Σαββατοκύριακo
22-23  Φεβρουαρίου 2020
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3443RSS FEED
Ο παρατηρητής κ. Σημίτης, ας θυμηθεί την «Ισχυρή Ελλάδα» του 2003
18/10/2010
Γράφει η
Σοφία Βούλτεψη
Είναι να απορεί κανείς με την στάση του κ. Κ. Σημίτη. Αν και υπήρξε πρωθυπουργός αυτής της δύσμοιρης χώρας επί οκτώ συναπτά έτη, μετά την απόδρασή του και την παράδοση της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ στον κ. Παπανδρέου, δεν σταματά να παρεμβαίνει με την ιδιότητα του απλού παρατηρητή.

Συμπεριφέρεται ο κ. Σημίτης ως εάν να μην κυβέρνησε ποτέ. Ως εάν να μην ισχυρίστηκε ποτέ ότι δημιούργησε και παρέδωσε μια «Ισχυρή Ελλάδα», σύμφωνα με το αγαπημένο του σύνθημα.

Στο άρθρο του που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα» το περασμένο Σάββατο, μας πληροφόρησε ότι «ο δρόμος είναι μακρύς, αλλά είναι δυνατόν να επιτύχουμε»! Μα δεν είχε ήδη επιτύχει ο ίδιος;

Φθάνει στο σημείο να υποστηρίξει πως η τακτική του «άλλοτε περιορίζουμε και άλλοτε μοιράζουμε απλόχερα ό,τι έχουμε ανάλογα με τις πολιτικές σκοπιμότητες, αποβαίνει σε βάρος της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού μας». Και πως η κυβέρνηση δεν πρέπει ούτε στιγμή να σκεφθεί το πολιτικό κόστος ή τις αντιδράσεις των συντεχνιών.

Μα δεν ήταν ο ίδιος που τον Σεπτέμβριο του 2003, στη ΔΕΘ, ανακοίνωσε την περίφημη Χάρτα Σύγκλισης, ύψους 2,5 δις ευρώ, η οποία όχι μόνο δεν εφαρμόστηκε ποτέ, αλλά και δεν φρόντισε ο ίδιος να εγγράψει το ποσό στον προϋπολογισμό του 2004, που η κυβέρνησή του ψήφισε στην Βουλή;

Τι άλλο ήσαν αυτά τα 2,5 δις ευρώ από «απλόχερο μοίρασμα» για λόγους σκοπιμοτήτων, επειδή δηλαδή πλησίαζαν οι εκλογές; Δεν ήταν αυτή η τελευταία του απεγνωσμένη προσπάθεια να παραμείνει στην ηγεσία του κόμματός του και στην πρωθυπουργία;

Υποστήριξε επίσης στο άρθρο του ο πρώην πρωθυπουργός ότι «ανάπτυξη δεν γίνεται δια μαγείας». Και πως για να μπει μπροστά η μηχανή της ανάπτυξης – που δεν μπορεί σε μια χώρα σαν την Ελλάδα να βασίζεται στα fast tracks – χρειάζονται μείωση φόρων (ο ίδιος στην διάρκεια της θητείας του επέβαλε 90 διαφορετικούς φόρους), κόψιμο των προνομίων των κρατικο-κομματικών μηχανισμών (ο ίδιος άφησε τους μηχανισμούς αυτούς όπως ακριβώς τους βρήκε) και δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος, υπέρ των χαμηλόμισθων και των χαμηλοσυνταξιούχων.

Αρκεί, όμως να ανατρέξει κανείς στα στοιχεία του 2003, χρονιάς που ο κ. Σημίτης προήδρευε της «Ισχυρής Ελλάδας», αλλά και της Ε.Ε, για να διαπιστώσει πως επρόκειτο για μια από τις πλέον δραματικές χρονιές.

Στον προϋπολογισμό του 2003 είχε προβλεφθεί αύξηση εσόδων της τάξης του 6,3%, αλλά τελικά η αύξηση δεν ξεπέρασε το 3% - και αυτό σήμανε υστέρηση της τάξης του 1,2 δις ευρώ. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού μόνο στο πρώτο πεντάμηνο του 2003 εμφανίσθηκε αυξημένο κατά 74% σε σχέση με τις προβλέψεις. Και στο πρώτο τρίμηνο του 2003 η Ελλάδα είχε το μεγαλύτερο σε ποσοστό του ΑΕΠ εμπορικό έλλειμμα στην ευρωζώνη.

Τι να έκανε τότε ο κ. Σημίτης; Άρχισε να πουλάει. Για την ακρίβεια να ξεπουλάει. Πούλησε το 10% της Εθνικής Τράπεζας. Πούλησε το 16% της ΔΕΗ. Πούλησε το 35% της ΔΕΠΑ. Πούλησε ποσοστό του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Πούλησε στο 24,45% του ΟΠΑΠ. Πούλησε το 25,5% του ΟΛΠ. Μεταβίβασε το τελευταίο πακέτο μετοχών της ΕΧΑΕ στις επτά ελληνικές τράπεζες.

Αποτέλεσμα: Πουλήθηκε κρατική περιουσία 17,3 δις ευρώ και το χρέος αυξήθηκε κατά 45 δις ευρώ.

Έτσι, σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, μέχρι το τέλος του Σεπτεμβρίου 2003, το χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης είχε εκτοξευθεί στα 178 δις ευρώ.

Παράλληλα, κατά το ολέθριο 2003 σημειώθηκε η κατάρρευση των εσόδων όσον αφορά στην απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων. Στο τέλος του Ιουνίου του 2003 η Ελλάδα είχε εισπράξει μόνο 4,6 δις ε από τα 21,3 του Γ΄ ΚΠΣ. Και ακόμη και γι’ αυτά οι αρχιτέκτονες της «ισχυρής οικονομίας» χρειάσθηκε να πάρουν δάνεια προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την εθνική συμμετοχή. Μόνο κατά την περίοδο 2002-2003 οι απώλειες σε κοινοτικά κονδύλια υπολογίστηκαν σε 2 δις ευρώ. Από τον Ιούνιο του 2003 δεν είχαν διαβιβασθεί στην Κομισιόν καθόλου έγγραφα για να εγκριθούν δαπάνες. Όλο το 2003 δεν είχαν υποβληθεί καθόλου έγγραφα για εισπράξεις από το Ταμείο Συνοχής.

Επιπλέον: Ο προϋπολογισμός του 2003 είχε συνταχθεί με προβλεπόμενη τιμή πετρελαίου τα… 24 δολάρια. Και στο τέλος του 2003 οι 14 ΔΕΚΟ εμφανίζονταν χρεωμένες  κατά 10 δις ευρώ.

Το 2003, υπήρξε και η χειρότερη μετά το 1973 χρονιά για τον τουρισμό μας, με τον κ. Σημίτη να συγκαλεί για πρώτη φορά την διϋπουργική επιτροπή για τον τουρισμό στις... 13 Οκτωβρίου!

Όσο για την ενίσχυση των ασθενεστέρων, φάνηκε κι’ αυτό από την μείωση των αποταμιεύσεων κατά 1,7 δις ευρώ. «Τρώμε από τις καταθέσεις και πληρώνουμε με δάνεια», έγραφε ο φιλικός προς την τότε κυβέρνηση Τύπος. «Η ανάπτυξη με δανεικά έχει κοντά πόδια», έγραψε στις 19 Δεκεμβρίου 2003 η «Ελευθεροτυπία».

Τώρα, ο κ. Σημίτης παραδίδει μαθήματα οικονομίας. Και αρθρογραφεί κρατώντας αποστάσεις από… τον εαυτό του!