Σαββατοκύριακo
4-5  Απριλίου 2020
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3485RSS FEED
Επιτάχυνση ζητά το ΔΝΤΠέφτουν οι τόνοι, τα σπρεντ, αλλά και το ΑΕΠ
28/02/2014

Να κατεβάσει τους τόνους όσον αφορά στην ένταση και στις διαφωνίες με την ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε χθες ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Τζέρι Ράις, κατά την καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου, στα γραφεία του Ταμείου στην Ουάσιγκτον.

Ο κ. Ράις εξέφρασε την ελπίδα ότι η παρούσα θα είναι η τελευταία αποστολή της τρόικας, μέσα στο πλαίσιο της πέμπτης αξιολόγησης του οικονομικού προγράμματος της Ελλάδας.

Ωστόσο, υπογράμμισε ότι το ΔΝΤ ανησυχεί για τις «καθυστερήσεις» των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και ότι οι συζητήσεις επικεντρώνονται στον τρόπο που η ελληνική κυβέρνηση θα μπορέσει να επιτύχει την «επιτάχυνση των προσπαθειών».

Ο κ. Ράις απέφυγε να αναφερθεί στο περιεχόμενο των συζητήσεων που πραγματοποιούνται στην Αθήνα μεταξύ της τρόικας και των ελληνικών αρχών και οι οποίες αναμένεται να διαρκέσουν δυο εβδομάδες.

Σχετικά με τα επίδικα της διαπραγμάτευσης θέματα, ο εκπρόσωπος του Ταμείου υπογράμμισε ότι «πρέπει να επιλυθούν κάποια ζητήματα, αλλά στόχος του Ταμείου είναι η επίτευξη συμφωνίας».

Όσον αφορά στο «χρηματοδοτικό κενό», υποστήριξε ότι είναι νωρίς να μπει σε λεπτομέρειες, προσθέτοντας ότι προς αυτή την κατεύθυνση θα διαδραματίσουν ρόλο μια σειρά θεμάτων, όπως είναι το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων.

Τέλος, ο κ. Ράις δεν θέλησε να σχολιάσει τα δημοσιεύματα της εφημερίδας «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» ότι το ΔΝΤ εκτιμά πως οι κεφαλαιακές ανάγκες των ελληνικών τραπεζών ανέρχονται σε 20 δισεκατομμύρια ευρώ, περιοριζόμενος να πει ότι ο τραπεζικός τομέας είναι «μέρος της αξιολόγησης» και «των συζητήσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη».

Στο μεταξύ, κάτω από το ψυχολογικό όριο του 7% υποχώρησε χθες η απόδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου στη δευτερογενή αγορά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Bloomberg, η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου στη δευτερογενή αγορά κυμαινόταν στο επίπεδο του 6,90%, περίπου όσο ήταν τον Απρίλιο του 2009.

Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στο θετικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί, τόσο στην ελληνική αγορά, όσο και στις υπόλοιπες περιφερειακές αγορές του Νότου, αλλά και στο γεγονός ότι οι επενδυτές φαίνεται να προεξοφλούν ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών θα διαμορφωθούν σε διαχειρίσιμο επίπεδο.

Στο θέμα των κρατικών ομολόγων αναφέρθηκε και η γερμανική εφημερίδα «Ντι Βελτ», σημειώνοντας πως ύστερα από χρόνια έντονης ζήτησης, ξαφνικά οι επενδυτές δεν δείχνουν ενδιαφέρον για τα κρατικά ομόλογα της Γερμανίας.

Στο άρθρο σημειώνεται πως για πρώτη φορά ο κ. Σόιμπλε δείχνει να αντιλαμβάνεται το πώς οι ομόλογοί του από την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα, ένιωθαν κατά τη διάρκεια της κρίσης, καθώς ξαφνικά τα γερμανικά κρατικά ομόλογα πωλούνται με τον ίδιο ρυθμό. Για δεύτερη φορά μέσα σε μία εβδομάδα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έχει βρει αρκετούς αγοραστές για το χρέος της.

Με την αποκλιμάκωση των spreads των ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών και των πορτογαλικών, γεννάται η προσδοκία στους θεσμικούς επενδυτές για την επάνοδο της Ελλάδας στις αγορές, καθώς το δεκαετές ομόλογο αυτή την εβδομάδα υποχώρησε κατά 7,2%, φτάνοντας στα επίπεδα του Απριλίου του 2010, λίγο πριν την απόφαση των ευρωπαϊκών χωρών να εντάξουν τη χώρα στο μνημόνιο και να της παρέχουν οικονομική βοήθεια ύψους 750 δις ευρώ. Τότε, οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων είχαν πέσει για τελευταία φορά περίπου στο 7%.

Η πτώση του ΑΕΠ

Κάτω από το 75% του μέσου κοινοτικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ βρίσκονταν το 2011 εννέα ελληνικές περιφέρειες, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας που δόθηκαν σήμερα στη δημοσιότητα.

Συγκεκριμένα, το 2011, το μέσο κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (εκπεφρασμένο σε όρους αγοραστικής δύναμης) στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 80% του μέσου κοινοτικού.

Οι ελληνικές περιφέρειες με κατά κεφαλήν ΑΕΠ κάτω του 75% του κοινοτικού είναι η Ήπειρος (55% του κοινοτικού ΑΕΠ), η Θεσσαλία (56%), η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (57%), η Δυτική Ελλάδα (59%), η Κεντρική Μακεδονία (62%), το Βόρειο Αιγαίο (63%), η Πελοπόννησος (65%), η Κρήτη (69%) και η Στερεά Ελλάδα (72%). Στα Ιόνια Νησιά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανέρχεται στο 75% του μέσου κοινοτικού.

Το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2011 σημειώθηκε στην Αττική (107% του κοινοτικού AEΠ), στο Νότιο Αιγαίο (89%) και στη Δυτική Μακεδονία (80%).

Εξάλλου, οι είκοσι φτωχότερες περιφέρειες της ΕΕ στις οποίες καταγράφονται τα χαμηλότερα ποσοστά κατά κεφαλήν ΑΕΠ βρίσκονται στη Ρουμανία (έξι περιφέρειες), στη Βουλγαρία και στην Πολωνία (πέντε περιφέρειες) και στην Ουγγαρία (τέσσερις περιφέρειες).

Το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σημειώνεται στο Σεβεροτσαπάτεν της Βουλγαρίας (29% του κοινοτικού).

Οι περιφέρειες με το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην ΕΕ είναι το κέντρο του Λονδίνου (321% του κοινοτικού), το Λουξεμβούργο (266%), οι Βρυξέλλες (222%) και το Αμβούργο (202%).

Το 125% του μέσου κοινοτικού ΑΕΠ ξεπερνούν 41 ευρωπαϊκές περιφέρειες, εκ των οποίων οι έντεκα βρίσκονται στη Γερμανία, πέντε στην Ολλανδία και στην Αυστρία και τρεις στο Βέλγιο, στην Ιταλία και στη Μ. Βρετανία.

Κάτω από το 75% του μέσου κοινοτικού ΑΕΠ βρίσκονται 75 περιφέρειες, εκ των οποίων οι δεκαπέντε στην Πολωνία, οι εννέα στην Ελλάδα και οι εφτά στην Τσεχία και στη Ρουμανία.