
Ασφαλώς όσα είπε ο κ. Ζάεφ στον ΟΗΕ, και αργότερα ανασκευάστηκαν από τους σκοπιανούς, δεν ήταν από λεκτικό λάθος, αλλά εξέφραζαν την πραγματική του πεποίθηση για το περιεχόμενο της συμφωνίας που υπέγραψε.
Αποδεικνύεται έτσι πόσο κακή, αντεθνική και μη ρεαλιστική είναι η συμφωνία που υπογράφτηκε στις Πρέσπες και πόσο σοβαρές και ίσως μη αναστρέψιμες συνέπειες θα έχει για την Ελλάδα.
Το σκοπιανό ήταν και είναι ένα περίπλοκο πρόβλημα, ένας πραγματικός γόρδιος δεσμός, ο οποίος τόσα χρόνια δεν λυνόταν όχι γιατί δεν το ήθελε η Ελλάδα, αλλά γιατί οι συνθήκες και η νοοτροπία των σκοπιανών δεν επέτρεπαν να λυθεί κατά τρόπο που να εξασφάλιζε τα συμφέροντα και των δύο λαών.
Και όταν προέκυψαν οι κατάλληλες συνθήκες, λόγω της πίεσης ξένων δυνάμεων προς τα Σκόπια, η Ελλάδα είχε την ατυχία να έχει έναν άπειρο και γεμάτο αυταπάτες πρωθυπουργό, και έναν ανίκανο υπουργό εξωτερικών, πρόθυμο να αποδεχτεί οτιδήποτε προκειμένου να λέει ότι «έλυσε» το θέμα. Έτσι αντί να αξιοποιήσουμε την ευκαιρία και την πίεση που είχαν τα Σκόπια για να επιτύχουμε μία καλή συμφωνία, υπογράψαμε, εντελώς απερίσκεπτα, μία κάκιστη και επικίνδυνη συμφωνία, ωσάν εμείς να είχαμε την πίεση να δοθεί οπωσδήποτε λύση στο πρόβλημα, και αντί να λύσουμε τον γόρδιο δεσμό, στην ουσία τον περιπλέξαμε περισσότερο και μάλιστα σε βάρος μας, γιατί είναι προφανές ότι η συμφωνία που υπογράφτηκε θα δημιουργήσει στο μέλλον περισσότερα προβλήματα από αυτά που υπήρχαν.
Ευτυχώς ο πρωθυπουργός των Σκοπίων είναι εξίσου άπειρος με τον δικό μας, και με τις αλαζονικές και προκλητικές δηλώσεις του, αντίθετες ακόμα και στο γράμμα της ίδιας της συμφωνίας, κατέστησε εμφανείς τις ανιστόρητες και αλυτρωτικές επιδιώξεις των Σκοπίων , και καταστρατηγεί και ακυρώνει στην πράξη τη συμφωνία. Έτσι μας δίνει το νομικό δικαίωμα να την καταγγείλουμε από τώρα, και να συνάψουμε νέα συμφωνία από μηδενική βάση η οποία θα έχει την αποδοχή και των δύο λαών, και οπωσδήποτε με αντίστοιχα δημοψηφίσματα.
Γιατί και ο λαός των Σκοπίων στην ουσία οδηγείται σε ένα δημοψήφισμα με απατηλές δηλώσεις και ψευδαισθήσεις, εφόσον του δίνεται μία εθνικότητα που δεν τον εκφράζει, αφού ως γνωστόν «τα ράσα δεν κάνουν τον παπά», και μία γλώσσα που δεν του ανήκει, και θα διαβιεί στο διηνεκές με πλαστή ταυτότητα και γλώσσα.
Επομένως αυτό που πρέπει να κάνει άμεσα η Κυβέρνηση, είναι να υπαναχωρήσει και να καταγγείλει τη συμφωνία με υπαιτιότητα των Σκοπίων, και να δηλώσει ότι δεν πρόκειται να την επικυρώσει σε καμία περίπτωση. Εάν δεν το κάνει σημαίνει ότι ενσυνείδητα προδίδει τα εθνικά μας συμφέροντα. Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον εθνικόφρονα, υποτίθεται εταίρο της, τους ΑΝΕΛ, γιατί πολλοί από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ είχαν ανέκαθεν αυτές τις απόψεις και γι’ αυτό είχαν την υποστήριξη μόλις του 4% των Ελλήνων . Ισχύει επίσης και για την αντιπολίτευση που δεν καταγγέλλει ρητά τη συμφωνία με αφορμή τη συμπεριφορά των Σκοπίων.
Όσο για το Ποτάμι και τους διάφορους γυρολόγους, καιροσκόπους, ανεξάρτητους κλπ. βουλευτές που δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν τη συμφωνία, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν εκλέχτηκαν από το λαό για να τον προδώσουν σε πρώτη ευκαιρία, και αν έχουν αντίρρηση σε αυτό δεν έχουν παρά να τον ρωτήσουν με δημοψήφισμα.
Σχετικά τώρα με όσες ξένες δυνάμεις υποστηρίζουν τη συμφωνία, γιατί τους εξυπηρετεί στην παρούσα συγκυρία, θα πρέπει να ξέρουν ότι μία συμφωνία αντίθετη με τη θέληση ενός λαού και βασισμένη στην εξαπάτηση του άλλου, θα την βρουν κάποτε μπροστά τους. Και ο Ελληνικός λαός ούτε ρωτήθηκε ούτε συμφώνησε ποτέ σε αυτή τη συμφωνία, αφού αυτοί που την υπέγραψαν δεν εκπροσωπούν παρά ένα ελάχιστο ποσοστό του, και πως ακόμα και τυπικά είναι άκυρη, αφού από τα δύο κόμματα που συγκροτούν την Κυβέρνηση το ένα δηλώνει ξεκάθαρα ότι είναι αντίθετο σε αυτήν.
Όσο τέλος για την προσωπική μου άποψη για τη λύση του γόρδιου αυτού δεσμού, την έχω διατυπώσει επανειλημμένα και σε άρθρα μου στην εφημερίδα αυτή και σε επιστολές προς όλους τους βουλευτές και υπουργούς.
Θεωρώ ότι η ονομασία του κράτους πρέπει να είναι μία σύνθετη μεν αλλά ενιαία και αδιάσπαστη λέξη που να εκφράζει αυτό που πράγματι αυτό είναι, ένα δημιούργημα δηλαδή της πρώην Γιουγκοσλαβίας, και ως τέτοια έχω προτείνει και αιτιολογήσει λεπτομερώς το όνομα Γιουγκομακεδονία, και αντίστοιχα Γιουγκομακεδονική εθνότητα και Γιουγκομακεδονική γλώσσα. Η πρότασή μου αυτή όμως, παρότι έχει δημοσιευθεί και στον τύπο (συνήθως κουτσουρεμένη ή λογοκριμένη), δεν έχει συζητηθεί ούτε στα κανάλια ούτε στην κυβέρνηση, γιατί είμαι ένας απλός πολίτης και όχι κάποιος επώνυμος παρουσιαστής ή κονδυλοφόρος, και μόνο στην εφημερίδα αυτή βρίσκω βήμα έκφρασης χωρίς λογοκρισία.