Καμπάνα κινδύνου χτύπησε του Γραφείο Παρακολούθησης Προϋπολογισμού της Βουλής, με έκθεση υπό τον τίτλο «Το δημόσιο χρέος μετά το τέλος του "μνημονίου"», στην οποία υιοθετεί πλήρως την άποψη ότι με τη λήξη του μνημονίου και ειδικότερα από το β΄ εξάμηνο του 2014, η χώρα θα βρεθεί αντιμέτωπη με χρηματοδοτικό κενό και δεν θα είναι σε θέση να καλύψει τις υποχρεώσεις της προς πληρωμή των τόκων για τα δάνεια που έχει λάβει.
Όπως αναφέρεται, το πρωτογενές πλεόνασμα δεν θα επαρκεί για την πληρωμή των τόκων, εξηγώντας ότι το πολυσυζητημένο δημοσιονομικό κενό συνίσταται στη διαφορά μεταξύ τόκων και πρωτογενούς πλεονάσματος.
Επίσημα το «δημοσιονομικό κενό» υπολογίζεται με βάση την τρέχουσα πολιτική προσαρμογής. Αν η τελευταία αλλάξει, π.χ. αν αυξηθούν οι κοινωνικές δαπάνες, τότε ceteris paribus το κενό γίνεται μεγαλύτερο και μαζί του οι δανειακές ανάγκες.
Το ίδιο ισχύει, σύμφωνα με την έκθεση, αν υπάρξει υστέρηση των φορολογικών εσόδων.
Το ΔΝΤ προβλέπει ένα «δημοσιονομικό κενό» 4,4 δις ευρώ προς τα τέλη 2014 και επιπλέον 6,5 δις ευρώ το 2015, συνολικά 11 δις ευρώ.
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, «η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ότι το κενό είναι μικρότερο, ελπίζοντας ότι θα πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα 2,83 δις ευρώ. Όπως και να διαμορφωθεί τελικά, το «κενό» θα πρέπει να καλυφθεί, πράγμα που μπορεί να γίνει με νέο δανεισμό, μείωση των επιτοκίων και νέα μέτρα ή με έναν συνδυασμό όλων αυτών, ενώ η κυβέρνηση αποκλείει νέα μέτρα.
Σημειώνεται ότι το «κενό» διευρύνεται αν προσθέσουμε τις δαπάνες πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρεών και σ’ αυτήν την περίπτωση μετονομάζεται σε «χρηματοδοτικό κενό».
Η Ελλάδα, αναφέρεται στην έκθεση, δεν θα είναι εύκολο να δανεισθεί με λογικούς όρους από τις αγορές για να καλύψει το κενό αυτό, δηλαδή να πληρώσει τους τόκους και να αποπληρώσει ληξιπρόθεσμα δάνεια.
Υπογραμμίζεται επίσης ότι «μια συμφωνία για νέα δάνεια στήριξης ή και άλλες διευκολύνσεις (μείωση επιτοκίων κλπ) είναι η πιθανότερη λύση με τα σημερινά δεδομένα. Προβλέπονται άλλωστε στη δήλωση της Ευρωομάδας. Επίσης και συναφώς, η ελληνική πλευρά εξετάζει το ενδεχόμενο να καλύψει μέρος του δημοσιονομικού κενού με διάφορους τρόπους εκτός δανεισμού από τους εταίρους, ένας από τους οποίους είναι η προσφυγή στις "αγορές". Η τρόικα για τους δικούς της λόγους την παρακινεί προς αυτή την κατεύθυνση».
Ωστόσο, το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, εκτιμά ότι «μια νέα δανειακή σύμβαση για το κλείσιμο του δημοσιονομικού κενού δίνει μόνον προσωρινή λύση για ένα - δύο χρόνια και αναβάλλει την αντιμετώπιση του μείζονος προβλήματος που είναι ο όγκος του δημοσίου χρέους της χώρας».
Για την επεξεργασία των προτάσεών του, το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής λαμβάνει ως βασική παραδοχή ότι «το χρέος (και ο λόγος χρέους) δεν πρόκειται να τεθεί σε τροχιά μείωσης και να γίνει "βιώσιμο" ως το 2020 ή 2022 αποκλειστικά με εθνικές προσπάθειες αποταμίευσης (=δημιουργίας πρωτογενών πλεονασμάτων και ιδιωτικοποιήσεις), χωρίς οποιαδήποτε αναδιάρθρωση (=νέο "κούρεμα") ή και αναδιάταξη (=επιμήκυνση των περιόδων αποπληρωμής χρεών) και άλλες διευκολύνσεις».
Σύμφωνα με την έκθεση «η εξυπηρέτηση του χρέους ώστε να γίνει βιώσιμο μόνο με τις δικές μας δυνάμεις προϋποθέτει έναν συνδυασμό ρυθμών μεγέθυνσης και πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια που όμως δεν είναι ρεαλιστικό να υποθέσουμε ότι θα επιτευχθούν. Θα προϋπέθετε επίσης δυνατότητα αναχρηματοδότησης από τις αγορές με ανεκτούς όρους».
Η έκθεση καταλήγει, παραθέτοντας εναλλακτικά σενάρια για τη μείωση του χρέους, συμπεριλαμβανομένων της μείωσης επιτοκίων και επέκτασης χρονικής διάρκειας, της αμοιβαιοποίησης μέρους του χρέους (ευρωομόλογα) και της διαγραφής μέρους αυτού.
Στο μεταξύ, όπως έγινε γνωστό, μέχρι το τέλος του έτους θα πρέπει να έχουν παραδοθεί οι προτάσεις του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) και του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, για την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει η ελληνική οικονομία.
Τα πρώτα στοιχεία των εν λόγω μελετών έχουν ήδη αποσταλεί στα αρμόδια όργανα προς επεξεργασία, ενώ τα τελικά αναμένεται να παραδοθούν μέχρι το τέλος του έτους οπότε και θα αξιοποιηθούν για την επάνοδο της εθνικής οικονομίας σε βιώσιμη αναπτυξιακή τροχιά.
Έγγραφο του υπουργού Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα, που διαβιβάστηκε στη Βουλή, υπενθυμίζει ότι με πρωτοβουλία των υπουργείων Οικονομικών και Ανάπτυξης ανατέθηκαν στο ΚΕΠΕ και στον ΙΟΒΕ, μελέτες με στόχο την ανάδειξη προτάσεων για την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει η ελληνική οικονομία μεσο-μακροπρόθεσμα και τη συμβολή του κράτους στην πορεία αυτή.
Όπως εξηγεί ο υπουργός Οικονομικών, οι μελέτες αυτές αναμένεται, μεταξύ άλλων, να επισημάνουν τους κλάδους που μπορούν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην επάνοδο της εθνικής οικονομίας σε βιώσιμη αναπτυξιακή τροχιά, να καταδείξουν τις πιθανές δημόσιες πολιτικές που μπορούν να συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση και να συμβάλουν στη βελτιστοποίηση της αξιοποίησης των αναπτυξιακών εργαλείων που έχει στη διάθεσή του το κράτος, όπως το ΕΣΠΑ, ο αναπτυξιακός νόμος, το ΕΤΕΑΝ καθώς και άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία. Επιπλέον, η μελέτη θα καταδείξει τα διοικητικά εμπόδια που πιθανώς δημιουργούν πρόβλημα στις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα, ώστε να προχωρήσει μια συντονισμένη προσπάθεια άρσης τους.
Το έγγραφο του κ. Στουρνάρα, διαβιβάστηκε στη Βουλή μετά από ερώτηση των βουλευτών της ΔΗΜΑΡ Νίκου Τσούκαλη, Ασημίνας Ξηροτύρη και Δημήτρη Αναγνωστάκη με την οποία είχαν ζητήσει να ενημερωθούν σε ποια φάση βρίσκεται η εκπόνηση του δεκαετούς αναπτυξιακού πλάνου και πότε θα ολοκληρωθεί η σχετική επεξεργασία από τα αρμόδια κυβερνητικά όργανα ώστε να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση.
«Ζητούμενη από την αρχή της κρίσης και μάλιστα ως το σοβαρότερο διαπραγματευτικό όπλο στα προγράμματα σταθεροποίησης της τρόικα, θα έπρεπε να είναι ένα στρατηγικό αναπτυξιακό πλάνο της χώρας» ανέφεραν οι βουλευτές στην ερώτησή τους σημειώνοντας ότι «αυτό πρέπει να αξιοποιεί και τη γνώση των αρμόδιων υπουργείων και φορέων και μελέτες κέντρων προγραμματισμού».
Η αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ
Η σημερινή δημοσίευση της μελέτης του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής σχετικά με το δημόσιο χρέος, έρχεται να επιβεβαιώσει, από την μία, την κριτική που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ στην ακολουθούμενη μνημονιακή πολιτική της κυβέρνησης Σαμαρά και των προκατόχων του, αλλά κυρίως αναδεικνύει την οικονομική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τη διέξοδο από την κρίση χρέους ως τη μόνη ρεαλιστική, ανέφερε σε ανακοίνωσή του ο βουλευτής του κόμματος Ευκλείδης Τσακαλώτος. Και συνεχίζει:
Πριν λίγο καιρό αποτελούσε κοινό μυστικό ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν θα μπορούσε να καταστεί βιώσιμο. Αυτό το «κοινό μυστικό» πλέον αποτελεί μία γενική παραδοχή στην οποία συμφωνούν ακόμα και αυτοί που τότε μας κατηγορούσαν ως «Κασσάνδρες».
Όπως σωστά εκτιμά το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, ένα πρόγραμμα επιμήκυνσης του χρέους και μείωσης επιτοκίων, ενώ θα ελάφρυνε τα βάρη, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να δώσει λύση στο πρόβλημα.
Η μόνη ρεαλιστική και βιώσιμη λύση είναι η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους, όπως έχει προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2010, σε συνδυασμό με την επίλυση του προβλήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σήμερα το προτείνει και το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής. Από ότι φαίνεται ο κύκλος των «ανεύθυνων», κατά την κυβέρνηση, επεκτείνεται επικίνδυνα και στο τέλος την οικονομική πρόταση του κ. Σαμαρά θα την υπερασπίζονται μόνο οι ευνοούμενοί του.
Ελπίζουμε το ανεξάρτητο Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής να συνεχίσει να λειτουργεί και μετά τη δημοσίευση αυτής της έκθεσης, καταλήγει ο κ. Τσακαλώτος.
Δηλώσεις Ρέγκλινγκ
Όταν το τρέχον πρόγραμμα στήριξης ολοκληρωθεί, στα μέσα του 2014, η Ελλάδα πιθανόν να χρειαστεί «συνέχεια της βοήθειας από τους φίλους της», δήλωσε ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθεροποίησης (ΕΜΣ-ESM) Κλάους Ρέγκλινγκ και διευκρίνισε ότι η περίπτωση ομολόγου 50ετούς διάρκειας δεν έχει συζητηθεί σε καμία συνάντηση, επισημαίνοντας ότι η ωρίμαση για την Ελλάδα μέσω του ΕΜΣ είναι ήδη στα 30 χρόνια.
Μιλώντας σε εκδήλωση που διοργάνωσαν στη Νέα Υόρκη το Αμερικανικό Συμβούλιο για τη Γερμανία, το Συμβούλιο για τις ΗΠΑ και την Ιταλία και το Γαλλο-αμερικανικό Ίδρυμα της Νέας Υόρκης, ο κ. Ρέγκλινγκ, σύμφωνα με δημοσίευμα της ειδησεογραφικής ιστοσελίδας του Γερμανικού Χρηματιστηρίου, εξέφρασε την εκτίμηση ότι «η κρίση δεν έχει τελειώσει, αλλά έχουμε διανύσει περισσότερο από τη μισή διαδρομή».
Αναφέρθηκε δε σε θετικά σημάδια για τη στρατηγική του ΕΜΣ στην ευρωζώνη, η οποία, όπως είπε, «λειτουργεί» και έκανε λόγο για «χειροπιαστά αποτελέσματα μεταξύ των χωρών που λαμβάνουν βοήθεια», αλλά και για ανταμοιβή από τις αγορές. «Η Ιρλανδία και η Πορτογαλία επέστρεψαν στις αγορές την περασμένη άνοιξη, με 10ετή ομόλογα σε πολύ αποδεκτές τιμές, στοιχείο που αποτελεί σημαντικό ορόσημο προκειμένου να δοκιμάσουμε εάν μια χώρα ανακτά την πρόσβασή της στις αγορές», δήλωσε ο Γερμανός παράγοντας και προσέθεσε ότι χάρη στον ΕΜΣ, η Ισπανία κατόρθωσε να διατηρήσει απόλυτη πρόσβαση στην ρευστότητα. «Έως το τέλος του χρόνου το πρόγραμμα για τον οικονομικό τομέα της Ισπανίας θα έχει ολοκληρωθεί και δεν έχω λόγους να πιστεύω ότι η Ισπανία θα χρειαστεί περαιτέρω βοήθεια», δήλωσε. Όσον αφορά την Ιρλανδία, ο επικεφαλής του ΕΜΣ δήλωσε ότι με το τέλος του προγράμματός της στο τέλος Δεκεμβρίου ο Μηχανισμός συζητά το «ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να είναι επιτυχής η επιστροφή στις αγορές».
Σχετικά με τη ρύθμιση των αγορών, ο κ. Ρέγκλινγκ τόνισε την ανάγκη η αγορά να αυξάνει και να μειώνει η ίδια τα «σπρεντ» των χωρών της ευρωζώνης. «Είναι τρομακτικό σήμερα να θυμόμαστε ότι το φθινόπωρο του 2009 η Ελλάδα πλήρωνε σχεδόν το ίδιο με τη Γερμανία -μόνο 30 μονάδες βάσης περισσότερο για το δεκαετές ομόλογο- παρά το γεγονός ότι πολλές αδυναμίες της ήταν ήδη γνωστές», επισήμανε και προσέθεσε ότι «ο ανεπαρκής προσδιορισμός τιμών στη βάση αυτών των αδυναμιών στοιχειοθετεί ένα θεαματικό παράδειγμα αποτυχίας των αγορών». Κληθείς μάλιστα να εξηγήσει την τοποθέτησή του περαιτέρω, σημείωσε ότι θα ήθελε να δει «κάποια σπρεντ χαμηλότερα από ό,τι είναι σήμερα, αλλά υψηλότερα από ό,τι πριν από την κρίση».
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικώς με το εάν ο ΕΜΣ διαθέτει επαρκή ρευστότητα προκειμένου να καθησυχάσει μια κρίση που θα αφορά μεγαλύτερες χώρες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, ο Κλάους Ρέγκλινγκ εξήγησε πως δεν θεωρεί ότι θα χρειαστεί να αντιμετωπιστεί τέτοιο ζήτημα με την Ισπανία ή την Ιταλία. «Σε κάθε περίπτωση πάντως τονίζω ότι η εναπομείνασα δυνατότητα δανεισμού του ΕΜΣ είναι μεγαλύτερη από τις ανάγκες έκδοσης ετήσιων ομολόγων και των δύο χωρών», διευκρίνισε. Όσον αφορά τη συνολική πορεία της ευρωζώνης, ο επικεφαλής του ΕΜΣ ανέφερε ότι «σημαντικές προκλήσεις παραμένουν» και προσέθεσε ότι «η κρίση δεν έχει τελειώσει, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε κανείς να πει ότι έχουμε διανύσει περισσότερο από τη μισή διαδρομή».