
Έμενα απέναντι απ’ το πρώτο νεκροταφείο της Αθήνας. Όταν έκανα βόλτες γύρω του ή όταν περνούσα απ’ την κεντρική είσοδο του μπορούσα κι έβλεπα όχι μόνο τα ορατά- τους σταυρούς και τους γλυπτούς αγγέλους- οι σταυροί λιτοί και μαρμάρινοι πάντα ή κάποιες φορές με αναρριχητικά ρόδα σμιλεμένα με όμοια υλικά με των ίδιων. Αισθανόμουν και τα αόρατα. Το γνωστό και αγαπημένο μου συναίσθημα ότι έχω τελειώσει με τη ζωή και επομένως πρέπει να πεθάνω ήταν πάντα πιο έντονο κοντά στο κοιμητήριο –για να χρησιμοποιήσω τον χριστιανικό όρο για τον τόπο- και στις οδούς πέριξ του χώρου. Στην Ιόλης, την Υμηττού. Δεν έμπαινα στο νεκροταφείο ποτέ. Οι δικοί μου νεκροί είναι όλοι θαμμένοι στο παλιό και το νέο νεκροταφείο της Κω. Σε μια πλευρά του το νεκροταφείο –αυτό το πρώτο- της Αθήνας είχε ένα σπιτάκι του οποίου η πρόσοψη ήταν εντοιχισμένη στο τοίχος φύλαξής του. Ήταν μέρος του τοίχους.
Όταν κατέβαινα προς το κέντρο της πρωτεύουσας πάντα περνούσα μπροστά απ’ το πρώτο νεκροταφείο. Ύστερα έβγαινα σε κομβικούς δρόμους. Πελαγωμένος με τους προσανατολισμούς απ’ τα γεννοφάσκια μου νομίζω πως το μεταφορικό μέσο που χρησιμοποιούσα επέλεγε συνέχεια διαφορετικούς δρόμους για να με βγάλει στον προορισμό μου. Συνήθως, για να μην γράψω αποκλειστικά, μετακινόμουν με ταξί.
Βουλιαγμένης. Ένας δρόμος που με έχει στοιχειώσει με τον πρώτο μεγάλο τρόμο της ζωής μου. Στα δεκαοχτώ μου είχα βγει ένα βράδυ με τον κολλητό μου απ’ την Κω να πάμε για διασκέδαση. Στην επιστροφή αποφασίσαμε αντί να καλέσουμε κάποιο ταξί από το νυχτερινό κέντρο που πίναμε τα αλκοόλ να βγούμε στη Βουλιαγμένης με την άγνοια κινδύνου του επαρχιώτη και να τσιμπήσουμε ταξί από την πολύ γνωστή λεωφόρο. Κάτι νεαροί με μαχαίρια μας προσέγγισαν και μας περικύκλωσαν. Ένιωσα να μετατοπίζονται όλα μου τα ζωτικά όργανα και τα δόντια μου να πιέζονται σαν σε επαπειλούμενη εξάρθρωσή τους. Δώσαμε όλα τα τιμαλφή μας και σταματήσαμε μια ώρα έξω από ένα μεγάλο κλαμπ. Όσο χρειαζόταν για να επανέλθουν οι παλμοί των καρδιών μας στους φυσιολογικούς ρυθμούς τους. Νηφάλιοι φτιάξαμε ένα έξυπνο πλάνο για την επιστροφή στα σπίτια μας. Η Βουλιαγμένης είναι και η οδός αναπόλησης της συμβίωσης με τον αδερφό μου στην Αθήνα. Δεν έχει μόνο την σκιώδη πλευρά της. Είναι ο δρόμος απ’ τον οποίο περνάω πιο συχνά για να επιστρέψω απ’ το κέντρο στο σπίτι μου. Και ό,τι βλέπω γύρω μου είναι ενθύμηση εκείνης της βάρβαρης νυχτιάς αλλά και όχι μόνο. Αυτό το βουλεβάρτο είναι υπέροχα διάστικτό με τα χαμόγελα της ύστερης εφηβείας μας.
Κατέβηκα και πήρα κλασικά το ταξί μου προς το κέντρο. Στη διαδρομή σκεφτόμουν να γυρίσω στην Κω. Αφού σ’ αυτή τη χώρα η συγγραφική ιδιότητα δεν υποστηρίζεται από το κράτος παρά μόνο σαν αόρατη, τότε θα ήταν καλό να παρατήσω όλες τις γραφές μου και να επιστρέψω στη κανονική μου ζωή στην Κω. Τέτοιες σκέψεις ήταν έωλες και χάνονταν ηττημένες στις μάχες τους με την δύναμη μου. Ο κόσμος προχωράει με λέξεις και όχι με τη σιωπή. Οι λέξεις είναι πολύτιμες και είναι ανεκτίμητες όταν είναι γραμμένες. Μέσα από τα γραπτά ταξιδεύουν τα νάματα σοφίας στους αιώνες. Σκόρπισα μακριά όλες αυτές τις εμμονές απ’ το μυαλό μου και απήλαυσα τη συνέχεια του μικρού ταξιδιού μου. Η διέλευση απ’ το κέντρο της Αθήνας είχε πάντα και ταξιδιωτικό ενδιαφέρον. Κοίταξα τη Βουλή με σκεπτικισμό πίσω από το τζάμι του ταξί. Θυμήθηκα την απόφαση της αστόχαστης κυβέρνησης να στήσει μια νέα Αμυγδαλέζα στην Κω. Τέτοιες ανοργάνωτες δομές έχουν εκφυλιστεί στο παρελθόν σε πυρήνες παραβατικών συμπεριφορών, σε χώρους παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πλημμελούς ελέγχου της υγείας των κρατουμένων. Αυτές οι δομές υπήρξαν φορές που εξαλλάχθηκαν σε παθογόνες ζώνες. Η πληθυσμιακή συμφόρηση των παράτυπων μεταναστών τους εξαχρειώνει . Τα κέντρα κράτησης γίνονται κολαστήρια. Ψυχές συμπιεσμένες εκρήγνυνται στο θυμικό τους. Η βούληση και τα συναισθήματα των φυλακισμένων διαχέονται μεταμορφωμένα σε θηριώδη μανία καταστροφής και αυτοκαταστροφής. Ας μην ξεχνάμε τις εξεγέρσεις στην πρότυπη Αμυγδαλέζα. Τους -ατεκμηρίωτους βέβαια- ψιθύρους για βιασμούς, τις απόπειρες αυτοκτονίας , το μένος των δεσμωτών εναντίον των Ελλήνων. Εύχομαι τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για την φιλοξενία των μεταναστών.
Είπα στον ταξιτζή να σταματήσει στην Πειραιώς στο Μουσείο Μπενάκη. Είχε ο ζωγράφος Μποκόρος έκθεση μιας σειράς έργων του. Καταπληκτικός καλλιτέχνης. Ο αγαπημένος μου Έλληνας εικαστικός . Η έκθεση ήταν χωρισμένη σε αρκετούς θεματικούς άξονες. Σε όλα τα αντίστοιχα και ισάριθμα (με τους θεματικούς άξονες) δωμάτια εκείνο που θαύμαζε ο επισκέπτης περισσότερο και από την ωραιότητα των εγχάρακτων μορφών ήταν το αναβλύζων φως. Μέσα από κάθε χρώμα, ακόμη και το μαύρο, κυλούσε ένα φως σαν παρηγοριά. Την πιο πολύ ώρα έμεινα σε μία μισοφωτισμένη αίθουσα με ζωγραφισμένα πρόσφορα σε πολλές παραλλαγές τους. Η χριστιανική παράδοση της μνήμης της Παναγίας, των αγίων, των τεθνεώτων και των αναγκεμένων ζώντων. Σαν ετοιμόγεννος, σαν να περίμενε για καιρό τη συνάντηση αυτή μου με το συγκεκριμένο τεχνούργημα, με το πρόσφορο που ξεχώρισα απ’ τα άλλα, αυθωρεί-ο πατέρας μου κατέλαβε τη σκέψη μου, και μαζί και όλες τις αισθήσεις μου. Ήταν παρών εκεί στον χώρο. Στον χώρο και συνάμα στην Κω. Διέσχιζε αγέρωχος και μόνος την Ελευθερίου Βενιζέλου. Με κοίταξε με εκείνο το γεμάτο συγχώρεση επιθανάτιο βλέμμα του. Έφυγα απ’ το Μουσείο γεμάτος με όλους τους νεκρούς μου. Οι ζωντανοί είμαστε αυτοί που πρώτοι ανασταίνουμε στην Γη τους κεκοιμημένους μας.
http://www.kosvoice.gr/%CE%95%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1/item/%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CF%89%CF%83-1-%CE%B7-%CE%BD%CE%AD%CE%B1-%CE%B1%CE%BC%CF%85%CE%B3%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CF%89-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B5%CE%B9-%CE%BF-%CF%86-%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82