
Στη δεκαετία του ’80, ο Παπανδρέου είπε καταργείται η προίκα και έβγαλε από τις μαθήτριες τις ποδιές. Είχαν μεγάλη χαρά όλοι γιατί δεν ήξεραν το νόημα. Αλλά εγώ που έχω ζήσει όλη αυτήν την κατάσταση, πριν λίγα χρόνια, μου πήραν συνέντευξη από την ΕΤ1 και με ρώτησαν να τους πω για τη γυναίκα του χθες και του σήμερα.
Η γυναίκα του χθες ήταν διαχρονική. Ήθελε το χρόνο της. Αργούσε να αρχίσει και αργούσε να τελειώσει τη ζωή της. Ενώ η σημερινή ξεκινά γρήγορα και τελειώνει γρήγορα.
Όταν έβγαλαν τις ποδιές από τα κορίτσια, ξεκίνησε ένας ανταγωνισμός στο ρουχισμό, με αποτέλεσμα τα κορίτσια 13 χρονών να φαίνονται 18 και πάνω, και οικονομικό βάρος στις οικογένειές τους. Όσες δεν είχαν χρήματα καταπίεζαν τους γονείς τους να τους πάρουν ρούχα. Δεν ήταν απλώς μαθήτρια, ήταν πλέον γυναίκα. Με τις μπλούζες υπήρχε σεβασμός ως μαθήτριες, χωρίς τις μπλούζες κανένας σεβασμός. Και μετά το κόστος; Ποια δημοκρατία λέγανε; Τι πιο καλό από το να φορούν μια μπλούζα έστω ίδια όλες οι μαθήτριες. Έχοντας ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, αυτό που μου έκανε εντύπωση ιδιαίτερα στην Ιαπωνία είναι η ομοιομορφία των μαθητριών στην ενδυμασία.
Το δεύτερο ήταν η προίκα. Όταν καταργήθηκε η προίκα, όλες οι γυναίκες χαιρόντουσαν χωρίς να ξέρουν το νόημα ποιο ήτανε. Η προίκα που έδινε ο πατέρας, οτιδήποτε είχε να δώσει, όπως συμβαίνει και σήμερα, υπήρχε νόμος προκειμένου να εξασφαλίσει την γυναίκα από άνδρες, παιδιά, διάφορα γνωστά πρόσωπα, την προστάτευε να μην μπορούσε να πουλήσει, να υπογράψει εγγυήτρια και έτσι εξασφάλισε να μην της παίρνουν την περιουσία, όπως συμβαίνει σήμερα, και να την στείλουν στο γηροκομείο, έπρεπε να πάει στον εισαγγελέα, στον πρόεδρο, με δύο μάρτυρες πρώτης συγγένειας για να μπορέσει να πουλήσει οτιδήποτε μπορεί να δώσει ο πατέρας ως προίκα. Έτσι εξασφάλιζε τη γυναίκα ως το τέλος της ζωής της να έχει την περιουσία της, χωρίς να την καταπιέζουν.
Σήμερα πότε τα παιδιά, πότε ο άνδρας, την πιέζουν να δώσει, και αφού τα δώσει όλα την στέλνουν στο γηροκομείο. Όπως συνέβη σε μια περίπτωση πρόσφατα, σε μια οικογένεια που είχε γράψει ο πατέρας στο γιο τα περιουσιακά στοιχεία, μετά από λίγο καιρό ο γιος του ζήτησε για να χωρίσουν με τη γυναίκα του να φύγει από το σπίτι και λέει στον εγγονό ο παππούς να φέρει την κουβέρτα που είχε για να φύγει…του έδωσε τη μισή κουβέρτα…
Αυτή τη στιγμή, η γυναίκα με αυτόν τον νόμο που έγινε, ποια γυναίκα δε χρωστάει; Και αντί να προστατεύσουμε τη γυναίκα, την καταστρέψαμε. Ποια μάνα δε θα υπογράψει άμα της πει ο γιος της; Ποια γυναίκα δεν θα υπογράψει να πουλήσει άμα της πει η κόρη της; Ή ο άντρας της; Κακώς ο νόμος αυτός δεν ισχύει γιατί με το «δεν πειράζει» καταστρέψαμε την Ελλάδα. Δεν μπορούσαμε τότε να καταλάβουμε το νόημα αυτού του νόμου.
Σε άλλη περίπτωση, μια γυναίκα πήρε δάνειο για να ανοίξει ένα κατάστημα, το δάνειο είχε τότε 20% ο τόκος. Είχε πάρει 1.000.000 δραχμές, αλλά το μαγαζί δεν πήγαινε τόσο καλά για να βγάλει το δάνειο. Δεν είχε σκεφτεί ότι το δάνειο αυτό θα τριπλασιαζότανε χρόνο με το χρόνο. Κι έτσι της πήρανε τα πάντα, και το σπίτι και μένει με το ενοίκιο διότι η γυναίκα δεν ήξερε τι μπορεί να πάθει με αυτό το δάνειο. Το ίδιο συμβαίνει και με τα στεγαστικά. Μια γυναίκα υπολόγιζε ότι με το μισθό της θα πλήρωνε το δάνειο. Έτσι η γυναίκα μπορεί να μείνει άστεγη, αλλά στεγάζονται οι οικονομικοί μετανάστες. Απόδειξη είναι και το πόθεν έσχες που το ίδιο ο μετανάστης. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες χάνουν το σπίτι τους, αλλά αποκτούν οι μετανάστες, που δεν τους έχουμε δούλους. Κι έτσι οι τράπεζες και οι εφορείες να δούνε πολύ πολύ συμπαθητικά τις γυναίκες, τις μανάδες, τις αδερφές, τις κόρες, που τις έμπλεξαν σε μια περιπέτεια που δεν έχει γυρισμό, ξεφτιλίζοντας την μάνα, ξεφτιλίζοντας την αδερφή, που τους διασύρουν στη φτώχεια και στην απελπισία, την οποία ζήσαμε στην κατοχή, τουλάχιστον τότε προστατευόταν η γυναίκα. Σήμερα με τους μοντέρνους νόμους, τα γελοιοποιήσαμε.