
Είναι ανιστόρητο, γραφικό και τελικά προσβλητικό για όλους μας το ερώτημα, με ποιον είμαστε. Με αφορμή τις θέσεις μας στο ΕΣΡ ρωτούσαν κάποιοι μήπως είμαστε με το ΣΥΡΙΖΑ. Είναι οι ίδιοι που πριν λίγο καιρό με αφορμή τις θέσεις μας στο νόμο για την απλή αναλογική δήθεν ρωτούσαν μήπως είμαστε με τη δεξιά. Κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν.
Η απάντηση είναι μία, καθαρή και σαφής. Είμαστε με τον καθαρό, προγραμματικό μας λόγο, είμαστε με τον εαυτό μας, γιατί απλούστατα διεκδικούμε για τη Δημοκρατική Συμπαράταξη τον καθοριστικό ρόλο και λόγο στο χώρο της Προόδου, των Μεταρρυθμίσεων, της Κεντροαριστεράς και είμαστε, επίσης, με τον εαυτό μας, γιατί απλούστατα διεκδικούμε να είμαστε ο αντι-πόλος απέναντι σε μια συντηρητική Νέα Δημοκρατία.
Κατά συνέπεια, το ερώτημα δεν πρέπει να γίνεται προς εμάς, αλλά προς τον Τσίπρα και τον Μητσοτάκη. Το πρόβλημα είναι δικό τους. Εμείς έχουμε δώσει την απάντηση με τις προγραμματικές μας θέσεις.
1η παρατήρηση: Η Δημοκρατική Συμπαράταξη είναι ανοιχτή, πηγαίνει σε συνέδριο το 2017, για να διαμορφώσει ένα καινούριο, υπερβατικό, μεταρρυθμιστικό πολιτικό υποκείμενο που θα στέλνει και το μήνυμα της πολιτικής φρεσκάδας μαζί με το σύγχρονο, προοδευτικό, προγραμματικό μας λόγο.
2η παρατήρηση: Αυτό που ονομάζω Προοδευτικές Μεταρρυθμίσεις. Ναι, είμαστε μεταρρυθμιστές, αλλά οι μεταρρυθμίσεις έχουν πολιτικό πρόσημο. Δεν είναι πολιτικά ουδέτερες. Δεν είναι μεταρρυθμίσεις το να αλλάζεις τα κουτάκια στους Οργανισμούς των Υπουργείων και να μετουσιώνεσαι με τον τρόπο αυτό σε δήθεν μεταρρυθμιστή. Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να είναι προοδευτικές. Με άλλα λόγια:
Αυτού του είδους οι μεταρρυθμίσεις είναι προοδευτικές.
3η παρατήρηση: Επιτέλους, ας τολμήσουμε να δηλώσουμε ότι θα αναδιαπραγματευτούμε το Υπερταμείο Αποκρατικοποιήσεων, το Υπερταμείο της Αποικιοκρατίας. Δεν γίνεται να λέμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εκχωρήσει όλη την περιουσία του ελληνικού λαού, του ελληνικού Δημοσίου στους ξένους με το Εποπτικό Συμβούλιο και το Διοικητικό Συμβούλιο και να μην δηλώνουμε ως Δημοκρατική Συμπαράταξη ότι θα αναδιαπραγματευτούμε αυτή τη συμφωνία. Δεν μου φτάνει να αναδιαπραγματευτούμε μόνο το Πρωτογενές Πλεόνασμα. Δεν μου φτάνει να αναδιαπραγματευτούμε μόνο το Δημόσιο Χρέος. Πρέπει να αναδιαπραγματευτούμε και τον τρόπο με τον οποίο θα αναπτυχθεί η χώρα με σωστή αξιοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων. Άρα μιλάμε για κατάργηση της σημερινής φιλοσοφίας λειτουργίας του Υπερταμείου και διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας.
4η παρατήρηση: Να πιστέψουμε σε ένα σύγχρονο Προοδευτικό Πατριωτισμό.
Ζούμε σε μία ταραγμένη περιοχή και εποχή, με μια κοινωνία γονατισμένη, παραιτημένη, στα όρια της συλλογικής κατάθλιψης, η οποία θεωρεί ότι δεν υπάρχει αύριο και μέλλον. Σε αυτήν την κοινωνία πρέπει να ξαναδώσουμε μια νέα εθνική αυτοπεποίθηση. Να της δώσουμε τη δύναμη να ξαναπιστέψει ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει ένας σοβαρός, περιφερειακός, γεωστρατηγικός, γεωοικονομικός παίχτης. Αν δεν πιστέψουμε στον εαυτό μας με αυτή τη νέα εθνική αυτοπεποίθηση που έχει σαφή, ξεκάθαρο ευρωπαϊκό προσανατολισμό, που στηρίζεται στις περιφερειακές συνεργασίες, που αναδεικνύει τα συγκριτικά εθνικά πλεονεκτήματα, τότε δεν μπορείς να διαπραγματευτείς με κανέναν συνομιλητή σου. Εάν δεν αξιοποιείς τις δικές σου δυνατότητες, έτσι ώστε να είσαι ισχυρότερος στους δανειστές, στους εταίρους, στους όποιους συνομιλητές σου, τότε θα πηγαίνεις ως επαίτης, εκλιπαρώντας τη λύπησή τους.
Εμείς πρέπει με ένα σύγχρονο Προοδευτικό Πατριωτισμό, εξωστρεφή, κοσμοπολίτικο και φιλοευρωπαϊκό, να αναδιαπραγματευτούμε τη θέση μας στην ευρύτερη περιοχή, στηριζόμενοι στο ότι αυτοί μας χρειάζονται. Έχουμε δίπλα μας το προσφυγικό, το οποίο μπορεί να σκάσει από στιγμή σε στιγμή μέσα σε όλα αυτά τα ακραία και επικίνδυνα που λέει ο Ερντογάν. Έχουμε δίπλα την Αλβανία, τη Βουλγαρία, τα Σκόπια. Όλα αυτά δεν αντιμετωπίζονται με ευχολόγια. Αντιμετωπίζονται με μια σφιχτή, εσωτερική, πατριωτική, προοδευτική προσέγγιση που μας δίνει τη δύναμη να πείσουμε τον συνομιλητή ότι μας χρειάζεται αυτός περισσότερο απ’ ότι τον χρειαζόμαστε εμείς. Η γεωγραφία μας έχει δώσει αυτή τη δυνατότητα να μπορούμε σε αυτή την ταραγμένη περιοχή να αναδείξουμε την Ελλάδα σε μια νησίδα ασφάλειας για όφελος, ασφαλώς της ελληνικής κοινωνίας, εξίσου, όμως, για όφελος της Ευρώπης και των υπόλοιπων μεγάλων δυνάμεων.
Αυτόν τον δρόμο προτείνω να ακολουθήσουμε.