
Ἡ σχολική χρονιά εἶχε προχωρήσει καί, ἤδη, στά μέσα σχεδόν τοῦ Μαρτίου, ἡ Μαρίνα, μαθήτρια τῆς Τρίτης Λυκείου, τό εἶχε πάρει ἀπόφαση. Παρά τήν μεγάλη της προσπάθεια καί τά ἀμέτρητα ξενύχτια μέ διάβασμα, οἱ διακρίσεις καί τά βραβεῖα δέν ἦταν γι’ αὐτήν. Ἴσως, θά ἔπρεπε νά διαγράψει καί τήν ἐλπίδα γιά σπουδές στό Πολυτεχνεῖο. Εἶχε κάποιο ταλεντάκι στή ζω-γραφική καί ἀρκετή φαντασία. Θά μποροῦσε, φοιτώντας σέ μιά ἰδιωτική Σχο-λή, νά γίνει μιά καλή γραφίστρια, μέ προοπτική νά δουλέψει στόν κλάδο τῶν διαφημίσεων.
Ὅμως, κάθε φορά πού τά σκεπτόταν αὐτά, ἕνα μικρό ἀλλά μυτερό ἀγκάθι λές καί τρύπωνε βαθειά μέσα της. Ἔβλεπε καί τόν ἑαυτό της ἀπέναντι, νά τῆς χαμογελᾶ εἰρωνικά καί νά τῆς λέει:
«Πᾶς νά ξεφύγεις πονηρούλα καί νά ξεχάσεις τό ὄνειρο πού σέ παιδεύει τίς νύχτες. Προσπαθεῖς νά τό καταχωνιάσεις στά ὑπόγεια τῆς ψυχῆς σου κι ὅλο καμώνεσαι πώς δέν ὑπάρχει. Ὅμως, ἀπό τήν ἡμέρα πού εἶδες τόν παππού σου νά δακρύζει, τό ξέρεις καλά πώς, τό ὄνειρο μένει ἐκεῖ, ξάγρυπνο».
***
Ἦταν ἀλήθεια. Τόν γεραρό, ἀλλά λεβέντη, παππού της ἡ Μαρίνα τόν λάτρευε. Ἡ σχέση τους εἶχε ἕναν, πολύτιμο γι’ αὐτήν, ἀλληλοσεβασμό καί μιά ζεστασιά πού τῆς ἔδινε μιά ἀπερίγραπτη αἴσθηση ἀσφαλείας. Ἀκόμα κι ὅταν - εὐτυχῶς σπανίως - τῆς ἔκανε κάποια παρατήρηση, ἡ Μαρίνα τήν δεχόταν χωρίς τίς συνηθισμένες, πρός τούς γονεῖς της, ἀντιδράσεις. Ἤξερε καλά καί τό εἶχε πιά ἐντελῶς παραδεχθεῖ μέσα της πώς, «ὁ παππούς εἶχε πάντα δίκιο καί... πολλή ἀγάπη».
Τήν ἡμέρα, λοιπόν, πού εἶδε τά μάτια του νά βουρκώνουν, καθώς παρακολουθοῦσε στήν τηλεόραση τίς μεγάλες ταραχές πού γίνονταν στό κέντρο τῆς Ἀθήνας, ἡ Μαρίνα ἀνησύχησε κι ἔτρεξε νά τόν ἀγκαλιάσει.
-Παππού, τί ἔπαθες; Τί έχεις;
Τήν κοίταξε μέ μάτια γεμάτα θλίψη. Προσπάθησε νά συγκρατήσει τήν τρεμούλα πού βασάνιζε τά χείλη του καί μέ φωνή ραγισμένη ψιθύρισε:
-Τί νἄχω παιδί μου; Βλέπω πού καῖνε τήν Σημαία μας καί καίγεται ἡ καρδιά μου. Πῶς ν’ ἀντέξω νά βλέπω αὐτό τό ἔγκλημα, ἐγώ πού, στήν ἡλικία σου, ματωμένος, κρατοῦσα ψηλά αὐτό τό ἱερό πανί στό κοντάρι μέ τόν σταυρό καί, μέσα στά χιόνια, ἔτρεχα κατά πάνω στόν εχθρό φωνάζοντας ΑΕΡΑ; Πῶς ν’ ἀντέξω; Μπορεῖ αὐτοί νά ὀνομάζονται Ἕλληνες; Μπορεῖ ν’ ἀγαποῦν τήν πατρίδα μας;
Αὐθόρμητα, ἡ Μαρίνα πῆγε νά τοῦ ἀπαντήσει ἐπαναλαμβάνοντας αὐτά πού ἔλεγαν μερικοί ἀπό τούς συμμαθητές της, ὅταν συζητοῦσαν γιά παρε-λάσεις καί ἄλλα «πατριωτικά». Ὅτι δηλαδή: «Αὐτές εἶναι παλιομοδίτικες καί ξεπερασμένες ἰδέες. Ἡ Σημαία δέν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπό ἕνα δίχρωμο πανί». Βλέποντας, ὅμως, τά δάκρυα πού κυλοῦσαν στά χλωμά του μάγουλα, κρατήθηκε.Τότε ἦταν πού ἐκεῖνος, σάν νά διάβασε τήν σκέψη της, τῆς εἶπε τόν λόγο πού σφράγισε τήν ψυχή της.
-Ἐμεῖς, Μαρίνα μου, κάποτε, σ’ αυτό τό πανί ὁρκιζόμασταν. Καί πιστεύ-αμε ὅτι τήν Σημαία ἀξίζει νά τήν κρατοῦν στά χέρια τους ἐκεῖνοι πού εἶναι ἕτοιμοι ἀκόμα καί να πεθάνουν γι’ αὐτήν. Ἄς ἦταν, παιδί μου, ν’ ἀξιωνόμουν μιά μέρα νά σέ δῶ ἐσένα σημαιοφόρο, νά κρατᾶς στά χέρια σου τήν Γαλα-νόλευκη, αὐτό τό ἱερό – ξαναλέω - σύμβολο τῆς ἀγαπημένης μας πατρίδας, καί νά πῶ τό «Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλον Σου...».
Ἡ Μαρίνα θυμᾶται ὅτι εἶχε παγώσει. Ποτέ ἄλλοτε ὁ ἀγαπημένος της παππούς δέν τῆς εἶχε μιλήσει ἔτσι. Ποτέ δέν τῆς εἶχε κάνει παρατήρηση, ἀλλά οὔτε κἄν ὑπαινιγμό, γιά τούς βαθμούς της, σεβόμενος τήν εὐαισθησία της. Τώρα ὅμως; Τί λόγια βγῆκαν ἀπό τήν καρδιά του; Πόσο θἄθελε νά μποροῦσε νά πραγματοποιήσει τήν ἐπιθυμία του. Πόσο... Ξεροκατάπιε. Ἔσκυψε κι ἀκούμπησε τό κεφάλι της στά γόνατά του σιωπηλή, γιατί ἤξερε καλά πώς ποτέ δέν θά γινόταν αὐτή σημαιοφόρος σέ μιάν Ἐθνική Γιορτή.
Βάλθηκε, ὅμως, ἀπό τότε - γιά χατίρι τοῦ παπποῦ ἄραγε ἤ ἀπό μιά δική της κρυφή φιλοδοξία πού ξύπνησε ξαφνικά; - νά κάνει μιάν ἀποφασιστική προσπάθεια γιά νά βελτιώσει τίς ἐπιδόσεις της στά μαθήματα. Καί ἡ ἀλήθεια ἦταν ὅτι, ἀπό τό 13 πού εἶχε βγάλει στό Α’ Δίμηνο, ὡς Μέσον Ὅρο Βαθμο-λογίας, κατάφερε, στό τέλος Φεβρουαρίου, στό Γ’ Δίμηνο, νά ξεπεράσει τό 17, εἰσπράττοντας πολύ ἐπαινετικά σχόλια, τόσο ἀπό τούς γονεῖς της, ὅσο καί ἀπό τούς καθηγητές της καί τόν Διευθυντή. Ἀλλά καί στά μάτια τοῦ παπποῦ - δέν εἶχε κάνει λάθος - διάβασε μιά σιωπηλή ὁλόθερμη ἐπιδοκιμασία.
Ὡστόσο, ἦταν ἐντελῶς ἀδύνατον νά συναγωνιστεῖ τούς πέντε καλύ-τερους μαθητές τῆς Τάξεως, πού ἔβγαζαν συνέχεια Μέσον Ὅρο πάνω ἀπό 19. Πῶς, λοιπόν, νά ὀνειρευτεῖ καί νά ἐλπίσει ὅτι θά μποροῦσε νά γίνει αὐτή σημαιοφόρος στήν Γιορτή τῆς 25ης Μαρτίου, πού ἦταν καί ἡ τελευταία γιά τήν σχολική της ζωή;
«Καημένε παππού», σκεπτόταν. «Καλύτερα νά μήν ἔρθεις φέτος στήν Γιορτή κι ἄς εἶναι ἡ τελευταία μου. Συμμετέχω, βέβαια, στό μικρό δρώμενο πού ἑτοιμάζουμε. Ὅμως...,τήν Σημαία δέν θά τήν κρατήσω ἐγώ. Νἄξερες πόσο λυπᾶμαι...».
***
Μιά ἑβδομάδα πρίν ἀπό τήν Ἐθνική Γιορτή, ὁ Σύλλογος τῶν Καθηγη-τῶν συνεδρίασε ἐκτάκτως. Εἶχαν, μόλις, πληροφορηθεῖ ὅτι, ἡ πρώτη μαθή-τρια, ἡ ὁποία, κατά παράδοση, ἔπρεπε νά εἶναι ἡ σημαιοφόρος, θά ἔλλειπε τήν ἡμέρα τῆς Γιορτῆς. Ἔδινε κάποιες ἐξετάσεις γιά νά γίνει δεκτή γιά σπουδές σ’ ἕνα ξένο Πανεπιστήμιο.
Κατά τήν συζήτηση πού ἔγινε σχετικά μέ τό ποιός θά τήν ἀντικα-θιστοῦσε ὡς σημαιοφόρο, ὁ Διευθυντής πρότεινε νά εἶναι ὁ μαθητής ἤ ἡ μαθήτρια πού εἶχε τήν ἀμέσως χαμηλότερη βαθμολογία. Παρενέβη ὁ νεαρός Γυμναστής καί ὑποστήριξε ὅτι, μᾶλλον, θά ἦταν καλύτερα νά ἐπιλεγεῖ αὐτός ἤ αὐτή πού εἶχε τό καλύτερο παράστημα καί μποροῦσε νά σηκώσει μέ λεβεντιά τήν Σημαία. Ἡ Ὑποδιευθύντρια, ὅμως, διεφώνησε, θεωρώντας ὅτι τό κριτήριο αὐτό δέν εἶχε ἐκπαιδευτικό περιεχόμενο καί σ’ αὐτό συμφώνησαν οἱ περισσό-τεροι καθηγητές. Τότε, μιά νεοδιορισμένη φιλόλογος, ἡ ὁποία εἶχε δείξει ἐξαιρετικό ζῆλο στήν δουλειά της, ζήτησε, δειλά, τόν λόγο καί εἶπε:
-Ἄς κάνουμε κάτι λίγο ἀσυνήθιστο ἀλλά, κατά τήν γνώμη μου, πολύ ὠφέλιμο γιά τά παιδιά. Ἄς δώσουμε τήν Σημαία σέ ὅποιον, μέ ἀντικειμενικά κριτήρια, ἀπό τήν ἀρχή τοῦ χρόνου μέχρι σήμερα, ἔκανε τήν μεγαλύτερη προσπάθεια βελτίωσης στήν ἐπίδοσή του. Ἔτσι, θά ἀναδείξουμε τήν σημασία τῆς οὐσιαστικῆς, γιά κάθε ἄνθρωπο, προσπάθειας γιά αὐτοβελτίωση. Καί τά παιδιά θά καταλάβουν ὅτι, τελικῶς, ἀναγνωρίζεται καί ἐπιβραβεύεται ἡ ἀπόφασή τους νά βάζουν ὡραίους στόχους καί νά δίνουν τόν ἀγώνα τόν καλό γιά νά τούς πετύχουν.
Ἡ πρόταση, πού στήν ἀρχή τούς ξάφνιασε, μετά ἀπό ζωηρή συζήτηση, ἔγινε τελικῶς δεκτή ἀπό ὅλους, μέ φανερή ἱκανοποίηση.
***
Ἔτσι, ἡ Μαρίνα, ξαναεῖδε τόν παππού της νά δακρύζει, ὅταν πέρασε ἀπό μπροστά του καμαρωτή, κρατώντας ψηλά τήν Γαλανόλευκη. Αὐτήν τήν φορά ὅμως, τά δάκρυά του ἦταν ἀπό χαρά.
Τότε, τήν καρδιά της πού, ἀσυγκράτητη, πήγαινε νά σπάσει στό στῆθος της φωνάζοντας, θαρρεῖς, «Σ’ εὐχαριστῶ παππού», τήν πλημμύρισε ἕνα πρω-τόγνωρο συναρπαστικό συναίσθημα. Νά ἦταν αὐτό πού ἁπλᾶ ὀνομάζουμε θάρρος ἤ, μήπως, αὐτοπεποίθηση; Ποιός νά ξέρει;
Πάντως, τόν ἑπόμενο χρόνο, ἡ Μαρίνα γιόρτασε πανηγυρικά αὐτήν τήν Ἐθνική μας Γιορτή, ὡς πρωτοετής φοιτήτρια στήν Σχολή Ἀρχιτεκτόνων τοῦ Πολυτεχνείου.