Γράφει η Μαρίνα Κουρμπέλα
Αγαπητοί συνάδελφοι, αν βρίσκεστε σε διακοπές, εύχομαι να περνάτε καλά. Εμείς, στην Ελλάδα, ευτυχώς όχι όλοι, αλλά πολλοί, από εμάς, μεταξύ των οποίων και δημοσιογράφοι, έχουμε ξεχάσει το θέμα αυτό. Γενικά, έχουμε ξεχάσει συνήθειες, που είχαμε πριν από περίπου οκτώ χρόνια. Με τον καιρό, αυτές έσβησαν. Τη θέση τους πήραν, άλλες, διαφορετικές, συνήθειες, όπως θα διαβάσετε στα κείμενα που θα ακολουθήσουν.
Γενικότερα, έχουμε ξεχάσει πως ζούσαμε, τότε, ως κανονικοί άνθρωποι. Με τα λάθη μας, που όταν τα καταλαβαίναμε, μας τρόμαζαν, και τρέχαμε να τα μαζέψουμε, αντλώντας χαρά και από αυτήν την προσπάθεια. Όταν μας κατέκριναν, απαντούσαμε: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω», και κάπως έτσι, υποχρεώναμε τους διαφόρους μορφής κατήγορους να νοιαστούν για τα δικά τους.
Επέλεξα να απευθυνθώ πρώτα σε εσάς με την εκτίμηση, πως μιά επιστολή από δημοσιογράφο προς δημοσιογράφους, σχετικά με ένα σημαντικό θέμα που μπορεί να γνωρίζει καλύτερα, αποτελεί μια, έστω μικρή συμβολή στην καλύτερη, πανενωσιακή ενημέρωση.
Αφορμή, πάντως, για την πρωτοβουλία αυτή υπήρξε η ανακοίνωση της Ευρωπαικής Επιτροπής στις 9 Αυγούστου,2017,με τίτλο:«10 χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης: επιστροφή στην ανάκαμψη χάρη στην αποφασιστική δράση της ΕΕ».
Εχω αναρτήσει αυτή την ανακοίνωση στο Blog:marina anastas.kourbela, που διαθέτω, και με το οποίο ενημερώνω, δωρεάν, όσους το επισκέπτονται, κυρίως σχετικά με θέματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Οικονομικής Διπλωματίας, με τα οποία ασχολούμαι ως ρεπόρτερ, συστηματικά, και σε καθημερινή βάση, περίπου 39 χρόνια.
Την κρίση τη γνωρίζω καλά, έμμεσα, αλλά και άμεσα. Συμμετείχα σε αυτήν, προοδευτικά, σχεδόν από το ξεκίνημά της, όταν έκλεισε η εφημερίδα που εργαζόμουν, και σήμερα συνεχίζω να συμμετέχω, πλήρως, έχοντας επιβιώσει χάρη στην οικογενειακή αλληλεγγύη, τη φιλική, τη συναδελφική και την κοινωνική.
Στην ανάρτηση, σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής, επισήμανα την αναφορά στην Ελλάδα. Οπως αναφέρει η Επιτροπή, από τα οκτώ κράτη μέλη της ΕΕ που έλαβαν οικονομική συνδρομή, μόνον η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε πρόγραμμα και αναμένεται να εξέλθει στα μέσα του 2018.
Στην ίδια ανακοίνωση, ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Φορολογίας και Τελωνείων, κύριος Πιερ Μοσκοβισί, αναφέρεται, οτι δήλωσε: «Δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης, η ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας έχει ισχυροποιηθεί και διευρυνθεί. Πρέπει να εκμεταλλευτούμε αυτή την θετική ώθηση για να ολοκληρώσουμε τη μεταρρύθμιση της Οικονομικής και Νομισματικής μας Ένωσης».
Αυτή η παρότρυνση του κυρίου Μοσκοβισί, δε μπορώ να ισχυριστώ πως αγγίζει πολλούς από εμάς στην Ελλάδα, με την κούραση της πολύχρονης κρίσης, την προοπτική να μείνει αυτή ακόμη έναν χρόνο, στην καλύτερη περίπτωση, με τα συνεχή αιτήματα των δανειστών και την πίεση στις εκάστοτε κυβερνήσεις για νέα μέτρα, κυρίως μη αναπτυξιακού χαρακτήρα, και τη διαχρονική απειλή, αν δεν ληφθούν αυτά, δεν θα πάρουμε τις δόσεις για να ξεπληρώνουμε τα δάνεια.
Πριν από λίγες ημέρες, για παράδειγμα, έλαβα στην ηλεκτρονική μου διεύθυνση άρθρο συναδέλφου, στο οποίο, μεταξύ άλλων αναφέρεται, πως η Ελλάδα βιώνει τα τελευταία 7 χρόνια, μια κρίση πρωτόγνωρη και αδικαιολόγητη.
Ένας άλλος συνάδελφος από αναπτυγμένη χώρα, μου είπε μια ημέρα, να μην είμαι και πολύ αισιόδοξη για την πορεία της κρίσης στην Ελλάδα. Του απάντησα ότι θα διαψευστεί.
Ο ίδιος έχει αγοράσει σπίτι εδώ, αγαπάει πολύ την Ελλάδα, αλλά μάλλον χωρίς τους Έλληνες, τους οποίους κατηγορεί. Τον ρώτησα, αν οι πολίτες της χώρας του είναι αγγελούδια, και μου απάντησε, «όχι, αλλά δεν το λέμε».
Ας πάρουμε, όμως τα πράγματα με τη σειρά
Η Ελλάδα στην ΕΕ και η συμβολή των Ελλήνων στη διεύρυνση
Οι Έλληνες, έχουμε καταφέρει να ζούμε ειρηνικά σε έναν πολύ δύσκολο περίγυρο. Μερικές από τις γειτονικές χώρες, θέλουν να πάρουν Ελλάδα. Χρόνια, τώρα, το προσπαθούν με διάφορους τρόπους.
Στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, όπως λέγονταν τότε ( ΕΚΑΧ,ΕΟΚ,ΕΚΑΕ), ενταχθήκαμε τον Ιανουάριο του 1981.
Η Ελλάδα έγινε το δέκατο πλήρες και ισότιμο μέλος, και είναι η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει «εντάξει» στην ΕΕ τις 13 από τις 18 χώρες που ακολούθησαν. Αυτή η σημαντική με την ποιοτική και ποσοτική διάσταση συμβολή της στη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφορά τις εξής χώρες:
1)Την Αυστρία, τη Σουηδία και τη Φινλανδία. Η Ελλάδα προήδρευσε του Συμβουλίου της ΕΕ το πρώτο εξάμηνο του 1994. Κατά γενική ομολογία επιτέλεσε πολύ σημαντικό έργο, προτάσσοντας τη διεύρυνση της ΕΕ με την Αυστρία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία και τη Φινλανδία, από δώδεκα σε δεκαέξι μέλη. (Οι Νορβηγοί αποφάσισαν, τελικά να μην ενταχθούν).
Η Συνθήκη προσχώρησης των χωρών αυτών στην ΕΕ υπογράφηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κέρκυρας, τον Ιούνιο του 1994. Εκεί υπογράφηκε, επίσης, η Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης και Συνεργασίας Ευρωπαϊκής Ένωσης - Ρωσίας, που καλύπτει τους τομείς της πολιτικής, της οικονομίας, του εμπορίου και της τεχνικής βοήθειας. Σημειώνεται, πως είναι η πρώτη συμφωνία που υπέγραψε η Ρωσία με τη Δύση.
Ο Γιέλτσιν, κατά την υπογραφή μίλησε για την ιδιαίτερη, ιστορική σημασία αυτής της συμφωνίας, αποφασιστικό βήμα για την ενότητα της Ευρωπαϊκής Ηπείρου.
2) Την Κύπρο, τη Μάλτα, την Εσθονία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία, την Πολωνία, τη Σλοβακία, τη Σλοβενία, και την Τσεχία.
Η διεύρυνση αυτή αποτελούσε υψηλή προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων έγινε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης, αλλά η Ελλάδα, που προήδρευσε του Συμβουλίου της ΕΕ το πρώτο εξάμηνο του 2003, έπρεπε να επιτύχει ρυθμίσεις και λύσεις για όλα τα θέματα που προέκυψαν, από την Κοπεγχάγη. Μεταξύ αυτών ήταν και η επίλυση δύο κρίσιμων διαφορών μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου σχετικά με τη χρηματοδότηση της διεύρυνσης, και διεκδικήσεις της ύστατης στιγμής από υποψήφιες χώρες, που παραλίγο να διαταράξουν τη διαδικασία και το χρονοδιάγραμμα.
Η τελετή υπογραφής έγινε στις 16 Απριλίου 2003 στην Αθήνα, στη Στοά του Αττάλου, στους πρόποδες της Ακρόπολης. Πολλοί από τους Αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων των 25 χωρών μίλησαν, τότε, με ιδιαίτερα επαινετικά λόγια για την Ελλάδα και τους Έλληνες.
Το ευρωπαικό ξεκίνημα των Βαλκανικών χωρών.
Η Ελληνική προεδρία είχε εντάξει στις προτεραιότητές της την ενίσχυση των δεσμών της ΕΕ με τα Δυτικά Βαλκάνια, και εργάστηκε συστηματικά πρός αυτή την κατεύθυνση, με τα αξιόλογα στελέχη του Υπουργείου Εξωτερικών και των άλλων συναρμόδιων υπουργείων και υπηρεσιών, σε όλη τη διάρκεια του εξαμήνου. Έτσι, τον Ιούνιο του 2003, στη Θεσσαλονίκη, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στη Σύνοδο Κορυφής ΕΕ-Δυτικών Βαλκανίων, επιβεβαιώθηκε η ενταξιακή προοπτική των χωρών της περιοχής, υιοθετήθηκε μια νέα διαδικασία πολιτικού διαλόγου μεταξύ των δύο πλευρών, ενσωματώθηκαν σαφή προενταξιακά στοιχεία στις ισχύουσες συμβατικές σχέσεις της ΕΕ με τις χώρες αυτές, όπως η εναρμόνιση της νομοθεσίας τους με το κοινοτικό κεκτημένο, και εξασφαλίστηκε αύξηση των ενισχύσεων που χορηγεί η ΕΕ προς τις ίδιες χώρες.
Με μιά φράση, στη Θεσσαλονίκη, επί Ελληνικής προεδρίας άνοιξε ο ευρωπαϊκός δρόμος των Δυτικών Βαλκανίων.
Βέβαια, ακολούθησε το 2004 με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου οι Έλληνες ζήσαμε τα θετικά σχόλια της οικουμενικής αποδοχής, αλλά δε θα ασχοληθούμε με αυτά.
Εκείνο που προκαλεί εντύπωση, είναι το γεγονός, ότι μερικά χρόνια αργότερα, με το ξεκίνημα της κρίσης, αλλά και στη συνέχεια, οι Έλληνες δεχθήκαμε βροχή ύβρεων και κατηγοριών, και επιχειρήθηκε γελιοποίηση των πάντων στη χώρα μας.
Μένει να απαντηθεί, αν είναι δυνατόν, μέσα σε λίγα χρόνια, σε μερικά, μόνο χρόνια, να αλλάζει ένας ολόκληρος Λαός, να γίνεται απρόκοπος, σχεδόν άχρηστος και ανήμπορος να διαχειριστεί τα του οίκου του, και μια χώρα που δεχόταν επαίνους και επαίνους, να ευτελίζεται.
Πάντως, η συμβολή της Ελλάδας και των Ελλήνων στην αναπτυξιακή πορεία της ΕΕ δεν περιορίζεται στη διεύρυνση, όπως θα διαπιστωθεί στις «Δημοσιογραφικές Επιστολές», που θα ακολουθήσουν.
email: marinakourbela@gmail.com