
Το εθνικιστικό παραλήρημα του Τούρκου Προέδρου Ερντογάν που στρέφεται κατά της Ελλάδος αλλά και, με πιο άμεσο τρόπο (στρατιωτικά) – εναντίον και άλλων γειτόνων της χώρας του (Συρίας-Ιράκ), θα πρέπει να αντιμετωπισθεί από τη χώρα μας με αποφασιστικότητα, προβλεπτικότητα και σύνεση. Με δεδομένη, μάλιστα, τη θέση αδυναμίας στο οικονομικό επίπεδο της Ελλάδος (που έχει άλλωστε αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις στη συνολική ικανότητα της χώρας), θα πρέπει να αποφύγουμε στη φάση αυτή τις μείζονες πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να εμφανισθούν από τον πονηρό και αναθεωρητικό γείτονά μας ως αφορμές για στρατιωτικά εγχειρήματα στο Αιγαίο, στη Δυτική Θράκη ή και στην Κύπρο (αν αποτύχει εκεί η εν εξελίξει διαπραγματευτική διαδικασία).
Θα πρέπει, αρχικά, να έχουμε την βεβαιότητα ότι οι άμεσες ή έμμεσες τουρκικές διεκδικήσεις κατά των εδαφικών ρυθμίσεων της Συνθήκης της Λωζάννης (στην οποία συμβαλλόμενα ήταν παρά πολλά κράτη) είναι νομικά παντελώς αβάσιμες αλλά και ανιστόρητες. Τόσο ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, όσο και άλλα θεμελιώδη διεθνή κείμενα, όπως η Τελική Πράξη του Ελσίνκι (1975) και η Σύμβαση της Βιέννης (1969) για το δίκαιο των Διεθνών Συνθηκών, καθορίζουν πέραν πάσης αμφισβητήσεως ότι τα διεθνή σύνορα των κρατών είναι αναλλοίωτα και μπορούν να μεταβληθούν μόνο με εθελούσια συναίνεση των κρατών που μετείχαν της Διεθνείς Συνθήκες που τα καθόρισαν.
Εκεί όπου εγείρονται αμφισβητήσεις (συνήθως στα θαλάσσια ή εναέρια σύνορα) είναι τα διεθνή Δικαστήρια και οι διεθνείς Οργανισμοί που, στη βάση πάντα του Διεθνούς Δικαίου, θα δώσουν λύση στις αναφυόμενες διακρατικές διαφορές.
Η Τουρκία όμως θέλει να ανατρέψει το υφιστάμενο από το 1923 καθεστώς με πολιτικούς και όχι νομικούς όρους και μάλιστα με βάση την αυθαιρεσία και την απειλή χρήσης βίας. Θυμίζει έντονα την πολιτική του Χίτλερ τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος επεδίωκε απροσχημάτιστα να μεταβάλει τα σύνορα στην Ευρώπη υπέρ της ναζιστικής Γερμανίας, επικαλούμενος «αδικίες» της Συνθήκης των Βερσαλλιών (1919) κατά της χώρας του, αλλά και την ανάγκη ζωτικού χώρου για μια Γερμανία που εξοπλιζόταν ταχύτατα (ακριβώς όπως πράττει η Τουρκία τα τελευταία χρόνια) και προέβαλλε με κάθε τρόπο προς τους γείτονές της αυτήν την υπερβάλλουσα ισχύ της.
Είναι γνωστό ότι η ειρήνη προστατεύεται κυρίως από την ισορροπία δυνάμεων και την αποτροπή που εξασφαλίζει η αμυντική ισχύς, η αποφασιστικότητα και η ετοιμότητα. Επίσης, από τις συμμαχίες που συνάπτουν τα κράτη για να μεγιστοποιήσουν την ασφάλειά τους.
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι αλλά και οι δύο Παγκόσμιες ένοπλες συρράξεις το αποδεικνύουν, ενώ η συμμαχία του ΝΑΤΟ, παρά την ανεπάρκειά της σε τοπικό επίπεδο (π.χ. Κυπριακό, Ελληνοτουρκικά), είναι βέβαιο ότι διεφύλαξε την παγκόσμια ειρήνη την περίοδο του διπολισμού και του Ψυχρού Πολέμου, στην Ευρώπη.
Ενόψει των παραπάνω, θα πρέπει ν Ελλάδα να καθορίσει την απάντησή της προς την τουρκική προκλητικότητα, η οποία πλέον παίρνει ολοένα και περισσότερο τα χαρακτηριστικά άμεσης απειλής. Έτσι λοιπόν η Ελλάδα θα πρέπει:
1) Να ενημερώνει με τη δέουσα σοβαρότητα την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και διμερώς τις ΗΠΑ, αλλά, αν οι συνθήκες το απαιτήσουν, και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, για τις απειλές και τις παράνομες πράξεις (π.χ. συνεχείς αεροπορικές και ναυτικές παραβιάσεις) της Τουρκίας, ώστε να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της απειλής για την ειρήνη και τη σταθερότητα, σε μια περιοχή μάλιστα που βρίσκεται πολύ κοντά στη σημαντικότερη σύγχρονη εστία πολεμικής αντιπαράθεσης, της Συρίας και του Ιράκ (αλλά και νοτίως της Λιβύης) και βέβαια στην κρίσιμη ζώνη διέλευσης των ενεργειακών αγωγών που τροφοδοτούν τον Δυτικό κόσμο, αλλά και στη νέα δεξαμενή ενεργειακών πόρων, της Ανατολικής Μεσογείου.
2) Να δοθεί προτεραιότητα στη στρατιωτική ικανότητα και ετοιμότητα της χώρας, τόσο στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου όσο και στη Θράκη, και να ληφθούν μέτρα, με όποια οικονομική θυσία απαιτηθεί, για τη βέλτιστη και ταχύρρυθμη αμυντική προετοιμασία της χώρας, που πάντα, αλλά ιδίως τώρα, αποτελεί την ύψιστη εθνική προτεραιότητα.
Πιθανότατα θα πρέπει να αυξηθεί η στρατιωτική θητεία, ώστε να καταστεί επαρκής η οροφή των ενόπλων δυνάμεων και να ζητηθούν εξαιρέσεις από τα επίπεδα που επιβάλλει η Συμφωνία για τις Συμβατικές Δυνάμεις στην Ευρώπη (όπως έχει επιτύχει η Τουρκία).
Θα μπορούσε να εξεταστεί και το ενδεχόμενο, λόγω της ορατής Τουρκικής απειλής, και των δαπανών αντιμετώπισης της, να ελαφρυνθούν οι υποχρεώσεις αποπληρωμής του χρέους προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.
3) Θα πρέπει να διακηρυχθεί η αναστολή, με Eλληνικό βέτο, της περαιτέρω ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκής Ένωσης (που είναι ήδη άκρως αμφίβολη λόγω της εσωτερικής της κατάστασης) αν δεν γίνει σαφής άρση της αμφισβήτησης των συνόρων και των πολλών τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο, παύση υποκίνησης μειονοτικού ζητήματος στη Δυτική Θράκη και των συνεχώς διευρυνόμενων αυθαιρεσιών κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της εναπομείνασας Ομογένειας, όπως και κατά των Χριστιανικών μνημείων στην Κωνσταντινούπολη. Δηλαδή, να υπάρξουν σαφείς και επαληθεύσιμες αποδείξεις της πρόθεσης της Τουρκίας για καλή γειτονία με την Ελλάδα. Επιπλέον, να επιστραφούν οι παράνομα κατασχεθείσες περιουσίες των Ομογενών της Πόλης, των Βακουφίων και να δοθούν αποζημιώσεις για τις διαχρονικές καταστροφές σε εκκλησίες, νεκροταφεία και ιδιωτικές περιουσίες, να επιτραπεί δε, σε συνθήκες ασφαλείας, η επιστροφή των απελαθέντων Ελλήνων που θα επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο.
4) Θα πρέπει να αναληφθεί σοβαρή ενημερωτική εκστρατεία προς το ειρηνόφιλο τμήμα του Τουρκικού λαού και της πολιτικής ελίτ, προς αυτούς που δεν έχουν τις παρωπίδες του πολιτικού Ισλάμ και του νεο-οθωμανικού ή εθνικιστικού αυταρχισμού (που είναι ασύμβατος με την κυριαρχική ισότητα των εθνών και τις Ευρωπαϊκές αξίες), ώστε να γίνει γνωστή (παρά τη μαζική ανθελληνική προπαγάνδα και παραπληροφόρηση) η μόνιμη και γνήσια ελληνική επιθυμία για ειρηνική συνύπαρξη με τον Τουρκικό λαό, απαραιτήτως όμως με βάση τον σεβασμό των διεθνών συνθηκών και του διεθνούς δικαίου.
5) Θα πρέπει να καταστήσουμε γνωστό, στο «βαθύ κράτος» της Τουρκίας που μας απειλεί από το 1923, αφού νωρίτερα γενοκτόνησε τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, ότι η βούληση αντίστασης του Ελληνισμού και προάσπισης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, καθώς και αξιοποίησης των νομίμων δικαιωμάτων μας που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο προς όφελος του Ελληνικού λαού, είναι αταλάντευτη, παρά την οικονομική κρίση της χώρας μας. Ανάλογη ενημέρωση πρέπει να απευθυνθεί προς τους συμμάχους και συνεταίρους μας, αλλά και προς την Ελληνική κοινή γνώμη (ιδίως την νεολαία μας) η οποία συχνά εφησυχάζει υποβαθμίζοντας ή αγνοώντας τους κινδύνους.
Η κρατική εκπαιδευτική πολιτική και η ενημέρωση από τα Μ.Μ.Ε. πρέπει να αναλάβουν αυτόν τον ρόλο σε ένα «εθνικό συναγερμό», που εκτός από την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης θα κατευθύνει την εθνική προσπάθεια και στην αντιμετώπιση του εξωτερικού κινδύνου που σήμερα βρίσκεται σε έξαρση.
6) Καθώς η Τουρκία προσπαθεί να περικυκλώσει από βορρά τη χώρα μας, υποστηρίζοντας τις ανιστόρητες και σφετεριστικές διεκδικήσεις των Σκοπίων, αλλά και της Αλβανίας, σε θέματα όπως το δήθεν Τσάμικο ή της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών στο Ιόνιο, πρέπει να θέσουμε τις «κόκκινες γραμμές» μας και προς τις πλευρές αυτές, τόσο στις διμερείς μας σχέσεις όσο και στο Ευρωπαϊκό και ΝΑΤΟϊκό επίπεδο, ενεργοποιώντας τα θεσμικά όπλα που έχει η Ελλάδα. Δυστυχώς η Αλβανία εισήλθε στο ΝΑΤΟ με ελληνική συναίνεση χωρίς να λυθούν τα διμερή ζητήματα όπως της Ελληνικής μειονότητας κ.ά.
7) Τέλος, στο προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα, η χώρα μας, αφού απέδειξε τη συμμόρφωσή της με τις διεθνείς ανθρωπιστικές υποχρεώσεις της και φιλοξενεί ήδη τουλάχιστον 60.000 πρόσφυγες και μετανάστες, δικαιούται να επιβάλει τον σεβασμό των θαλάσσιων και χερσαίων συνόρων της που, όπως αποδείχθηκε, εσκεμμένα παραβιάζει η Τουρκία, ανεχόμενη τόσο τα κυκλώματα των λαθρεμπόρων αλλά και τον απόπλου από τις ακτές της των λέμβων που μεταφέρουν όχι μόνο πρόσφυγες, αλλά και παράνομους μετανάστες (την «εισβολή των αμάχων», όπως αποκλήθηκε) από ποικίλες (και μη εμπόλεμες) ασιατικές και αφρικανικές χώρες. Ο σαφής στόχος της είναι η υπονόμευση της ελληνικής κοινωνικής και οικονομικής σταθερότητας και η δημιουργία περαιτέρω μουσουλμανικών μειονοτήτων στην Ελλάδα.
Για μια τέτοια αντιμετώπιση, βέβαια, από τη χώρα μας απαιτείται το ταχύτερο η κυβερνητική αλλαγή, η απομάκρυνση της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που εξαπάτησε τον Ελληνικό λαό με τις λαϊκιστικές υποσχέσεις της, και βρέθηκε στην εξουσία, επιδεινώνοντας έκτοτε συνεχώς την κατάσταση της χώρας σε όλα τα επίπεδα.
-Ο Βενιαμίν Καρακωστάνογλου, είναι μόνιμος Λέκτορας της Νομικής Σχολής Α.Π.Θ., πρ. Αντιδήμαρχος Θεσσαλονίκης και υποψήφιος βουλευτής-ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας