
«Ό,τι είναι ασυνείδητο δεν μπορεί να εξαλειφθεί με τσιτάτα και απαγορεύσεις» έγραψε η Άλις Μίλερ για να περιγράψει ως κλασσική ψυχαναλύτρια τις φυλακές της παιδικής μας ηλικίας. Στις οποίες, βέβαια, παραμένουμε έγκλειστοι/ες ως τα βαθιά μας γεράματα. ..
Πού να ήξερε τότε ότι θα περιέγραφε και μια βασική παράμετρο της κοσμοεικόνας που ενδημεί, κρυμμένη ως μεγαλείο ή ως φόβος, (πάντως ως ένα προσωπείο που καλύπτει την απόρριψη του ‘διαφορετικού’) στην χερσόνησο της Βαλκανικής… Εδώ που επικρατεί, όπως επεσήμανε ο Kiossev, μια αντίληψη του εαυτού και του κόσμου που στηρίζεται όχι σε αυτό που είμαστε αλλά σε αυτό που δεν είμαστε. ”
Κι όπως γίνεται τόσο συχνά από το ατομικό ως το συλλογικό, από το διαπροσωπικό ως το διακρατικό, είναι οι ελλείψεις κι η κατάθλιψη τους που εκδηλώνονται ως ιδέες μεγαλείου. Γιατί αν χρόνια βοούσε το «παράπονο» πως «δεν είμαστε τόσο καλοί όσο η εκσυγχρονισμένη Ευρώπη», ήταν αυτό που εκδηλωνόταν με το σύνδρομο πως τουλάχιστον «είμαστε παιδιά λαμπρών αρχαίων προγόνων», που συνέπαιρνε Σλάβους βοσκούς στα Σκόπια, Έλληνες φουκαράδες στην Αθήνα ή πεινασμένους Τούρκους στους Μαχαλάδες της Κων/νούπολης, όποτε βρισκόταν ένας «Ερντογάν» (όπως κι αν τον λέγαν σε κάθε χώρα και σε κάθε εποχή) για να πείσει τον φοβισμένο χωρικό στα βάθη της Ανατολίας ότι σκοπός της μέρας «μου» είναι να τον κάνω να δυστυχήσει.
Κι όλοι ήταν (και είναι) έτοιμοι να σκοτώσουν και να σκοτωθούν, καθώς η πολιτική διαχείριση της Μνήμης σε μεθούσε κυνικά με παρελθόν για να ξεχάσεις τις δυστοπίες του παρόντος. Και την έλλειψη του μέλλοντος.
Αλλά το διαταύτα παρέμενε και παραμένει. «‘Ό,τι είναι ασυνείδητο δεν μπορεί να εξαλειφθεί με τσιτάτα και απαγορεύσεις». Πώς να μην ανησυχούν πολλοί άνθρωποι μετά όποτε η πολιτική συγκυρία καλύπτει τις πληγές της πολύβοης διαχρονικής διαδρομής; Πώς να χαρακτηρίσεις εύκολα ως «εθνικιστή» αυτόν που φοβάται για τον γεωγραφικό προσδιορισμό «Βόρεια» που θυμίζει αλυτρωτισμό χωρισμένων πατρίδων (Κορέα κι αλλού) και δεν πείθεται από την αναθεώρηση κανενός Συντάγματος;
Δεν είναι ότι δεν έπρεπε να βρεθεί λύση, όπως ισχυρίζονται όσοι υποκρίνονται πώς δεν ζουν σε αυτόν τον πλανήτη (που ονομάζει συστηματικά τα Σκόπια ως Μακεδονία) τόσες δεκαετίες. Ούτε είναι έντιμο να λέγεται ότι το πρόβλημα το δημιούργησε ο Τσίπρας. Είναι πως η λύση που δόθηκε δεν είναι λύση. Είναι πρόβλημα. Γιατί όταν η κυβέρνηση με επιπολαιότητα (επιπολαιότητα ή με άνωθεν εντολή, εάν ισχύει το σκεπτικό όσων ταυτίζουν τις εξελίξεις περί της ονοματοθεσίας, που επιτρέπουν την είσοδο των γειτόνων στο ΝΑΤΟ, με την ύπαρξη εκεί της μεγαλύτερης Αμερικάνικης βάσης στην περιοχή, που θα χρειαστεί ως ανάχωμα στην απόπειρα γεωπολιτικής διείσδυσης που αποπειράται ήδη η Ρωσία στην χερσόνησο του Αίμου;) αναγνωρίζει την «Μακεδονική γλώσσα» ως γλώσσα αυθύπαρκτη κι όχι ως όντως υπαρκτή διάλεκτο της Σλαβικής, διερωτάται κανείς, εάν η λύση που δόθηκε είναι η καλύτερη δυνατή, και όχι κάτι που θα το βρουν ως πρόβλημα κάποιες δεκαετίες μετά οι επόμενες γενιές μπροστά τους…
Κι επειδή, εάν συμβεί κάτι, οι ‘επώνυμοι’ θα μπορούν να φύγουν και (στην συντριπτική τους πλειοψηφία) θα φύγουν, αναρωτιέται επίσης κανείς μέχρι πότε θα την πληρώνουν οι ανώνυμοι, δεμένοι στην δυστυχία τους ανεξαρτήτως χρωμάτων, από τέτοιες επικίνδυνες εν δυνάμει, επιλογές;
Το Σάπιο δεν είναι μόνο «εξωτερικό»
Αλλά κι από την άλλη πώς να αγαπήσεις έναν λαό που δεν ξεσηκώνεται (όπως ο ελληνικός ) όταν εντός της επικράτειάς του μαζεύονται (όπως λίγες ημέρες πριν στην Άμφισσα) για να χειροκροτήσουν έναν φονιά γιατί δολοφόνησε εν ψυχρώ ένα 13χρονο παιδί(!) στο όνομα της κοινωνικής και φυλετικής καθαρότητας; Ποια είναι η έννοια του πατριωτισμού; Ποια είναι η έννοια του πατριώτη και του ξένου; Γιατί εκεί που λες ότι το σύνθημα «έλληνες είστε και φαίνεστε» είναι ένα σύνθημα αντεστραμμένου ρατσισμού (και είναι) υπάρχουν περιστατικά και κάποιοι «συμπατριώτες σου» που σου δημιουργούν την ανάγκη να τους απευθυνθείς έτσι ακριβώς. Όχι γιατί πιστεύεις σε όποια, απαράδεκτη πάντα, γενίκευση, αλλά γιατί μέσα από αυτήν την απεύθυνση χτυπάς τον ναρκισσιστικό και χρησιμοθηρικό τρόπο που τύποι όπως αυτοί (κι αυτές) αντιμετωπίζουν έννοιες και ιδέες όπως της ομοιότητας και της πατρίδας. Όχι γιατί αγαπούν την χώρα αλλά γιατί χρησιμοποιούν την Ελλάδα για να μεγαλώσουν το εγώ τους και να καλύψουν τις ελλείψεις τους.
Αυτό τελικά το σύνδρομο των ανθρώπων που δημόσια δεν μπορούν να ζήσουν δίχως θαυμασμό αν και ιδιωτικά ξέρουν πόσο απατεώνες σε αυτήν την απαίτηση είναι, δεν δημιούργησε μόνο το σύνδρομο του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε» (με την υποβόσκουσα `απειλή πως γνωρίζω διώκτες σε μια χώρα εν δυνάμει διωκόμενων) αλλά κι ένα κοινωνικό υποκείμενο ευνουχισμένο, που αναζητούσε δανεικούς φαλλούς στους δυνατούς της ιστορίας, της πολιτικής, της θρησκείας, της φύσης… Το ίδιο πλάσμα που κυνηγούσε και κυνηγά τους διαφορετικούς, που σκοτώνει ζώα ή φυτά, που υποβιβάζει γυναίκες, που χτυπά παιδιά, που δεν εκτίθεται δημόσια ό,τι και να δει και «μετά» «εκπλήσσεται» κι από πάνω, που αράζει στα καφενεία με τα`σκυλάδικα συνομοσιολογώντας και καταγγέλλοντας αλλά ποτέ ουσιαστικά «κουνώντας» για το καλό αυτού έρμου (κι αδικημένου πρώτα από εμάς) τόπου…
Αλλά, (αφού είναι αυτή η αλλοτρίωση που δομεί το ανθρωπολογικό πρότυπο του υποκειμένου που κυριαρχεί) η αλαζονεία κι η επιθετικότητα είναι ενδημικές και διαπερνά όλους τους ιδεολογικούς χώρους, μετατρέποντας τις πολιτικές διαφορές σε διαφορές μεταξύ ομάδων και των χουλιγκάνων τους. Ή αλλιώς «ποιος την έχει πιο μακριά δηλαδή» και «φασίστες φονιάδες θα φονευτείτε» όπως κράζουν εκφασισμένα όσοι ‘αντιφασίστες’ σχετικοποιούν τον φασισμό παίζοντάς τον στο προνομιακό του πεδίο. Τη βία.
Ίσως η Κρίστεβα να είχε δίκιο και κάθε έκθεση στην «ξενότητα» (προσωπική, πολιτική, διακρατική, θρησκευτική, σεξουαλική, ταξική, φύλου, περιοχής) να φέρνει στην επιφάνεια τα δυο σύνδρομα μεγαλείου: Όσων μισούν τον «άλλο» (στο πρόσωπο του άλλου ανθρώπου ή του άλλου πλάσματος, όπως στην Άμφισσα και όπου γης) αλλά κι όσων μισούν τον «εαυτό», (στο πρόσωπο του όμοιου, του καθρέφτη ή στη μορφή της χώρας τους, όπως κάτι υπερεπαναστάτες που χαρακτηρίζουν εύκολα ως φασίστα όποιον διαφωνεί ή ανησυχεί ή αγαπά τη γη του).
Κι έτσι, όπως η μικροκοινωνιολογική κλίμακα των επί μέρους μικρότερων εξουσιών νομιμοποιεί κι αναπαράγει την μακροκοινωνιολογική της μεγάλης πλανητικής εξουσίας, οι ευθύνες (παρόλο που δεν ισομερίζονται κι ανήκουν πάντα κατεξοχήν στους δυνατούς που «τρώνε» όποτε χρειαστεί χαλαρά τους «από κάτω»), διαχέονται και στους αδύναμους, εντός μιας κοινωνίας ή μεταξύ χωρών, (αφού και στο Σλαβομακεδονικό ακούμε συναισθηματικά και όχι πολιτικά επιχειρήματα υπέρ των αδυνάτων)...Οι οποίοι όπου τους παίρνει μιμούνται αλλοτριωμένοι τους «από πάνω»- κι ακριβώς γι αυτό τους μισούν. «Φάτε τους πλούσιους». «Φάτε τους φτωχούς» «Φάτε τους πολιτικούς», «Φάτε τους Σκοπιανούς». «Φάτε τους Έλληνες». Άκριτα, γενικευμένα, απολίτικα… Σε αυτό το τηλεπαιχνίδι ελάτε να εντοπίσουμε τις διαφορές, αν και πληρώνουν οι ομοιότητες.
*αναφορά στην γνωστή φράση «Υπάρχει κάτι σάπιο στο Βασίλειο της `Δανιμαρκίας» που έβαλε ο Σέξπηρ στο στόμα του Άμλετ