλα κι εμείς

σε καρτεράμε σαν ανθισμένη πασχαλιά.

Όπου χρόνια μας τάζεις κι όπου χρόνια δε δίνεις,

παρά μόνο την πίκρα, το δάκρυ κι άπειρη μοναξιά.

Κι ότι ποτέ δε φέρθηκες με λίγη απλοχεριά,

καθώς κι εμείς σαν άνθρωποι που τάχθηκε να γίνουμε

να ζήσουμε κάτω απ’ τη δικιά σου ζεστασιά

κι αυτό δεν είναι ψέμα!

 

Να σου θυμίσω, χρόνε μου, ακόμη και τα κράτη

πανταχού, χωρίς εσέ δεν κάνουν.

Μήτε κι η εκκλησιά κι όλα τα δόγματα τα θρησκευτικά.

Ακόμα και οι άνθρωποι,  τούτοι δω οι θνητοί,

καθώς το βαριοδύναμο ποδάρι σου πατήσεις,

σεισμός μαθές πως γίνεται σ’ ολάκερη τη ζήση.                             

Δε το μπορούν δίχως εσέ· δεν κάνουνε στιγμή·

κι αμέσως καταρτίζουνε τα πλάνα τα τρανά,

το τι μέλλει να κάνουνε ετούτη τη χρονιά,

την άλλη, την παρ’ άλλη...   

 

Και μπαίνεις, χρόνε μας, σα να ’σαι έμφυτος,

πρώτα μες στην ψυχή μας,

μες στην ψυχή του γέρου, της μάνας, του παιδιού.

Στων νέων και ως του έρωτα τη μέθη,

στη γλύκα, στη λαχτάρα και στον πικρό καημό,

παντού μπαίνεις, χρόνε μας, σε όλα μας,

σα να ’σαι νοικοκύρης!

Κι όμως, πολλές φορές αφήνεις να περνούν

άσκοπα, άδεια κι άγευστα σαν έρημα τα νιάτα!

 

Εσύ, χρόνε μας, πόσους ανθρώπους δεν κάνεις τάχα

να ζουν με την ψευδαίσθηση πως είναι νέοι,

να περνούν και ν’ ακουμπούν μοναχά το στάδιο

της νιότης. Και να περνούν, θέλουν δε θέλουν

στο στάδιο της ανυπαρξίας!

Κι η ζωή, χρόνε, είναι τόσο γλυκιά όσο και λίγη.

Εσύ μας δίνεις τον παλμό, τον χτύπο, την ανάσα,

γι’ αυτό και σ’ αγαπάμε!

 

Έτσι κι απόψε σε καρτεράμε με λαχτάρα,

μα και μ’ απαισιοδοξία, χρόνε καινούριε, που έρχεσαι!

Και γι’ αυτό δε φταίμε εμείς, ούτε εγώ, ούτε αυτή

ή αυτός, ούτε εκείνη ή εκείνοι ή αυτοί.

Φταις εσύ που γίνεσαι κακόψυχος, γρουσούζης,

ψεύτης κι εγωιστής!

 

Κι όλα σου τα δεινά, θέλουμε δε θέλουμε,

τα φορτωνόμαστε πάνω μας σαν τα ζα.

Συ κάνεις τους ανθρώπους σαν χαρτιά του καφενέ.

Παίζεις μ’ εμάς και γελάς, παίζεις με τη ζωή.

 

Σταξιά-σταξιά μας δίνεις την ευτυχία και τη χαρά.

Κι εκεί, που ροδίζει η αυγή, μας δίνεις μια με απονιά

μας ξεριζώνεις την καρδιά, και το ξερίζωμα αυτό

κρατά ίσαμε τη στράτα σου.

Και μετά, λίγο πριν σβήσεις, κοιτάς πίσω σου κρυφά,

λίγο μας αφουγκράζεσαι, πολύ αλληθωρίζεις

και σιγά σαν κάτι να αργοψιθυρίζεις.

Μετά χαμογελάς και είναι σα να λες,

ε, δεν έγινε και τίποτα!

Κι η ζωή κυλά σιγανασαίνοντας.                                    

Ω! Χρόνε, που έφυγες κι εσύ τώρα που έρχεσαι...

Βυθίζεται στο σκότος και πνίγεται στον Άδη

σαν μια σταγόνα δάκρυ.

 

Θα σε καλοδεχτούμε και τούτη τη χρονιά

γιατί μας έγινε πια συνήθειο. Θα σ’ ανοίξουμε

την αγκαλιά και θα σε καρτεράμε.

Ναι! Με γλυκιά απαντοχή θα καρτεράμε από σένα

να μας φέρεις τη χαρά ώσπου να ’ρθει η στιγμή…

κι όταν έρθει και δε φέρεις ό, τι μας υποσχέθηκες,

θα σου δώσουμε ευχή, για μας να μην υπάρχεις.

Να ησυχάσουμε κι εμείς κι εσύ από κοντά μας!

 

Ας είναι το διάβα σου γοργό κι ας γίνει μια ευχή.

Και μάζεψε τις κατάρες που άφησε αυτός,

που τώρα φεύγει.

Ω! Εσύ χρόνε που έφυγες

κι εσύ τώρα που φτάνεις!

 

Κράτησαν για κάμποσες στιγμές τα φώτα τους

σβηστά. Μετά τ’ ανάψανε και δώσανε τα χέρια

και της στιγμής αβρά, θερμά και πολλαπλά,

ευχές είπαν και λόγια.

 

Γυναίκες αγκαλιαστήκανε και σταυρωτά αλλάξανε φιλιά.

Είχανε στο μεταξύ φτιάξει και κάποια ετοιμασία·

λίγο μεζέ, λίγο κρασί που ήθελε η στιγμή.  

Απ’ ένα μαγνητόφωνο τραγούδια για την ξενιτιά

ακούστηκαν με μιας, σε όλων τις ματιές πέρασαν

αστραπή, πατρίδα και χωριό και οι άντρες

για το γιορτασμό πιάσανε το χαρτί.

 

 

 

 

 

(Απόσπασμα από τη ζωή των μεταναστών της πρώτης γενιάς  στην ξενιτιά από τα  «Οι σειρήνες της Ξενιτιάς»)