Τετάρτη
20 Φεβρουαρίου 2019
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3075RSS FEED
Δίπολα σε έναν πολυπολικό κόσμο…
Γράφει η
Ελένη Καρασσαβίδου
Όπως έχει υποστηριχθεί (Edwards, D. 1997, Potter J. and Wetherell, M. 1987), σε περιόδους που οι ταυτότητες βρίσκονται υπό απειλή κι άρα υπό διαπραγμάτευση (όπως τον καιρό της μνημονιακής ύφεσης που παρασύρει παραδοσιακότερους διαχωρισμούς) αναπτύσσονται συστήματα λόγου που έχουν ευθεία αναφορά και επίδραση στην λεγόμενη «πόλωση της κατασκευής». Ο λόγος μετατρέπεται, έτσι, σε κοινωνική δράση αφού οι «ταυτότητες» γίνονται ρητορικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται για να έχουν μικροκοινωνιολογικά αλλά και μακροκοινωνιολογικά αποτελέσματα (Edwards D. and Potter, J. 1992). 

Η κατασκευή δίπολων (υπεύθυνων-ανεύθυνων, ευρωπαϊστών-αντιευρωπαϊστών, ελλήνων-όχι και τόσο ελλήνων) εξυπηρετεί την αστυνόμευση του πολύσημου λόγου μιας δύσκολης πραγματικότητας (που αν την σέβεσαι δεν χωρά η πολυπλοκότητά της σε λίγες σελίδες όσο «πολλές» κι αν είναι) ακυρώνοντας δυναμικές και δυνατότητες. Ιστορικά τόσο η μετεμφυλιακή εθνικοφροσύνη όσο όμως και οι τοπάρχες του ανύπαρκτου υπαρκτού (δίχως να αποφεύγονται διαρροές της μεθόδου γύρω) χρησιμοποίησαν διπολικά σχήματα για να αστυνομεύσουν την πολιτική και την κοινωνία. Οι πρώτοι δαιμονοποιώντας κι εξοβελίζοντας την αριστερά από το εθνικό σώμα (ή έλληνας ή κομμουνιστής!), οι δεύτεροι ταυτίζοντας οτιδήποτε πέραν των αναγνώσεων τους με τον φασισμό (ή κομμουνιστής ή φασίστας!), ώστε να αστυνομεύουν μέσω του «μεταπολεμικού στίγματος» κάθε κίνηση ιδεών στο εσωτερικό της ιδεολογίας τους.

Τα δίπολα όμως τέμνουν την κοινωνία ορίζοντας «σύνορα στο νερό», ευθείες γραμμές που δεν υπάρχουν, κι  οδηγώντας στην κατασκευή μεταφυσικών υποκειμένων ή αντικειμένων. Η Ευρώπη, η Ελλάδα, η μετανάστευση, η ΑΟΖ, το μνημόνιο, το ευρώ, ο πατριωτισμός, ο διεθνισμός, αντιμετωπίζονται  αξιακά ως θεωρία (θετικά ή αρνητικά ανάλογα την εκφορά της αναπαράστασης που κρύβει ταξικούς και ευρύτερους κοινωνικούς πόλους) άρα «ακίνητα», και όχι «πολιτικά» (δηλαδή στην προσπάθεια εφαρμογής των αξιακών σου προταγμάτων με τρόπο που δεν θα ακυρώνονται στο καθεαυτό πεδίο της πραγματικότητας, πριμοδοτώντας στο τέλος αυτό που αντιμάχεσαι). Η παραδοχή αυτή δεν έχει καθόλου να κάνει με την άρση των διαφορετικών πολιτικών και με την υποχρέωση επιλογών. Έχει να κάνει με την ανάδειξη του πολυσύνθετου ώστε οι πολιτικές να είναι αποτελεσματικότερες και οι επιλογές να είναι βαθύτερες.

Η σχηματική πχ περιγραφή της πραγματικότητας ευνοεί τις προσχηματικές λύσεις. Αν οι «υπεύθυνοι» είναι από εδώ και οι «ανεύθυνοι» από εκεί αταβίστικα, αν όλοι οι «πατριώτες» από εκεί και οι «προδότες» από εδώ, αν το ίδιο ισχύει για τους «ευρωπαϊστές» και τους «αντιευρωπαϊστές», κι ακόμη αν αυτά τα αρνούμαστε σε ένα λεκτικό μονόλεπτο όταν μας το θέτουν μα το αναπαράγουμε με κάθε ευκαιρία, τότε όσοι το διαπράττουν εκ δεξιών ή εξ αριστερών πριμοδοτούν την καταγγελία της πολιτικής διαφορετικότητας και την ανάγκη απόλυτης αντιμετώπισης της. Έτσι εξηγείται γιατί παρά το σημαντικότατο εκλογικό αποτέλεσμα του ΣΥΡΙΖΑ (ή την δήθεν διαλλακτικότητα της ΔΗΜΑΡ) η εκλογική ατζέντα ήταν κυρίως ακροδεξιά, προωθώντας την Χρυσή Αυγή. Κι όποιος/α δεν βλέπει ότι εκείνο το 7% ήταν το σημαντικότερο διακύβευμα των εκλογών ζει σε άλλο παρόν. Αν σκαλίσουμε λίγο το εξώφυλλο, το σημαντικότατο δίλλημα μνημόνιο -αντιμνημόνιο όταν δε νοείται με πολιτικούς όρους αλλά με «πατριωτικούς» (δεν είναι παγκόσμια κρίση μα συνομωσία κατά της Ελλάδας!) ή φυλετικούς (αλήτες Γερμανοί! Κλέφτες έλληνες! Και στα δυο πρωταγωνιστούν φύλλα της λαϊκίστικης δεξιάς και του εκμαυλισμένου «κέντρου») δημιουργεί την ανάγκη ενός «πατριωτικού» αντισυστημικού πόλου που «τον φοβούνται όλοι». Αυτό όμως δεν υπήρξε πολιτικά το πρόταγμα της Χρυσής Αυγής;; Θα μπορούσε κάποιος/α να υπενθυμίσει (ιδίως στους νεαρούς ή τους από απελπισία ψηφοφόρους της και ξέρω μερικούς) ότι και τον κανιβαλισμό, και τον θάνατο, και την ασθένεια, τα φοβούνται όλοι, δίχως να θεωρούνται προτάγματα δικαιοσύνης ή «στόχοι» αντάξιοι του ανθρώπου και της κοινωνίας του...

Αυτό καθόλου δε σημαίνει ότι η πολιτική αντιμετώπιση μπορεί να κρύβει το τοπικό πίσω από το διεθνές. Πως δικαιούται να μην θέτει ποιοι και γιατί κατέστησαν την Ελλάδα το πιο αδύναμο «οργανισμό» (συγγνώμη για την μεταφορά βιολογικών όρων αλλά καθώς απολυτότητες δεν υπάρχουν δεν είναι πάντοτε αδόκιμη…) πολύ πριν το μνημόνιο ώστε να τον χτυπήσει προνομιακά αυτό το παγκόσμιο οικονομικό aids. Και καθόλου δε σημαίνει πως στην ανάδειξη των ευθυνών θα ξεχάσουμε την προ μνημονίου εποχή και θα αποκλείσουμε εκ προοιμίου κάποιους (πχ γκρουπούσκουλα της αριστεράς ζητούσαν πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων στα πανεπιστήμια δίνοντας με μπάχαλα στην καταστολή τις πιο καλές πάσες, την ίδια ώρα που «επαναστάτες της» φλέρταραν με το «Περονικό» κατά βάσιν ΠΑΣΟΚ) ή ότι δεν θα εντάξουμε και πολίτες μέσα σε αυτούς τους κάποιους. Σημαίνει όμως, πως θα καταγγείλουμε πολιτικά όσους προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από γενικόλογες ευχές κι ευθύνες ακριβώς για να καλύψουν- συχνά με το αζημίωτο- τις θεμελιακές πηγές «του κακού» και τους προνομιακούς εκπροσώπους του. Ευθύνες που διαχέονται κατά τόπους αλλά που στιγμή για όσους έχουν «σώας ή έντιμους τας φρένας» δεν ισομερίζονται. (πχ δεν κατασκεύασε η αριστερά βιομήχανους δίχως να ’χει η χώρα βιομηχανία, ούτε διορισμούς υπάκουων που είχαν ξεπουλήσει την ιδιότητα του/της πολίτη, ούτε υπέγραφε επί δεκαετίες απίστευτες συμβάσεις που υπερχρέωσαν εξοργιστικά το δημόσιο…).

Αλλά το να έχεις δίκιο κατά βάσιν σε κάτι δε σε κάνει απαραίτητα και ικανό να δώσεις τη λύση. Δεν κάνει όμως ούτε κι όσους λάθευαν χρόνια έχοντας την συντριπτική ευθύνη για ό,τι βιώνουμε τοπικά σήμερα κι όσα θα αντιμετωπίσουμε πιθανότατα αύριο. Οι ψύχραιμες διασαφηνίσεις, έτσι, είναι απαραίτητες ώστε από μια αδιαμόρφωτη αρχικά ετερογένεια («Ελλάδα της κρίσης») να κατανοήσουμε (όσο γίνεται) το εύρος αυτού που ψάχνουμε και να αναλύσουμε σε βάθος και με ορθολογικό κατά τεκμήριο τρόπο το αντικείμενο και τους στόχους μας (Αν και βέβαια, επειδή τα κόμματα είναι γενικά φορείς τεκμαρτών κι όχι συλλογικών συμφερόντων δεν υπάρχει κανένα «μας» όπως και κανένας ορθολογισμός). Ακόμη κι εντός κομμάτων πάντως υπάρχουν ετερογένειες: Αν όλοι που κατέβηκαν με τα μνημονιακά κόμματα είναι φαύλοι (κατά Καμένο κυρίως) κι όλοι με τα αντιμνημονιακά λαϊκιστές τότε (όπως συμβαίνει συχνά και στη προσωπική ζωή) το σχόλιο (που απέχει πάντοτε από την εμπεριστατωμένη κριτική) δείχνει περισσότερα γι’ αυτόν που το κάνει, παρά γι αυτόν που το δέχεται.

Ένας λαμπρός(;) καινούργιος(;) κόσμος που βρυχάται και φοβάται

Παρόλα αυτά το να αποδομείς τα δίπολα δεν σημαίνει ότι ξεχερσώνεις τα σταυροδρόμια, Ούτε τις επιλογές τους: Μια από τις συγκλονιστικότερες (κατά κυριολεξία όμως) στιγμές της ιστορίας των ανώνυμων που αντιπαρέρχεται την απλουστευτική εκδοχή της ιστορίας των ηγετών έλαβε χώρα ένα ηλιόλουστο πρωινό του 18ου αιώνα στην Αϊτή. Ο παντοδύναμος στρατός των Γάλλων κατακτητών κατέβασε τα όπλα όταν οι απελπισμένοι παρίες του μαρτυρικού νησιού (που έδωσε πρώτο χέρι βοηθείας στην ελληνική επανάσταση του 1821 και κατάντησε στον αιώνα μας παρά τον γεωφυσικό του πλούτο να προσφέρει ως σωτηρία στους κατοίκους του μπιφτέκια από θαλασσινή λάσπη όταν ακολούθησε επί μακρόν τις οικονομικές συμβουλές του ΔΝΤ) άρχισαν να τραγουδούν με ορμή τη Μασσαλιώτιδα. Οι ψυχές (μας) ξέρουν τι ήτανε εκείνο (το τόσο σπάνιο μα και αποσιωπημένο στην ιστορία ώστε να αποφεύγεται) που έκανε έναν στρατό που θέριζε με τα όπλα τους ξυπόλητους, να κατανοήσει πόσο οι μη Γάλλοι αντιπροσώπευαν την ουσία της επανάστασης του Γαλλικού λαού, και αυτόβουλα να νικηθεί, δηλαδή να νικήσει. Εκείνο το πρωί, τόσο τρομακτικά για τις ακίνητες δομές του κόσμου, μια δολοφονική μηχανή καταργήθηκε και γεννήθηκαν πολίτες.

Σε ένα (παρά τις αναλογικές διαφορές) παρόμοιο πρωί ίσως στην ουσία να βρισκόμαστε και  ως χώρα και ως ήπειρος: Το εκ των πραγμάτων αίτημα για την ανάδυση μιας άλλης πραγματικότητας στην οποία η οικονομία θα εξυπηρετεί την κοινωνία και όχι το αντίστροφο αναδεικνύει την ύπαρξη μιας αντιφατικής, πολυσχιδούς, ασύμμετρης, αλλά γενναίας όταν δε ναρκισσεύεται στην ιδεολογική της καθαρότητα, απαραίτητης κι ελπιδοφόρας επιρροής του εναλλακτικού, που θα πρέπει με την σειρά του, ενηλικιωνόμενο κυβερνητικά σε μια πορεία με αναμενόμενα πισωγυρίσματα, να ωριμάσει.

Και ωριμάζω πολιτικά σημαίνει (όσο μπορώ) όχι να πάψω μόνο να ξεγελώ τους άλλους , αλλά να πάψω να εξασκώ το μεγαλύτερο ταλέντο όλων μας:  να ξεγελώ πρώτα τον (ατομικό ή συλλογικό μου) εαυτό. 

«Μονάχα αν δουν τον εαυτό τους μέσα σου βεβαιώνονται οι άνθρωποι ότι υπάρχεις», έγραψε ένας Έλληνας ποιητής, ο Λειβαδίτης. Ή τον «εχθρό τους» συμπληρώνουμε: Υπάρχει ένα περίφημο πείραμα της Avigdor για την μειονοτική επιρροή όπου οι δυο μέθοδοι αντίστασης στην μεταβολή (ακόμη κι όταν αυτή είναι αναγκαία) είναι η ψυχολογιοποίηση και η ιδεο-ψυχολογιοποίηση. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε την στερεοτυπική αντίληψη μέσα από την αφαίρεση των ατομικών διαφορών που διαπερνούν όλους τους χώρους, (δίχως να ακυρώνουν τα γενικά προτάγματά τους που είναι άλλης τάξης ζήτημα). Στην δεύτερη έχουμε μια «ψυχολογικά ντετερμινιστική» εξήγηση των διαφορών που αποπολιτικοποιεί τα διακυβεύματα. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πολιτική ρητορική που αναπτύχθηκε πριν και, εμβαπτισμένη με ιδιαίτερη ένταση, μετά της εκλογές της 7ης Μάη. Η ατζέντα που χρησιμοποιήθηκε αποτελεί ξεκάθαρη ήττα του κοινοβουλευτισμού και απόδειξη των δυο προαναφερόμενων λειτουργιών. Από τη μια (και σχηματικά περιγράφοντας αφού υπάρχουν ως εξαίρεση και πιο νηφάλιες προσεγγίσεις) η απαίτηση για πιστοποιητικά πατριωτικών «κοινωνικών φρονημάτων» από τους αντιμνημονιακούς στους μνημονιακούς κι από την άλλη ευρωπαϊκών κοινωνικών φρονημάτων από τους μνημονιακούς στους αντιμνημονιακούς. Δεν έχουμε μόνο το τέλος της μεταπολίτευσης, έχουμε και την αναβίωση της… προ-πολίτευσης με πρόσκαιρη αντιστροφή των ρόλων του μετεμφυλιακού κράτους με ευθύνη και της αριστεράς (αντιστροφή που αφορά φυσικά στη ρητορική αλλά όχι στην κοινωνικοπολιτική εξουσία, αφού γρήγορα θυμήθηκε η τελευταία την παλιά ισορροπία της εξοβελίζοντας πια, με ευθύνη κυρίως του Σαμαρά που μιμείται πολιτικές του ’50, τον ΣΥΡΙΖΑ από το «υπεύθυνο εθνικό σώμα»).

Η (συνεπαγόμενη) ιδεοληπτική ανάγνωση της πατρίδας ή της Ευρώπης περιλαμβάνει κι ένα πλήθος ζητημάτων στον σχολιασμό των οποίων δεν θα είμαι «ουδέτερη» (όρος που προσπαθεί να «αντικειμενικοποιήσει» την υποκειμενικότητά μας) αφού θα αποπειραθώ να τα κρίνω μέσα από την προσωπική μου φαρέτρα εμπειριών, γνώσεων και κινήτρων, που καθόλου δεν είναι κατ’ ανάγκην καλύτερα από των υπολοίπων. Αλλά δεν θα είμαι αυθαίρετη. Κι αυτό είναι το εντιμότερο που μπορεί να κάνει κανείς.

Θεωρώ πχ ότι το πολιτικό προσωπικό (όσο κι αν «κογιονάρεται» από πολλά μίντια) δεν έχει επαφή με την καθημερινότητα όταν εμμονικά θέτει «το αγωνιώδες δίλλημα» «εντός Ευρώπης ή Αφρική», στη στιγμή που (καλώς ή κακώς) αυτό έχει λυθεί κι αυτό που αφορά τους ολοένα και περισσότερους οικονομικά απόκληρους είναι ότι γινόμαστε Αφρική εντός Ευρώπης. Αν δει κανείς τα μέτρα που έρχονται όπου θα μπορούν να σου δημεύσουν το σπίτι για 300 ευρώ (ξαναγυρίζοντας αργά και βασανιστικά τα επόμενα χρόνια τους κατόχους περιουσίας σε στατιστικά 18ου αιώνα) κατανοεί ότι το δίλλημα είναι αν το ντου των διογκούμενων απόκληρων θα γίνει ασύνταχτα ή συντεταγμένα. Στην πρώτη περίπτωση θα πριμοδοτηθεί η εγκληματικότητα κι άρα ο φασισμός, στη δεύτερη ο λαϊκός παράγοντας μέσω της αριστεράς (ο λογαριασμός σ’ αυτούς που πρέπει). Ο καθείς και τα ρίσκα του και τα ρίσκα που αποσιωπούν είναι συνήθως πιο -ή έστω εξίσου- μεγάλα, από αυτά με τα οποία προσχηματικά εκβιάζουν! Ενδεικτικό του τι συμβαίνει «εκεί έξω» το ότι δεν είναι μόνο η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κέρκυρας που το έθεσε αλλά κι ο πρόεδρος της ΔΑΚΕ σε εφημερίδα της παράταξης του (Τι περιμένατε; Δημοκρατία, 14/5/2012).  Και παρά τα προβλήματα του γραφειοκρατικού και κομματικού συνδικαλισμού ένας συνδικαλιστής παραμένει συνήθως κοντύτερα στην κοινωνία από τους πολιτευτές «του». Άλλωστε οι πολιτικοί όροι («Ευρώπη») δεν είναι γεωγραφία όπως θυμίζουν πχ οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι που φύτεψε η ήπειρος αυτή. Για τους ανθρώπους που ήδη ή από αύριο θα ψάχνουν στα σκουπίδια η Ευρώπη γίνεται ένα πουκάμισο αδειανό, απομακρυσμένη από το ουσιαστικό περιεχόμενό των (ιδεατών) αξιών (που θα έπρεπε να έχει), για τις οποίες αξίζει όχι να απομακρυνθεί μα να παλέψει κανείς τώρα όσο ποτέ, ανεξάρτητα του αποτελέσματος της 17ης.

Γιατί το προηγούμενο δίλλημα, μανιπιουλαρισμένο με κατάλληλη ρητορική που συμπυκνώνεται στο «ψηφίστε κατάλληλα ώστε να αποφευχθεί η κρίση», αποκρύβει ότι θα ξεσπάσει κρίση όποιος κι αν εκλεγεί. Το αληθινό ερώτημα είναι ποιος θα την διαχειριστεί καλύτερα και τι σημαίνει το καλύτερα για τα διάφορα στρώματα του πληθυσμού… Γιατί ούτε η Ελλάδα ούτε η Ευρώπη στο πραγματικό πεδίο είναι κάτι ενιαίο.  Το γεγονός ότι, όπως έχει αναδειχθεί από επίσημα κι αδιάψευστα στατιστικά, αν είχες φορολογικό συντελεστή των κατόχων του κεφαλαίου ίσο όχι με κομουνιστικές μα με άλλες χώρες της βόρειας Ευρώπης (αντί των μηχανορραφιών μιας βαλκανομπαρόκ αστικής τάξης που απειλεί πατριωτικά να αλλάξει πχ σημαίες στα καράβια και τις συμπαραστέκονται κιόλας οι πολιτικοί της υπάλληλοι!) θα είχες εξασφαλίσει ποσό ίσο με τη “βοήθεια” του πρώτου μνημονίου (!), αλλά και η απίστευτα γραφικός αντίλογος ΣΕΒ και Βενιζέλου που μαζί (όχι ως πρόσωπα μόνο μα ως έκφραση ιδεολογικο-υλικών συσσωματώσεων) επέβαλλαν το χρηματοπιστωτικό για τους εργαζόμενους γεγονός της άρσης των συλλογικών συμβάσεων, (και η σπουδή «να το ξανασυζητήσουμε βρε παιδιά!» μετά την 6η του Μάη) απέδειξε εκ νέου ότι τα συλλογικά συνθήματα των ισχυρών κρύβουν ιδιωτικά συμφέροντα των λίγων. Όμοια και στην Ευρώπη η συμμετοχή των ισχυρών κυρίως χωρών (μα όχι μόνο…) σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους στο Αφγανιστάν π.χ. δημιουργεί τεράστια εκροή μεταναστευτικών δυναμικών που αφήνονται στις αδύναμες χώρες, όπως η Ελλάδα, τις οποίες οι δυτικοευρωπαίοι «προστατεύουν» βεβαίως, όχι μόνο με υπερχρεωμένα μα και με χαλασμένα από πάνω οπλικά συστήματα!, την ίδια ώρα που προκλητικά απονέμουν (ποιος είπε ότι ο ορθολογισμός είναι αυτοφυές ευρωπαϊκό χαρακτηριστικό;;) την διαπλοκή στους έλληνες όχι ως πολιτικό μα ως φυλετικό χαρακτηριστικό τους!.

Χαρακτηριστικό του πως εννοεί την εθνική υπευθυνότητα και τον ευρωπαϊσμό το (ισχυρίζομαι με το αζημίωτο!) «υπεύθυνο προσωπικό» είναι το απίστευτο απόσπασμα από ένα άρθρο στην  εφημερίδα τα «Νέα» που παραθέτω ως κληρονομιά σε αυτούς που κάποτε θα μελετήσουν επιστημονικά τον δημόσιο λόγο αυτής της εποχής και τα συμφραζόμενα του: Αφού πρώτα κατηγορεί ανατριχιαστικά ως υπόκοσμο όσους έχουμε άλλη άποψη, γράφει: «Αν απομακρύνεται η Ευρώπη, να την αρπάξουμε με το ένα χέρι, αν μας το κόψουν με το άλλο. Κι αν μας το κόψουν κι αυτό, να την αρπάξουμε με τα δόντια- έως ότου μας πάρουν και το κεφάλι!» (Ιωάννης Πρετεντέρης, 28/5). Αν εθνικό είναι να αποκαλώ υπόκοσμο όσους διαφωνούν, αν υπεύθυνο είναι να παραδώσω το παιδί μου (την χώρα μου, δηλαδή τον εαυτό μου και τον διπλανό μου) σε γιατρό που θα της κόψει το κεφάλι (η εγχείρησης επέτυχε ο ασθενής απεβίωσε!) αν δίνω αυτό το μήνυμα περί επαναδιαπραγμάτευσαης κι αν ευρωπαϊσμός είναι αυτός ο μίζερος επαρχιωτισμός (μη φεύγεις Ντορί! Θα σκοτωθώ, μην φεύγεις! Η πόρνη στα πατώματα στα Κόκκινα Φανάρια της Φίνος Φιλμ!) τότε η πολιτική υποχωρεί, και κάτω από σοβαροφανείς, light «ηθογραφίες» φυτρώνει ή πριμοδοτείται το αδιέξοδο. Τελικά έχουν δίκιο όσοι ισχυρίζονται πως ο πυρήνας του ακραίου περιλαμβάνει πάντα αυτό που απορρίπτει: Η τραγωδία είναι μια απόλυτα εγκλωβισμένη κωμωδία.

Μπρος Γκρεμός και Πίσω Ψέμα!


Αλλά και η κωμωδία μια απόλυτα εγκλωβισμένη τραγωδία: Στην πρώτη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη λέει ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο στον στρατοδίκη Σταυρόπουλο, υπαινισσόμενος την υπαρξιακή κλοπή και τον ηθικό εκμαυλισμό ενός λαού ο οποίος είχε αντισταθεί μαζικά και όχι κομματικά, που ραγδαία μεταπολεμικά συντελούνταν: «Και τι κάνατε κύριοι, τι κάνατε; Αναγκάσατε όσους αντιστάθηκαν στους Γερμανούς να αποκηρύξουν τη δράση τους. Αυτό που ήταν σημάδι λεβεντιάς κι αξιοπρέπειας το διώξατε…» Έτσι καθιερώθηκε ο «έλληνας μάγκας», αυτός που ανέδειξε ως την μέγιστη ταυτοτική του φράση το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;» εννοώντας όχι ατομικές του πράξεις και πνευματικά προτερήματα, αλλά προσωπικές γνωριμίες. Γιατί «έτσι λειτουργούσε το κράτος» κι είχε ο «καλός, φιλήσυχος πολίτης» λάβει το μήνυμα ότι για να επιβιώσει αρχικά και να επιτύχει αργότερα έπρεπε να έρπει και να γλύφει τους ισχυρούς. Ο Μπελογιάννης δολοφονήθηκε δίπλα στον Μπάτση. Τον μη κομμουνιστή επιστήμονα που είχε κάνει την πρώτη σοβαρή προσπάθεια να μιλήσει αδιάσειστα για τον ορυκτό πλούτο της Ελλάδας, την ώρα που οι μέτριοι στελέχωναν πνευματικά ιδρύματα κι οι (πιο πολλοί) «διανοούμενοι» έγλειφαν κάθε εξουσία, «δεξιά» «χουντική» ή «σοσιαλιστική». (Γιατί δε λέμε ποια «βραβευμένα ονόματα» υπηρέτησαν και τους 3; Και πως και οι 3 επιβράβευσαν όχι τους ιδεολόγους οπαδούς τους αλλά τους Ο.Φ.Α., τους «όπου φυσάει ο άνεμος» που είχαν εύκολη την «βρισιά» κι εύκολο το γλείψιμο; Γιατί δε λέμε πως και γιατί ο σφαγέας Μέρτεν ισχυρίστηκε στη δίκη του ότι η Γερμανική τάξη που πλούτισε κλέβοντας από τον πόλεμο συνεννοήθηκε με έλληνες κλεπταποδόχους αίματος, με έλληνες ιθύνοντες δηλαδή, κι έδωσαν έστω το 1/100 από την αποζημίωση σε τσέπες όχι ηρώων μα ημετέρων ώστε να τα κάνουν πλακάκια;)

Έτσι μεγαλώσαμε όμως. Κάτω από το πανάκριβα αγορασμένο γέλιο του γελοίου κρύβαμε πρόχειρα μια ιστορία πικρή, με διχασμούς, με δολοπλοκίες, με χαμένες (όχι αλύτρωτες όπως θα λεγαν οι στρατόκαυλοι) πατρίδες, με εγωτισμό κι εκμαυλισμένες συνειδήσεις, με προσφυγιές και μεταναστεύσεις. Μας βάραινε η σιωπή του Αγγελόπουλου (υπάρχει ταινία που να δείχνει τους γραβατωμένους πολιτικούς «ρασπούτιν» του σήμερα και την ηθική ανεπάρκεια των «Σοφιανών προλετάριων» όσο «Οι Μέρες του 36;;») και λατρεύαμε την «κόρη μου την σοσιαλίστρια» της Βουγιουκλάκη. Έτσι μεγαλώσαμε. Κι έτσι μικρύναμε.

Ηθικά και γνωστικά: Και μικραίνω σημαίνει στερούμαι ζωτικού χώρου. Αν αφουγκραστούμε αυτό που συμβαίνει γύρω μας θα δούμε ανθρώπους που νιώθουν πως η πυκνότητα του ιστορικού χρόνου τους στερεί οξυγόνο. Όλοι κι όλες αφουγκράζονται αυτό που «έρχεται», όλοι κι όλες φοβούνται. Ούτε την ευθύνη του εαυτού ούτε του διπλανού μπορούμε να πάρουμε μετά από χρόνια «ανάθεσης» σε «σωτήρες».

Αλλά πρέπει, και μάλιστα σε ελάχιστο ιστορικό χρόνο, καθώς ο πιλότος έπαθε έμφραγμα, ο αυτόματος μπλόκαρε και σου ’ρχεται το βουνό στα μούτρα. Κι όμως η ιστορία δεν έχει μεταφυσικά υποκείμενα και για να μετακινηθεί η πρωτοβουλία από την πολιτική σε μια απρόσωπη οικονομία, για να βρεθούμε όλοι σ’ αυτό το τρελό αεροπλάνο δηλαδή (μα είστε τρελοί! τους γράφουν κάτω από ευγενικά επιχειρήματα ακόμη και σοβαροί δεξιοί όπως ο Σιράκ) έπρεπε να υπάρχει η ιδιοτελής θέληση φαύλων πολιτικών ηγεσιών που έβαιναν εκβιάζοντας τους πολίτες εκβιαζόμενες ή «επιβραβευόμενες» (…) από παράκεντρα ενός απάνθρωπου συστήματος που θεοποιώντας την οικονομία κατέστρεψε αυτούς που την παρήγαγαν. Στις συνθήκες αυτές οι υπερασπιστές του παλιού έχουν για σύμμαχο τον φόβο και την μαφιόζικο εκβιασμό που μικραίνει την ανθρώπινη φύση που έθετε πάντοτε οράματα στο πολιτικό της διαταύτα, και ακυρώνει την πολιτική. Κι οι υπερασπιστές του καινούργιου, έχουν μέσα στον φόβο και στην απειρία τους, σύμμαχο όχι τη βεβαιότητα μα την ελπίδα. Και για στρατηγική το ρίσκο. Δεν γίνεται αλλιώς. Κι αυτό το ρίσκο, όσο συλλογικό είναι, άλλο τόσο είναι και βαθιά προσωπικό για τον καθένα. Γι’ αυτό και πρέπει να δηλώνεται ξεκάθαρα, με το μυαλό στο τι σημαίνει η «βεβαιότητα» της εναλλακτικής.

Βέβαια, ο πυκνός χρόνος κάνει όλα τα ζητήματα βαθιά προσωπικά. Το ρίσκο(;) και η απόρριψη του αργού(;) βέβαιου θανάτου, αφορά το πώς είμαι εγώ, πως μεγάλωσα, πως επιβίωσα, τι αντέχω, τι ζωή και τι κοινωνία θέλω. Καθόλου το «πώς» πρέπει να είναι οι άλλοι. Αν πάντως ο πολιτισμός μας «πέφτει» όταν κόβεται το ηλεκτρικό τότε εύκολα θα ξεχνάμε ότι ο ήλιος ό,τι και να γίνει θα ξημερώνει, και θα προσφέρει ηλιοβασιλέματα. Ότι «κάθε πρωί που πατάς με τα δυο σου πόδια το πάτωμα έχεις όλον τον κόσμο στα πόδια σου». Αλλά πρέπει να ’χεις γνωρίσει το μαύρο για να μπορείς ν ανακαλύπτεις το λευκό. Ακόμη κι εκεί που δείχνει να μην υπάρχει.

Ναι αλλά το μαύρο;

Η μετάβαση σε μία νέα, κοινωνικά και ιδεολογικά, συνθήκη, όπως αυτή που ορίζει η καθημερινότητα του Μνημονίου οδηγεί στην ανάγκη επίλυσης ιδεολογικών (και πρακτικών) διαφωνιών \καθώς τα άτομα και τα σύνολα οδηγούνται σε αυτό που αποκαλούμε «διαπραγμάτευση ταυτοτήτων». Στην διαπραγμάτευση αυτή,  με  κριτήρια όμοια με αυτά της ψυχολογικής ανάδρασης, αναπτύσσονται αντίρροπες δυνάμεις που συνήθως αφορούν αρχικά την αντίσταση και την «ιδεολογικοποίησή» της. Δηλαδή την ένταξη και κατόπιν νομιμοποίησή της στο κυρίαρχο ρεύμα ιδεών.   

Αυτό το φαινόμενο, με ελπιδοφόρες κι επικίνδυνες δυναμικές, εξελίσσεται στην Ελλάδα κι από αυτήν στον κόσμο όλον.

Αλλά εδώ υπάρχουν κατά τη γνώμη μου δυο ιστορικά λάθη που δεν εξισορροπούνται μα δρουν: Αν ο ανυπότακτος (κι εκτιμητέος ακόμη κι από τους αντιπάλους της) αγώνας (κυρίως) της αριστεράς (που τον έκανε υπόθεση των μαζών, τόσο επίκαιρο!) να σώσει την ανθρωπότητα τα χρόνια του ναζιστικού άξονα (που συνεπήρε και γενναίους μη αριστερούς) καλύπτει πχ λάθος πολιτικές προσεγγίσεις της αριστεράς στην Γερμανία του μεσοπολέμου, (και παρόλο που το «σήμερα» δεν αποτελεί φωτοτυπία προηγούμενων ιστορικών περιόδων), την ίδια στιγμή η αντικομμουνιστική ρητορική αποπειράται εκχυδαϊσμένα να καλύψει την φαυλότητα των αστικών καθεστώτων. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν υπάρχει ιστορικά ούτε ένα (ούτε ένα!) παράδειγμα αστικής δημοκρατίας στον κόσμο που να καταλύθηκε με οποιασδήποτε μορφής επανάσταση από τα αριστερά. Θα γαυγίσει –συνήθως δικαιολογημένα- θα κάνει επαναστατική γυμναστική και θα επαναδιαπραγματευτεί την οικονομική πραγματικότητα επιτυχημένα ή αποτυχημένα. Η αριστερά έριξε καθεστώτα απολυταρχικά. (κι εγκαθίδρυσε συνηθέστατα –όχι πάντα!- δικές της απολυταρχίες καθώς η κοινωνική αριστερά ηττήθηκε από τους γραφειοκράτες). Όλες όμως οι αστικές δημοκρατίες (και μάλιστα στο όνομα του… κινδύνου για την δημοκρατία!) από τα άκρα δεξιά πέσανε. Κλασσικό πχ αποτελεί στην Ευρώπη η Βάρκιζα που κραυγάζει για το δώρο άδωρον του μετεμφυλιακού κράτους που αντί να έχει έξυπνη πολιτική άμβλυνσης των παθών φύτεψε (ως προπομπός της μεταπολίτευσης) πολλά δεινά στο ελληνικό κράτος.

Φυσικά, όπως δίπολα δεν υπάρχουν, οι πεφωτισμένες πλευρές της αστικής τάξης (νικημένες εξίσου από την λαϊκίστικη θρησκευτικο-εθνικο-δήθεν δεξιά) το αντιλήφθηκαν λαμπρά, εκφράζοντας το μέσα από τον με αντιφάσεις κι ατολμίες μα επεξεργασμένο λόγο μιας γενναίας εκδότριας που επιμένοντας στην κίνηση ιδεών –κι ενώ λογόκριναν όλοι οι άλλοι αριστεροδεξιοί- θύμιζε ότι και η δεξιά και η αριστερά είναι (θα έπρεπε να είναι) παιδιά της Μασσαλιώτιδας, παιδιά που γεννήθηκαν (ως πολιτικοί σχηματισμοί) μέσα από την γαλλική επανάσταση για να συναντηθούν «απέναντι» εκείνο το πρωινό στην Αϊτή. Έτσι, η Βλάχου δεν έπαψε ποτέ να θυμίζει το ρεύμα των ιδεών που επεσήμανε ότι στην Ελλάδα μετά τον εμφύλιο υπήρξε θύμα (όχι εξίσου αλλά θύμα!) και η δεξιά χάνοντας δυο πρωθυπουργούς από την άκρα δεξιά (μα ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;) και κάνοντας μερικά από τα πιο λαμπρά της μυαλά ηθικά –όπως έπρεπε- να αυτομολήσουν.

Και αυτό το ηθικό διακύβευμα, -που όμως συμπαρασύρει πια το σύνολο του κοινοβουλευτισμού- βοά στις μέρες μας: Αν οι καταγγελίες για την Χρυσή Αυγή τιμωρούν τη διεκπεραίωση και όχι τον διεκπεραιωτή, αν καλύπτουν πίσω από το φαινόμενο της αιτίες του, αν δεν θέτουν δηλαδή ότι και η ασυδοσία  πολιτικών και  επιχειρηματιών, και η διαπόμπευση των οροθετικών και η αντιμετώπιση  του μεταναστευτικού με κραυγές και βία κι όχι πολιτικά κι ανθρωπιστικά (ανθρωπιστικά  και προς του ξένους μα και προς τους ντόπιους) και η οικονομική αφαίμαξη του λαού σου είναι φασισμός, τότε η ουσιαστική απόσταση με τον φασισμό αίρεται Κι εδώ ο λαϊκισμός αφορά λιγότερο την αριστερά που παίρνει αντι-δημοφιλείς θέσεις και περισσότερο όλους τους άλλους που επαίρονται επειδή υποστηρίζουν το μνημόνιο ότι δεν είναι λαϊκιστές (τι κριτήριο!)

Αλλά υπάρχουν πολλά είδη λαϊκισμού βεβαίως που υφέρπουν στην ρητορική της κρίσης ώστε να χτυπηθούν ιδέες και να αποφευχθούν πολιτικές! Το να είσαι αντιολοκληρωτικός (και πολύ σωστά είσαι!) δεν δικαιολογεί καθόλου την εξομοίωση διαφορετικών καθεστώτων. Αν ναζισμός και κομμουνισμός ταυτίζονταν δεν θα υπήρχε μεταπολεμική Ευρώπη. Αν τα μειονεκτήματα του ακραίου καπιταλισμού και κομμουνισμού ισούνται μεταξύ τους τότε γιατί (παρά τα τόσα προβλήματα) η Κούβα (ναι, η Κούβα) είναι η μόνη χώρα της Λατινικής Αμερικής που δεν έχει υποσιτισμένα παιδιά; Κι αν δεν υπήρχαν τα υποσιτισμένα παιδιά των «ελεύθερων καθεστώτων» της περιοχής πόσο θα είχε ευμάρεια επί έναν αιώνα η μεσαία τάξη της Αμερικής;  Και πόσο αν δεν υπήρχε η αποικιοκρατία σε χώρες όπως ο Νίγηρας χώρες σαν την πατρίδα της κ. Λαγκάρντ και «προσωπικότητες» όπως η ίδια θα ευημερούσαν;; Αλλά αλίμονο αν αυτός ο πλανήτης επιλέγει πάντοτε με την λογική του μικρότερου τρόμου. Όμως αυτό θα συμβαίνει όσο το δίλλημα φασισμός ενάντια στη δημοκρατία, αποκρύβει το «δημοκρατία» που κυοφορεί το φασισμό…

Το Τίμημα της Ωριμότητας


Στο βιβλίο του ο «Μικρομέγας», ο Βολταίρος βάζει να συνομιλούν ο κάτοικος του Σείριου με τον κάτοικο του Κρόνου. «Η φύση είναι όπως είναι. Γιατί να ζητάτε να κάνετε συγκρίσεις;» ρωτά ο πρώτος. «Για να σας αρέσω!» απαντά ο δεύτερος. «Δεν θέλω καθόλου να μου αρέσετε», ανταπαντά ο ταξιδιώτης. «Θέλω να με μορφώσετε». Το μικρό αυτό, «απαρατήρητο»,  απόσπασμα ξεκλειδώνει το ποιο θα έπρεπε να είναι  το μήνυμα της ζωής και η λειτουργία της πολιτικής. Άρα και το προαπαιτούμενο του και της πολίτη, αφού βούλομαι σημαίνει αποφασίζω (αποφασίζω όμως!) μετά από γνώση. Και παίρνω την ευθύνη μου γι’ αυτό.

Αλλά η ζωή που τρέμει γύρω από τις αναταράξεις και κρύβει το κεφάλι στην άμμο είναι χαρακτηριστική μιας εποχής που ανέδειξε ως κυρίαρχη δύναμη αυτό που περιγράφτηκε (για να χρησιμοποιήσω τον ιδιοφυή όρο του Ταρίκ Αλή) ως «εξτρεμιστικό κέντρο», την κερκόπορτα από όπου ξεπήδησε ο νέο ολοκληρωτισμός. Όπου για «να μην φέρεις την ακρότητα», πριμοδοτείς συστηματικά τα αίτιά της! (ο ορισμός του μακάκα!). Όπου για να αποφύγεις τα «άκρα» αποφεύγεις ακραία μια όλο και πιο ακραία πραγματικότητα στην οποία συμβάλλεις. Αυτό το εξτρεμιστικό κέντρο (δήθεν κέντρο) πρωταγωνίστησε αυτήν την λαχανιασμένη άνοιξη. Πχ, ακόμη κι αν διαφωνεί κάποιος σε γενικότερα επιμέρους (και κρίναμε κάποια), η αυτόματη (εξέτασε τες! αν σε συμφέρει….) ταύτιση των 5 όρων του ΣΥΡΙΖΑ ή του Καμμένου «με την Ελλάδα της δραχμής» δεν είναι ακραία; Και δεν πριμοδότησε, προβεβλημένη από μέσα προς τα έξω, τις πιο αντιευρωπαϊκές φωνές στην Ευρώπη και τις πιο αντιπατριωτικές στην Ελλάδα; Το να γίνει λογιστικός έλεγχος του χρέους ώστε να δούμε αν, πώς, ποιοι και γιατί το φούσκωσαν, ή εθνικοποίηση των τραπεζών γιατί απαξιώθηκε αν όντως είχαν θέληση να κυβερνήσουν όλοι μαζί;. (Λίγες ημέρες μετά, βλέποντας τι χρήματα από το πακέτο σωτηρίας τραβάνε οι τραπεζίτες, -πολλαπλάσια της κακιάς Ολυμπιακής, σωστά;- στο άρθρο Τα αθώα θύματα της Κρίσης», 27/5 Δημοκρατία το ισχυρίστηκε ο Κόλλιας, (ένας έντιμος δεξιός οικονομολόγος, όπως κι άλλοι από τον επίσης ετεροβαρή χώρο του γιατί αλλοίμονο αν σε ενδεχόμενο ντου τσουβαλιαστούν όλοι διχάζοντας τον τόπο!) Αλλά και η στάση της ΔΗΜΑΡ (το «εξτρεμιστικό κέντρο» της αριστεράς, όλοι αυτοί οι «καθωσπρέπει» τέλος πάντων της αριστεράς των καλών -κατά βάση- προαστίων, του ιστορικού αναθεωρητισμού κατά το δοκούν του νεοφιλελευθερισμού κλπ…) που υπήρξε μετεκλογικά «η τρελή του χωριού» αφού εξαρτούσε την στάση της από κάποιον που τον κατήγγειλε ως ανεύθυνο (γιατί καλέ μας Φωτάκη παίρνεις ναρκωτικά;; γιατί το ίδιο κάνει κι ο ανεύθυνος Αλεξάκης κυρία!) που πίεζε μονάχα τον ΣΥΡΙΖΑ για μια ψευδεπίγραφη οικουμενική ενώ οικουμενική δίχως Καμμένο και Χρυσή Αυγή (έτσι είναι οι όροι!) θα ήταν μια τρικομματική που θα ρήμαζε το καλοκαίρι δίχως αντιπολίτευση τον τόπο, απάντηση σε τι ήταν;; Μήπως αντίθετα ήταν υπενθύμιση του πόσο η πιο λανθάνουσα ποταπή επιθυμία είναι να δεις να παραδίνεται όποιος τολμά να αντιστέκεται σε ό,τι σου ρημάζει τη ζωή; (Καμύ). Οι γραφικότητες βέβαια του μνημονιακού μπλοκ έχουν αντίστοιχες γραφικότητες στο αντιμνημονιακό, (κι εδώ δεν εννοώ Τσίπρα και Καμμένο γενικά) όπου «πατριδολογούντες» και «οικονομολογούντες» μικρών ομάδων ή προσώπων γραφικοποιούν ένα ζήτημα ζωής ή θανάτου.

Αλλά όμως και η αριστερή ακρότητα του «όλα ή τίποτα» του ΚΚΕ, (και όχι μόνο) που καταγγέλλει την πρόταση για «αντιμετώπιση της κρίσης τώρα» επειδή δεν θέτει το ζήτημα του «σοσιαλιστικού μετασχηματισμού» (έχουν χιούμορ, διεστραμμένο μα χιούμορ!) πέρα από το ό,τι δεν θέτει επί τάπητος τις ευθύνες «του υπαρκτού» στο να γίνει μοναδική ανάγνωση ο νεοφιλελευθερισμός και να κάνει «μπορντέλο» έναν πλανήτη, δεν κατανοεί ότι οι πεινασμένοι (που θα τους ακολουθήσουν νομίζουν όταν η πείνα εξαπλωθεί) δεν γίνονται ποτέ καλοί πολίτες κι άρα επαναστάτες; Υποχείρια σε κάθε είδους και χρώματος εξουσία γίνονται.
Μπορείς άλλωστε, να κατέβεις να ηττηθείς σε κάθε είδους «Μανιάκι» βάζοντας τον σπόρο της νίκης, όπως και να «κρυφτείς στα δέντρα» ώστε να μείνει καθαρός ενώ έχεις λερωθεί απίστευτα. Μπορείς να λες εκ των υστέρων «σας τα ’λεγα εγώ» κι ας έχεις συμβάλλει με την απουσία σου στην ήττα. Ξέρω μη κομουνιστές ανθρώπους που ψήφιζαν ΚΚΕ «για να υπάρχει ένα εργατικό κόμμα αν έρθει –μακριά από δω- η ώρα!» Ε η ώρα ήρθε (δυστυχώς στη δική μας εποχή) και το εργατικό(;;) κόμμα απουσιάζει!

Κι έτσι, μένει ένας προβληματικός αλλά γενναίος ΣΥΡΙΖΑ κι ένας μπερδεμένος αλλά αποφασισμένος λαός να πρέπει  να ωριμάσουν βίαια σε ελάχιστο ιστορικό χρόνο, να συνεργαστούν και να βγάλουν τη θηλιά από το μέλλον ενός τόπου και μιας ηπείρου (και το μέλλον περιλαμβάνει πάντοτε αθώους). Όταν ήμουν στον Συνασπισμό συνάντησα πολλούς από τους κατά τεκμήριο αξιολογότερους ανθρώπους στη ζωή μου. Αλλά (ανάμεσα σε άλλα) έφεραν ένα βάρος που αξίζει σε ομαλές συνθήκες να το κυοφορείς κι ας στερείσαι ψήφων: Ήταν το τίμημα της δημοκρατίας. Αυτό έφερε κι εξαιρετικά άτομα όπως κι ομάδες, μα έπρεπε να ανέχεσαι ακόμη κι ανερμάτιστες απόψεις γκρουπούσκουλων ή ατόμων που έμπαιναν όχι από αγάπη για τον χώρο και τις αξίες του, αλλά για να ’χουν την προστασία ενός κοινοβουλευτικού κόμματος. Έχω δει εξαίρετους ανθρώπους να κοιτιούνται με αμηχανία μην τολμώντας να πουν «ε φτάνει πια!». Εάν πρόκειται εκ των πραγμάτων να σηκώσεις το βάρος της σωτηρίας (και μάλιστα ενός πολιτικά αναλφάβητου, υστερικού και  παθητικού λαού που –με λαμπρές εξαιρέσεις που γίνονται ολοένα και περισσότερες καθώς ο κόσμος ριζοσπαστικοποιούμενος θυμάται τον εαυτό που θελαν να ξεχάσει- δεν κατανοεί στο σύνολό του ότι πρέπει να κινηθεί χωρίς σωτήρες πια, κι ότι μπορεί να κατέβει στο Σύνταγμα «από την επομένη» να υπερασπιστεί τις επιλογές του) τότε αυτό το «ε φτάνει πια!» πρέπει να αποκτήσει θεσμική έκφραση. Πέρα από τον αυταρχισμό (παρόν και στα αστικά κόμματα όπως το ’δαμε στους βουλευτές ρομποτάκια) υπάρχει και η σοβαρή λειτουργία που οι κυριολεκτικά οριακές περιστάσεις απαιτούν. Κι αυτό θα είναι το τίμημα της ωριμότητας.

Ένας πολυπολικός κόσμος που πρέπει να ξεπεράσει τα δίπολα και να ξαναεφεύρει την πολιτική

Δεν έχω μιλήσει ως τώρα για τον παππού μου, τον «Ιστιλίν». Ήταν δημόσιο πρόσωπο. Και παρότι εκ Καππαδοκίας ορμώμενος ήταν πρωτοκαπετάνιος στον Πόντο. Αψύς άνθρωπος, μετά την καταστροφή τα άφησε όλα και κρύφτηκε στα βουνά της Μακεδονίας για να συμβιβαστεί το λιγότερο δυνατό και παρότι έδωσε πολλά δε ζήτησε ποτέ τίποτε πίσω. Τράβηξε μια κουρτίνα και μπήκε «οριστικά» στον μικρόκοσμο του. Υποπτεύθηκα ποιος ήταν ο παππούς μου παιδί από το βαρύ «ποτάμι» που ακολούθησε την κηδεία του κι έμαθα γι αυτόν μέσα από τα βιβλία, καθώς μόλις πρόσφατα μιλάμε για την Ποντιακή τραγωδία. Λοιπόν ο παππούς μου (που γελούσε πάντα με τους παλιοελλαδίτες που ενώ κορόιδευαν τους Πόντιους για «χαζούς», τους μπέρδευαν οι «πολύξεροι» με τους Λαζούς, σεβαστή φυλή μα άλλη) δεν μου είπε ποτέ τι ψήφισε στη ζωή του. Την πολιτική του στάση (με καλές και κακές στιγμές) την δήλωνε στην καθημερινότητα. Και τη δήλωνε με πράξεις. Μια φορά από τις λίγες που με πήρε από το χέρι με πήγε στους πρόποδες του Παγγαίου και μ’ άφησε αμίλητος- ώρα πολύ- στη ρίζα ενός καμένου δέντρου. (Εκεί έμαθα θαρρώ να αποδέχομαι τη θλίψη του  Κανελλόπουλου και τη σιωπή του Αγγελόπουλου. Και τα δυο στον Βορρά «φυτεμένα».)

Χρόνια πολλά αφότου έμαθα ν’ αναγνωρίζω την θλίψη στο παιδικό μου πρόσωπο άρχισα να μεταφράζω την βόλτα εκείνου του απογεύματος. Ένας λογοτέχνης, μια Λυμπεράκη ας πούμε ή ένας Σικελιανός, θ’ ακουμπούσε ένα παιδί σ’ ένα χλωρό, «ψηλό δέντρο» για να πάρει τη δύναμή του. Όχι όμως ένας πολεμιστής. Έχει δώσει κι έχει δεχθεί πολύ αίμα. Την κοίταξε τη φύση και την κοινωνία «μας» στα μάτια. Γνώρισε την εθνοκάθαρση και την «απάντησε». Κι έτσι την δύναμη θα την πάρει από την ρίζα που ακόμη αντιστέκεται κι ορθώνει αόρατο κορμό, γι’ αυτό ψηλότερο απ’ όλους. Χρήσιμο δε μοιάζει για τούτη τη στιγμή;

Τώρα λοιπόν που τα ρητορικά σχήματα - φωτοτυπίες έχουν την τιμητική τους, απευθυνόμενα στο έτοιμο(;) κοινό κάθε πλευράς που έχει πρώτα απολέσει την ψυχή του ώστε να φοβάται, και τον εγκέφαλο του ώστε να είναι οπαδός και να μην σκέφτεται, τώρα που τα πολιτικά ζώα είναι εξαγριωμένα ξανά σ’ αυτόν τον τόπο, θα ήθελα να θυμίσω ότι μπορούμε να διαφωνούμε με ήθος και να συμφωνούμε ανήθικα… Έτσι δε δομούνται οι ομάδες;; Ας μην κρυβόμαστε…

Θα θελα ακόμη να θυμίσω πόσο (για να αντιγράψω την Frazer) τα  παιχνίδια των ενηλίκων είναι πιο επικίνδυνα από τα παιχνίδια των παιδιών. Κι ότι πολιτικό προσωπικό, που για να κρατηθεί στο παιχνίδι, δηλώνει λίγο πριν το καλοκαίρι στην ιστοσελίδα της Guardian  «φοβάμαι μήπως βγουν συμμορίες με καλάσνικοφ στους δρόμους» (αθάνατε αδιάβαστε!) τώρα που κάθε εναλλακτική «καρφώνεται» στους ξένους ως γελοία και της «πεντάρας» (ή μάλλον της δραχμής!) από… «σώφρονες πατριώτες!», τώρα που στην ενδεχόμενη ρήξη με το προηγούμενο καθεστώς που έχει όλο το κράτος «παρά πόδα» μπορούν να δημιουργηθούν μετεκλογικά χίλιες τρικλοποδιές ώστε αντί παράδειγμα φωτός σ έναν «μαύρο» πλανήτη να γίνεις παράδειγμα τιμωρίας, τώρα που θα χεις τα δικά σου μειονεκτήματα να αντιμετωπίσεις κι εσύ ως αριστερά, τώρα που το ποσοστό Καμένου (πως τα φέρνει έτσι!...) θα είναι «το» κλειδί ώστε να διατηρηθεί μια πολύτιμη συνοχή μέσα από την ανοχή σε μια «αριστερή κυβέρνηση», τώρα που κάποιοι κουζουλοί θα κατέβουν με τον «καιρό κόντρα» να το παλέψουν αντί να περιμένουν το «μπαμ», τώρα που παίζονται πολλά σ’ αυτό το αλωνάκι, ας κρατήσουμε την πόλωση χαμηλά. Όχι για να ακυρώσουμε, μα για να βαθύνουμε πέρα από το εύκολο, δηλαδή για να ξαναεφεύρουμε την πολιτική.

Έχοντας χρηματίσει σε ΔΣ Λογοτεχνικού Σωματείου μα κι ως γεννημένη στη Μακεδονία (βλ. πακέτο Πινέιρο) έχω πχ κάκιστη γνώμη για τον Σαμαρά. Δεν θα γράψω όμως τίποτε περισσότερο από ό,τι έχει ήδη γραφτεί, γιατί πρώτα τα προβλήματα λύνονται πολιτικά, όχι με βάση ατομικές βιογραφίες, κι ακόμη γιατί οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στο να ωριμάζουν και δεν γνωρίζω που βρίσκεται «μέσα του» σήμερα για να τον «κρίνω». Το ίδιο όμως θα ήθελα να δω και για τον Τσίπρα.

Παρόλο που δεν θεωρώ κάθε κριτική διαπλεκόμενη (κι είναι επικίνδυνο να μην θυμίζεις τις εξαιρέσεις όσων εντίμως διαφωνούν πολιτικά!) έχω ακούσει, για έναν άνθρωπο που τον ξέρω από το 1992 προσωπικά και τον αγαπώ για συγκεκριμένους λόγους, τα πιο τερατώδη ψέματα. Κι ακόμη τις πιο ανάξιες κριτικές. Οκ έβγαλε το πολυκλαδικό Αμπελοκήπων και δεν πήγε σε καλό φροντιστήριο να μάθει Αγγλικά. Αλλά υπάρχει κι αυτή η Ελλάδα πέρα από την Ελλάδα των Αμερικάνικων κολλεγίων και διεκδικεί να παρέμβει στον τόπο της! Δεν έχω ιδέα αν θα το καταφέρει, και δεν είμαι οπαδός να βεβαιώνω. Αλλά για όλους αυτούς τους λόγους και γι άλλους τόσους που παρέλειψα, θα τους στηρίξω όσο μπορώ κι αν πέσει ξύλο (αν γίνει το ιστορικά τρελά άδικο να του σκάσουν την χώρα στα χέρια, κι είναι ικανοί να το κάνουν για να «δικαιωθούν») τότε (όπως κάνουμε χρόνια στις πορείες) θα μείνω «να φάω το ξύλο» μαζί τους, από «ακάθαρτους» και «καθαρούς».

Σε οριακές εποχές, μπορείς όπως επισημάναμε να ηττάσαι με όρους «νίκης». Τόσο η ανθρώπινη φύση, όσο κι η χώρα τούτη κι η ιδέα της αριστεράς (μιας ιδεατής αριστεράς με δημοκρατία κι ελευθερία) ακόμη κι αν καούν θα χουν κρατήσει την ρίζα τους βαθιά στη γη. Κι από εκεί κορμό θα σηκώνουν ορατό στα μάτια της ψυχής. Ώστε (τώρα ιδίως που μας κοιτούν μ’ ελπίδα οι λαοί) το στοίχημα μιας κοινωνίας αντάξιας του ανθρώπου και μιας χώρας αντάξιας των παππούδων μας και των παιδιών σας να μην λήξει.

ΥΓ Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς•
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.
Εμείς• οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,
κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς.

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ “ΠΟΙΗΜΑΤΑ”