Τετάρτη
14 Οκτωβρίου 2026
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 5869RSS FEED
Η Παγκόσμια Ανισότητα και η Κουλτούρα του Βιασμού
Γράφει η
Ελένη Καρασαββίδου

Κι ενώ το σκάνδαλο Weinstein χρησιμοποιείται ώστε η ανθρωπότητα να εξασκήσει το πιο αγαπημένο της σπορ, το «να πέφτει» δηλαδή, «από τα σύννεφα», υπάρχουν και κάποιες φωνές, όπως της Brit Marling που αναλύουν γενναία το τόσο άβολο ζήτημα, αναζητώντας τον ρόλο της κοινωνικοοικονομικής ανισότητας στην αναπαραγωγή κι εδραίωση της κουλτούρας του βιασμού».

Εάν η κυρίαρχη εκδοχή της κουβέντας εστιάζεται στο αν οι γυναίκες ‘συναινούν’, η Marling υπενθυμίζει πως η συναίνεση είναι μια πολιτική έννοια, και πως συναρτάται από τις σχέσεις εξουσίας. Πρέπει να έχεις μια ποσότητα συγκρίσιμης δύναμης για να συναινέσεις σε κάτι.

Αλλά οι άνθρωποι που έχουν την οικονομική, πολιτική και καλλιτεχνική δύναμη διαμορφώνοντας το ανθρωπολογικό πρότυπο είναι κατά βάσιν λευκοί, ετερόφυλοι άνδρες, κι είναι τόσο νομιμοποιημένο μέσα μας αυτό που όταν μια μειονότητα αποκτήσει κάποιο ποσοστό πρόσβασης, αμέσως θεωρείται από εξουσιαστές κι εξουσιαζόμενους προκλητικό κι επικίνδυνο για την ασφάλεια της κοινωνίας. Κι ας είναι συχνά οι θεσμοί που στηρίζουν αυτό το πρότυπο πιο επικίνδυνοι, όπως φανερώνουν πχ τα στατιστικά θνησιμότητας σε χώρους εργασίας, αφού η «αρσενική» επιτυχία θεωρείται σημαντικότερη από την «θηλυπρεπή» ευαισθησία. Άλλωστε ήταν ο Κάιν που επιβίωσε και πολλαπλασιάστηκε, δεν ήταν; (Νοοτροπία που περιγράφεται εξόχως πυκνά στην λαϊκή παροιμία «εγώ με τα λεφτά μου γαμώ και την κυρά μου…» όπου κυρά η -έμψυχη κι άψυχη-  φύση, η κοινωνία κι ο διπλανός) Αλλά και τα στατιστικά παιδικής κακοποίησης στις καθαγιασμένες οικογένειες, που οι υπέρμαχοι της ασφάλειας των παιδιών σε άλλου τύπου γάμους μνημονεύουν, αλλά εδώ υποκριτικά αγνοούν. «Είναι οπωσδήποτε πιο εύκολο ο δυνάστης να είναι εξωτερικός, ώστε απέναντί του να μπορεί να τηρήσει κανείς μια απόσταση και έναν προσωπικό χώρο, παρά να ανταποκρίνεται σε εσωτερικούς θεσμούς που συνιστούν ένα ξένο σώμα στην καρδιά της ύπαρξής μας.» Η κατασκευή υπερβατικών οντοτήτων καλού και κακού, έξω από τον χώρο της προσωπικής μας ευθύνης, με το καλό πάντοτε όμοιο με την εξουσία σε φύλο θρησκεία και φυλή και το κακό ένα διαρκές παλίμψηστο του «άλλου», βόλευε προσωρινά εμάς και παντοτινά την ιεραρχία. Όσο κι αν και τα δυο συχνά μετακομίζουν το ένα στην θέση του «άλλου», παντοτινά συμβολοποιημένα, δηλαδή ακίνητα, μονάχα στον χώρο των τεχνών.

Κι όμως, ακόμη και στην τέχνη οι στατιστικές μιλούν από μόνες τους:   Μόνο το 11% των δημιουργών είναι έγχρωμοι και μόνο το 23%  είναι γυναίκες, και πολλές από αυτές αναγκάζονται να ενσωματώσουν με μισογύνικο φανατισμό (όπως και σε άλλους χώρους εξουσίας) το ανθρωπολογικό πρότυπο του άνδρα στην αφήγηση τους, ώστε να βρουν χρηματοδότηση και να περάσουν τα κριτήρια της (καθόλου ουδέτερης) κινηματογραφικής (ή όποιας άλλης) κριτικής. Γι’ αυτό άλλωστε μικροκοινωνιολογικά, διαπροσωπικά δηλαδή, αποτελούν κάποτε ακόμη και τον θύτη κι όχι το θύμα, παρόλο που το μικροκοινωνιολογικό δεν επιτρέπεται, ούτε μπορεί, να καλύψει την μεγάλη εικόνα, του τι συμβαίνει πραγματικά πλανητικά και ποιο πρότυπο οι ίδιες εσωτερικεύουν κι αναπαράγουν.

Όπως έχει επισημανθεί «η επιθυµία να επιβιώσει κανείς κοινωνικά, να υπάρξει, είναι µια επιθυµία εκμετάλλευσης που θα µπορούσε να περιγραφεί από τη φράση ‘Καλύτερα να υπάρχω µε όρους υποτέλειας παρά να µην υπάρχω καθόλου’ (Λίποβατς). Αλλά συχνά, στις γυναίκες, όποτε χρειάζεται να ανασυρθεί, όποτε η κοινωνία αναδιπλώνεται σε πιο συντηρητικές οικονομικές δομές και κοινωνικές σχέσεις,  ακόμη και η απλή συμμετοχή στην επιτυχία δεν συγχωρείται και χρησιμοποιείται ως επιχείρημα εναντίον τους.

Η φωνή και η οπτική των γυναικών (όπως και τόσων «άλλων») επί του εαυτού τους και του κόσμου, δεν αντιπροσωπεύεται στις κυρίαρχες πολιτικές και καλλιτεχνικές αφηγήσεις. Δεν αντιπροσωπεύεται στην πραγματικότητα ούτε στις «εναλλακτικές» ή «επαναστατικές», αφού το πρότυπο αυτό εσωτερικεύεται όχι μόνο από γυναίκες μα κι από άνδρες που ρητορεύουν ονειρευόμενοι κάτι άλλο, και ακόμη και η πολιτική διαμάχη διαμορφώνεται με όρους μιας «μάτσο σύγκρουσης», στους δρόμους, στους διαδρόμους και στην Βουλή. «Η ρητορική που ενσωμάτωσαν από κάποια στιγμή και μετά ακόμη και οι κινηματικοί χώροι αρκούνταν στα φαινόμενα της έμφυλης ιεραρχίας που είχαν να κάνουν με τη συμμετοχή των γυναικών στο εσωτερικό τους, χωρίς να εμβαθύνουν στις αιτίες, στη διαπλοκή ψυχικών και κοινωνικών αιτιών». Ο φόβος ή η απέχθεια άλλωστε για το «άλλο», αρχετυπικός αλλά και πολιτικά χειραγωγημένος στο σύνολο της ανθρώπινης ιστορίας αφού κρύβει την απέχθεια για τον εαυτό, δεν έπαψε ποτέ να επηρεάζει τις αντιλήψεις μας για τον (συλλογικό ή ατομικό μας) εαυτό αλλά και τις προφάσεις μας για τον τρόπο λειτουργίας των πραγμάτων έξω και γύρω μας. Αν άλλωστε το ζήτημα του σεξισμού είναι τόσο άβολο κι αντιδημοφιλές είναι γιατί θυμίζει σε όσους βολικά ωρύονται για το πρόσωπο της εξουσίας (αλλά δεν την βλέπουν να διαχέεται ως τα πόδια τους και να απομένει λεπίδα στα χέρια τους), την προμετωπίδα του φεμινιστικού συνθήματος: Πως το προσωπικό (τι πράττεις, όχι τι λες) είναι το αληθινά πολιτικό. Ακόμη και οι νόρμες που καταδικάζουν τον τωρινό κόσμο είναι κι οι ίδιες καρποί των ανομημάτων του, επεσήμανε ο Αντόρνο, βλέποντας την πλήρη αποτυχία και την κυνική υποκρισία ατόμων κομμάτων και ιδεολογιών που τόσο έντονα την ζούμε και στην Ελλάδα.  Η ηθική του δούλου είναι πράγματι κακή: είναι ακόμη η ηθική του αφέντη.

Μέσα σε μια κουλτούρα που τις μαθαίνει να μην εμπιστεύονται και να μην αξιολογούν θετικά τον εαυτό τους, παρά μονάχα όταν έχουν την έγκριση του άνδρα, ή μάλλον του «αρσενικού» αφού στο κοινωνικό και όχι στο βιολογικό φύλο αναφερόμαστε, οι γυναίκες ως φύλο παραμένουν φτωχές. Όπως η Marling υπενθυμίζει ο πλούτος είναι έμφυλος, αφού άνδρες τον κρατούν στα χέρια τους παγκόσμια. Στην πραγματικότητα μόλις 8 άνδρες  έχουν περισσότερο πλούτο από τα 6.3 δισεκατομμύρια των φτωχών, και η συντριπτική πλειοψηφία των τελευταίων,  διαχεόμενοι σε κάθε τάξη και κουλτούρα, είναι γυναίκες. Ο Weinstein και οι όμοιοι του δεν είναι μόνο πατριάρχες που ευδοκιμούν σε τόσα σπίτια αποτελώντας ένα διαταξικό φαινόμενο. Είναι και οι κλειδοκράτορες της συμμετοχής και της επιτυχίας σε ένα βαθιά άνισο παγκόσμιο σύστημα, οι «σημαντικοί άλλοι» οικονομικά και ψυχολογικά που διαμορφώνουν την ζωή και, αλίμονο!, την αυτοεικόνα σου ακόμη και δίχως άμεση υλική ανάγκη. Αφού αυτοί, αν είσαι “fuckable”, σου επιτρέπουν την πρόσβαση και στα δύο.

Και συνήθως δεν στο ζητούν καν με ευθύ τρόπο. Όπως η Marling ξανά στο σημαντικό της άρθρο επισημαίνει, σε ένα φαινόμενο που επαναλαμβάνεται σε τόσους εργασιακούς χώρους πέραν του κινηματογράφου, στις πλείστες περιπτώσεις  οι γυναίκες δεν έχουν την δύναμη να αρνηθούν επειδή το εισόδημα τους, η φήμη τους, αλλά και το εισόδημα της οικογενείας τους κινδυνεύουν. Κι επειδή είναι το φύλο  που καταπιέζεται από έναν καθημερινό, αόρατο πόλεμο, που μαίνεται απέναντι σε ό,τι είναι ανυπάκουα θηλυπρεπές, στοχοποιόντας τις γυναίκες και τους άνδρες που συμπεριφέρονται ή ντύνονται ή σκέφτονται ή αισθάνονται «θηλυκά», ρέποντας προς τον «Άβελ». Οδηγώντας ακόμη και σε δολοφονίες όπως τότε.

Ο Ζυλ Ντασέν έζησε από πρώτο χέρι τον σεξισμό των προυχόντων της κινηματογραφικής βιομηχανίας και την απαίτηση για υπάκουη εκθήλυνση όλων των άλλων.  Στην αυτοβιογραφία του αναφέρει ένα ραντεβού με τον Μάγιερ μετά την μεγάλη επιτυχία του «Τα Φώτα της Πόλης». Εκεί ο Μάγιερ, τείνοντας του ίσως επιδεικτικά το πούρο του, αυτήν την προσομοίωση του πέους, του λέει πως του θυμίζει ένα εξαιρετικό άλογο κούρσας που ξεκινούσε σαν άνεμος μα αποτύχαινε στο τέλος, «επειδή οι όρχεις του τρίβονταν και τον πονούσαν», και πως άρχισε τις μεγάλες επιτυχίες όταν το ευνούχισαν. Του κάνει ξεκάθαρο δηλαδή πως αν θέλει να επενδύσουν πάνω του κερδίζοντας την χρυσή ζωή οφείλει πολιτικά και καλλιτεχνικά να υπακούει… Ο Ντασέν που είχε την σπάνια συνοχή και γι’ αυτό την γενναιότητα όσων αναγνωρίζουν πως το προσωπικό είναι πολιτικό και ζούσε όπως αγόρευε, τον διαολόστειλε κι έφυγε δίχως να ματαγυρίσει, περνώντας φριχτές φτώχιες για αρκετά χρόνια στην Ευρώπη.

Δεκαετίες μετά όταν ένα μοντέλο από φτωχή λατινοαμερικάνικη οικογένεια, η Άμπρα Γκουτιέρεζ, αποφάσισε πριν χρόνια να αποκαλύψει τις προθέσεις του Weinstein, «τυχαία» ο τύπος φρόντισε να την αμαυρώσει δημοσιεύοντας προκλητικές φωτογραφίες της, αποκρύβοντας πως είχαν βγει για διαφημίσεις αφού μόνο έτσι μπορούσε να βρει δουλειά ως μοντέλο. Η Marling πάλι κάνει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Πώς όταν έφυγε από το δωμάτιο δίχως «να παίξει» με τον Weinstein έφυγε όχι ως ηθοποιός/μοντέλο, αλλά (όπως κι ο Ντασέν) ως συγγραφέας/δημιουργός. Στην δεύτερη περίπτωση ακόμη και η φτώχια ή η διαβολή υπάρχει περίπτωση να οδηγήσει σε δημιουργία και στην άρση του οικονομικού και καλλιτεχνικού αποκλεισμού.

Όπως σωστά επισημαίνει όλα αυτά σημαίνουν πως αν θέλουμε, γυναίκες και άνδρες, να χτυπήσουμε την σεξουαλική παρενόχληση και την κουλτούρα του βιασμού θα πρέπει (ανάμεσα σε άλλα φυσικά) να αγωνιστούμε και για ισότητα στην πρόσβαση σε υπηρεσίες αλλά και στην οικονομία, στους μισθούς. Ιδίως των μειονοτήτων που παραμένουν αποκλεισμένες παρά τις δημοκρατικές «ρητορικές». Γιατί οι σιωπές, το «Όχι» που δεν λέγεται αρκετά δυνατά, ανήκουν σε μια γκρίζα ζώνη στην οποία η λέξη «συναίνεση» των αδύναμων (ανδρών και γυναικών, καλλιτεχνών ή εργατών, ατόμων ή λαών) σε αυτήν την τάξη πραγμάτων δεν αρκεί για να αναδείξει την πολυπλοκότητα της συναλλαγής. Η δραματική ανισότητα στην δύναμη κι ο πανταχού παρόν σεξισμός (κι ακόμη περισσότερο το πόσο αυτός αφήνεται συστηματικά απέξω ως μεθοδολογικό εργαλείο ανάλυσης συγκεκριμένων μα κι ευρύτερων φαινομένων) δείχνουν πόσο βαθιά διαπλεγμένη με τις δομές αυτού του κόσμου και πόσο πολυσχιδής και διαρκώς παρούσα είναι η κουλτούρα του βιασμού. «Είναι αυτό το απάνθρωπο οικονομικό σύστημα στο οποίο (σ.σ. δίχως να ευθυνόμαστε το ίδιο) συμμετέχουμε όλοι», όπως η Marling επισημαίνει. Ως δημιουργοί κι ως καταναλωτές, ως άνδρες και γυναίκες, ως ταξικά ευνοημένοι κι ως ταξικά αδικημένοι, ως μέτοχοι ενός ευνοημένου επαγγέλματος ή όχι, αποτελώντας, ακόμη κι ως «διαφορετικοί», εκδοχή του ίδιου, συναποτελώντας εν δυνάμει μια κλειστοφοβική στο αληθινά ανατρεπτικό «ομοιότροπη ετερότητα» (Καρασαββίδου).

Όπως η Μαρινούδη υπενθυμίζει, ο Φουκώ σ’ ένα του σύγγραμμα αναφέρεται στην αντιστροφή του μύθου των Σειρήνων από τον Κάφκα. Οι Σειρήνες σιωπούν κι ο Οδυσσέας τόσο νάρκισσος, τόσο απορροφημένος από τις δικές του ανάγκες, δεν το αντιλαμβάνεται καν. Το τραγούδι τους ήταν στην πραγματικότητα η δικαιολογία για να ξεγελάσει τον πολύτροπο εαυτό του. «Τι γίνεται, διερωτάται, αν η ανδρική φαντασίωση του ακέφαλου γυναικείου σώματος, διαθέσιμου εξ ορισμού να ικανοποιήσει τις ορέξεις των ανδρών, τι γίνεται λοιπόν αν αποκτήσει πρόσωπο, φωνή, ώστε να επικοινωνήσει τις δικές του επιθυμίες;»  Τι γίνεται αν το τραγούδι, έστω και μέσα από την σιωπή, γίνει πραγματικά δικό τους; Το αν το αντιμετωπίζουμε με τρόμο ή με ελπίδα φανερώνει ποιοί και ποιες στ’ αλήθεια είμαστε.

Ο φεμινισμός, στις πιο ώριμες εκδοχές του, προσπάθησε αυτό το τραγούδι να ακουστεί, και μέσα από αυτό να ακουστεί και η φωνή όσων φωνή στις κυρίαρχες αναπαραστάσεις και ρητορικές ουσιαστικά (και όχι τυπικά) δεν έχουν. Ίσως γι αυτό θεωρήθηκε η πιο προσωπική, η πιο βαθιά απόπειρα να γίνουμε η Αλλαγή που θέλουμε στον κόσμο. Ως τότε αντίπαλος όλων μας δεν θα είναι μόνο ο καπιταλισμός (ή όποιος άλλος -ισμός) καλέ μου…

                                 

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Brit Marling, Harvey Weinsten and the Economics of Consent, The Atlantic, 23/10/2017.

https://www.theatlantic.com/entertainment/archive/2017/10/harvey-weinstein-and-the-economics-of-consent/543618/

Καρασαββίδου Ελένη, Η Εικόνα του Άλλου στην Ελληνική Παιδική Λογοτεχνία  ή από τον φολκλορικό εαυτό στον φολκλορικό άλλον, ΠΤΔΕ ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 2012.

https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/27425

Μαρινούδη Θοδοσία ,«Έμφυλα Υποκείμενα εντός κι εκτός των Κινηματικών χώρων», Διπλωματική Εργασία στο Πάντειο, Αθήνα 2008

http://www.eif.gov.cy/mlsi/dl/genderequality.nsf/0/9102A3211F16FB70C22579A7002FD53D/$file/%CE%B5%CE%BC%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%B1_%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1.pdf

Ντασέν Ζυλ, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2000