Με τις τουρκικές εκλογές και την επανεκλογή στην προεδρία του Ταγίπ Ερντογάν αλλά και εν αναμονή των εξελίξεων για το Σκοπιανό, η Αθήνα παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Την αντίθεσή του στη συμφωνία των Πρεσπών επανέλαβε ο πρόεδρος της Ν.Δ., Κυριάκος Μητσοτάκης, ξεκαθαρίζοντας -για ακόμη μία φορά- ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν πρόκειται να την ψηφίσει.
Ωστόσο, όπως επεσήμανε σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό «ΣΚΑΪ», η συμφωνία παράγει αποτελέσματα από τη στιγμή της υπογραφής της και παραδέχτηκε ότι αν κυρωθεί θα είναι «εξαιρετικά στενά» τα περιθώρια ελιγμών για την επόμενη κυβέρνηση.
Πάντως, κατέστησε σαφές -σε κάθε τόνο- ότι δεν έχει δεχτεί καμία πίεση από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα σχετικά με την ονομασία της ΠΓΔΜ, ενώ ανέφερε ότι έχει ήδη γνωστοποιήσει τις προθέσεις του στην κυβέρνηση του Βερολίνου.
Στο μεταξύ, στις χώρες μέτριας καινοτομίας κατατάσσει η Κομισιόν την Ελλάδα, διαπιστώνοντας ότι οι επιδόσεις της σε αυτόν τον τομέα έχουν παραμείνει περίπου οι ίδιες σε σχέση με την υπόλοιπη ΕΕ από το 2010 μέχρι σήμερα.
Στον νέο πίνακα αποτελεσμάτων καινοτομίας που έδωσε στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ελλάδα βρίσκεται στην 22η θέση, ανάμεσα στα 28 κράτη της ΕΕ. Ο δείκτης καινοτομίας για τη χώρα μας διαμορφώθηκε το 2017 στο 68,5, έναντι 69,4 το 2010.
Στην κορυφή για μια ακόμη χρονιά είναι η Σουηδία και ακολουθούν η Δανία, η Φινλανδία, η Ολλανδία, η Βρετανία και το Λουξεμβούργο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γερμανία βρέθηκε εκτός της ομάδας των ισχυρών φορέων καινοτομίας.
Την ίδια ώρα, σταδιακή μείωση του χρέους στο 127% του ΑΕΠ το 2060 προβλέπει η έκθεση βιωσιμότητας, που έδωσε στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Ωστόσο χαμηλώνει τον πήχυ τόσο για τους ρυθμούς ανάπτυξης της μετά το 2022 εποχής όσο και για το στόχο των εσόδων από τις ιδιωτικοποιήσεις και βλέπει σταδιακή επιστροφή στις αγορές με το μέσο επιτόκιο αναχρηματοδότησης να διαμορφώνεται στα σχετικά υψηλά επίπεδα του 5,1%.
Η έκθεση ενσωματώνει όλα τα μέτρα ελάφρυνσης, που αποφασίστηκαν στο Eurogroup, αλλά και τις νεώτερες εκτιμήσεις για την ανάπτυξη και υπογραμμίζει ότι εξακολουθούν να επιμένουν «σοβαρές ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους», οι οποίες ωστόσο μπορούν να αντιμετωπιστούν με την διαρκή εαρμογή των συμφωνηθέντων μέτρων εκ μέρους των ελληνικών αρχών, αλλά και με την εφαρμογή των πρόσθετων μέτρων ελάφρυνσης, που συμφωνήθηκαν.