
Τα γνωρίσαμε 10 ή ακόμη και 20 χρόνια μετά στην Ελλάδα. Αλλά στοιχειώνουν ακόμη το γέλιο μας. Καθιέρωσαν το χιούμορ «της ατάκας» που επηρέασε τον τρόπο τηλεοπτικής γραφής σε ολόκληρο τον κόσμο. Υπήρξαν δημιουργήματα συγγραφέων που, ψυχανεμιζόμενοι τους καιρούς, άλλαξαν τα σενάρια, κι αλλάζοντας τα σενάρια άλλαξαν τους σταρ. Κι αλλάζοντας τους σταρ αλλάξαν και το κοινό τους. Ή συνέβη το αντίθετο ακριβώς. Το κοινό (αυτό το -εύθραυστο, ποδηγετούμενο κι όμως απρόβλεπτο την ίδια ώρα-μεταβαλλόμενο κοινωνικό υποκείμενο) άλλαξε τους σταρ, κι οι σταρ το ανταπέδωσαν καθρεφτίζοντας το κοινό τους.
…Σε γενικές γραμμές (και παρά τις εξαιρέσεις) εάν την εποχή του 30 η απάντηση στον ζόφο του κραχ υπήρξε το ‘γκλάμουρ’ και η δημοτικότητα πήγαζε από το απρόσιτο, από το μυθικό, εάν στο 50 η απάντηση στο θανατικό του πολέμου υπήρξε η αναπλήρωση των χαμένων ζωών κι άρα η ρωμαλέα για τους άνδρες και η χυμώδης για τις γυναίκες εμφάνιση και η δημοτικότητα προερχόταν από την μετουσίωση των θεών της γονιμότητας -Άνδρες Άμωνες και Δάμιες γυναίκες- στους σταρ της εποχής, από το 70 και μετά το σκηνικό άρχισε σιγά σιγά να αλλάζει. Η εποχή των κοινωνικών κινημάτων και της κοινωνικοπολιτικής αφύπνισης που άλλαξε την έννοια του ήρωα γειώνοντάς την στα μέτρα του καθημερινού ανθρώπου, όπως και η διασπορά μιας συσκευής μικρότερης από το σώμα μας κι άρα στα μέτρα του καθενός και της καθεμιάς μας, της τηλεόρασης, δημιούργησε και πριμοδότησε την τάση για μια δημοτικότητα στην οποία ο καθένας κι η καθεμιά θα έβλεπε τον εαυτό του.
(Τα αστυνομικά σήριαλ των υπερηρώων και των σήριαλ κίλλερ, σύμβολα μιας κοινωνίας ασθματικής που αναζητά την λύτρωση σήμερα, δλδ 20 χρόνια μετά, δεν είχαν ακόμη γίνει τηλεοπτικές ναυαρχίδες, παρά την πρωτόλεια ύπαρξη τους.)
Τα σήριαλ της εποχής καθρέφτιζαν αυτήν την νέα επικοινωνιακή και κοινωνική συνθήκη της εποχής. Κι όταν αυτό ωρίμασε αρκετά μέσα από διαδρομές που θα έκαναν τεράστιο σε έκταση το άρθρο, μερικά εμβληματικά σήριαλ γεννήθηκαν. Ήμασταν πια σα μέσα της δεκαετίας του 80, και οι σταρ ήταν οι ήρωες της διπλανής πόρτας όπως ποτέ πριν. Κι όπως ποτέ μετά.
Μέσα σε αυτό το κλίμα δυο εμβληματικά παραδείγματα δημιουργήθηκαν. Τα ‘Χρυσά Κορίτσια’ και το ‘Παντρεμένοι με Παιδιά’. Το πρώτο, το ‘Goldren Girls’, δημιουργημένο από την Susan Harris πρωτοβγήκε στον αέρα τον Σεπτέμβρη του 1984 και κρατήθηκε στην 1η δεκάδα ως τον Μάιο του 1992, σε ένα «επικό» επεισόδιο που παραμένει ακόμη από τα δημοφιλέστερα στην ιστορία του θεάματος.
Οι ηρωίδες του, 4 ώριμες γυναίκες (η μονίμως ξαναμμένη χήρα Μπλανς, που βάζει και την αρχική αγγελία σε ένα μανάβικο του Μαϊάμι, η γλυκιά μα χαζή Μπέατρις, η ευαίσθητη κυνική Ντόροθι, και η ξεκαρδιστικά απροσάρμοστη Σικελή «μαφιόζα» μητέρα της, η Σοφία) που αποφασίζουν να πάρουν την ζωή στα χέρια τους και να συγκατοικήσουν εξαιτίας της μοναξιάς και της οικονομικής κρίσης, παιγμένες από τις εξαιρετικές και εκτός πλατό δεμένες Beatrice Arthur, Betty White (ναι, αυτήν), Rue McClanahan και Estelle Getti έγραψαν με τις άλλοτε χαριτωμένες, άλλοτε βιτριολικές ατάκες τους ιστορία αλλάζοντας βαθιά το τηλεοπτικό τοπίο και τον τρόπο που κατέγραφε μέχρι τότε την γυναικεία παρουσία.
Κερδίζοντας την αγάπη κοινού και κριτικής και σαρώνοντας τα βραβεία η σειρά άντεξε για 7 σεζόν κυοφορώντας τα απόνερα των θεματικών κινημάτων του 60 κρυμμένα πίσω από πανέξυπνο κοφτερό χιούμορ και καθόλου διδακτισμό, αλλά στη νέα σκληρή (κοινωνικά και τηλεοπτικά) εποχή που ανέτειλε, αυτήν του 90, δεν είχαν θέση.
Η ευρηματικότητα του χιούμορ που εκτείνεται σε ένα εύρος από την κοινωνική κριτική έως και τον κυνισμό, η πρόταση εναλλακτικών μορφών συγκατοίκησης (που θα σπάσουν όταν ο Λέσλι Νίλσεν-ναι αυτός!- θα παντρευτεί την Ντόροθι ώστε το σήριαλ να τελειώσει) με χαρακτηριστικό το τραγούδι Thank you for being a Friend, έχουν στοιχειώσει την φαντασία των τηλεθεατών και μάλιστα έχει επισημανθεί από ιστορικούς του θεάματος γιατί τα Χρυσά Κορίτσια ξαναανακαλύπτονται στις αρχές της νέας χιλιετίας.
Το δεύτερο, το Married with Children,δημιουργημένο από τους Michael G. Moye and Ron Leavitt, βγήκε στον .αέρα στις 5 Απρίλη του 1987. Η σειρά είχε ως πρωταγωνίστριες δυο οικογένειες σε ένα προάστιο του Σικάγο: Τον Άλ Μπάντι (Ed O’ Neill), του οποίου η μοναδική επιτυχία ήταν πως έπαιξε Αμερικάνικο ποδόσφαιρο στο γυμνάσιο, την ανεπρόκοπη, πονηρούλα γυναίκα του Πέγκυ (Katey Sagal), την ηλίθια μα όμορφη κόρη Κέλυ (Amanda Bearse), τον έξυπνο μα άσχημο γιο Μπαντ (David Garrison) που δεν μπορεί να βρει να… συνουσιαστεί και έναν τεράστιο μπουνταλά σκύλο. Η οικογένεια αυτή που δρα ως η κυρίως πρωταγωνίστρια, πλαισιώνεται από «τους διπλανούς», ένα ζευγάρι αποτελούμενο από τον νεόπλουτο Στηβ (David Faustino) και την «άσχημη φεμινίστρια» γυναίκα του Μάρσι (Christina Applegate), που αργότερα θα χρησιμοποιήσει τα λεφτά της για ξαναπαντρευτεί τον ηλίθιο κούκλο (και όμως και οικονομικό εγκληματία! για να ανέλθει γρήγορα λολ) Τζέφερσον (Ted McGinley).
H σειρά συνομιλεί με ό,τι συνέβη την προηγούμενη εποχή μέσα από ένα πανέξυπνο, κι εντελώς ποταπό «κόλπο». Αναπαράγει όλα τα καθησυχαστικά για μια αναστατωμένη κοινωνία (που βάδιζε ήδη προς την επανασυντηρητικοποίησή της) στερεότυπα, και χρησιμοποιεί πάνω απ’ όλα την φιγούρα ενός φουκαρά ήρωα όχι απλώς μη γκλαμουράτου αλλά τόσο ‘χώμα’ ώστε σε σύγκριση με τον οποίον ο μέσος τηλεθεατής μπορούσε να νιώσει ανώτερος, και όμως ταυτιζόμενος σε έναν βαθμό με τα βάσανα του. Τον Αλ, τον πωλητή παπουτσιών σε υπέρβαρες γυναίκες, τον ξεζουμίζουν όλοι. Ακόμη κι ο σκύλος… Μόνη του χαρά να πηγαίνει με τους άλλους «χαμένους», τους φίλους του, στα Hooters, το μπαράκι «με τα ξώβυζα» και να θυμάται το ποδόσφαιρο.
Η σειρά όπως και τα Χρυσά κορίτσια, αποτελεί ‘αδαμαντωρυχείο’ για να καταγράψεις κάποιες από τις δυναμικές μιας ολόκληρης εποχής, από την σκοπιά κυρίως του βιοπαλαιστή άνδρα, δημιούργησε φράσεις που απέδρασαν από τα στούντιο και πέρασαν στην κοινωνία, το τραγούδι Love and Marriage παραμένει ακόμη ένας καυστικός ύμνος για τους δυστυχείς αν κι αγαπημένους στο βάθος παντρεμένους (aren’t the most of us?) ενώ έχει ενεργή βάση θαυμαστών στα κοινωνικά μέσα, αφού κάποια από τα τηλεοπτικά 80ς για κάποιους λόγους φαντάζουν και πάλι γοητευτικά, συνομιλώντας με την κοινωνία.
«Ένα καλό γέλιο θεραπεύει πολλούς πόνους», έγραψε η Madeleinel Engle. Και προφανώς, ξεκαρδιστικές, «απροσάρμοστες» σειρές όπως οι παραπάνω με τα συν και τα πλυν τους (ιδίως η 2η) καθώς επαναανακαλύπτονται από την κοινωνία, δείχνουν να θεραπεύουν πόνους όχι μόνο προσωπικούς…
https://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/ta-xrysafenia-tileoptika-80s-allazontas-stariliki-gia-panta