

Βρέθηκα με την σκηνοθέτη Διονυσία Κασίου για να συζητήσουμε για το θέατρο γενικότερα και πιο ειδικά για το έργο Το Μπουφάν της Χάρλεϊ ή Πάλι καλά του Βασίλη Κατσικονούρη. Είναι το έργο που η ομάδα θεάτρου του Σφαγείου της Κω ετοιμάζει για να παιχτεί στο εγγύς μέλλον. Η κουβέντα μας ήταν πολύ ουσιαστική όχι μόνο γιατί γνώρισα την Διονυσία αλλά και γιατί μέσα απ’ τις πολλές αφορμές για απόκλιση από το βασικό μας θέμα προσέγγισα πτυχές του εαυτού μου κάτω από ένα διαφορετικό φως. Γι’ αυτό οφείλω να ευχαριστήσω την καινούργια φίλη μου και μέσα απ’ αυτό το κείμενο.
Το έργο του θεατρικού συγγραφέα Βασίλη Κατσικονούρη εντάσσεται στο μεγάλο ρεύμα του κοινωνικού ρεαλισμού. Εξετάζει τη σχέση της Ελληνίδας μητέρας με το ενήλικο παιδί της. Στην προκειμένη περίπτωση με τον γιο της. Η μητέρα βαδίζει ακόμη πάνω σε πατροπαράδοτα σχήματα και τρόπους έκφρασης της αγάπης. Ο γιος είναι η νεωτερικότητα, η πρόοδος, και τελικά το μέτρο για το αγεφύρωτο χάσμα με την γεννήτρα του. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα μονόλογο στον οποίο η μητέρα μονολογεί και προσπαθεί να πει τα ανείπωτα στον εύζωνα γιο της έξω απ’ το κουβούκλιο του στο μνημείο του αγνώστου στρατιώτη στην πλατεία Συντάγματος.
Είναι οι μόνες ώρες που ο γιος δεν μπορεί να αποφύγει την ακρόαση της μητέρας. Η μητέρα είναι σίγουρα η κλασική περίπτωση Μάνα Γκρέκα. Έτσι όπως μου την περιέγραψε η Διονυσία θα μπορούσε να ήταν η μητέρα όλων των Ελλήνων της γενιάς της μεταπολίτευσης. Ένα κωμικοτραγικό πλάσμα που προσπαθεί απονενοημένα να μιλήσει για τα συναισθήματα του προς το τέκνο του και το μόνο που καταφέρνει είναι να τα καθιστά ακόμη πιο άρρητα. Τελικά η μητέρα σωματοποίει τη στοργή της και αποδέχεται την αναπηρία της να εκφράσει την αγάπη της με λόγια. Αντ’ αυτής λέει πράγματα για τον καημό της, για τις δυσκολίες που πέρασε στη ζωή της κι απαντέχει σε μια ασυνείδητη κατανόηση του υιού της στην θυσιαστική της προσήλωση προς εκείνον.
Η Διονυσία ενδιαφέρεται στα έργα που επιλέγει να σκηνοθετήσει δεσπόζουσα αρχή να είναι η αγάπη. Έκανε μια μικρή νύξη για ένα άλλο θεατρικό όνειρο της, ακριβώς για να μου δώσει να καταλάβω πως πρωταγωνιστής στα έργα της είναι αυτό το ύψιστο ιδανικό. Το ιδανικό της αγάπης. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, μιλήσαμε για την γνωστή κινηματογραφική ταινία του Λαρς φον Τρίερ Ντόγκβιλ. Στο Ντόγκβιλ η πρωταγωνίστρια Γκρέις εμφανίζεται στο ομώνυμο με την ταινία χωριό με το σκεπτικό ενός μεσσία. Οι κάτοικοι του χωριού αρχικά θα την αγαπήσουν και μετά θα την κακοποιήσουν. Η αμφιθυμία τους έχει σαν μόνο στόχο τη διαχείριση του άγχους που γεννιέται απ’ την ξένη σ’ αυτούς Γκρέις.
Η συζήτηση μου με την σκηνοθέτη παρέμεινε για το μεγαλύτερο κομμάτι της επικεντρωμένη στο κείμενο του Κατσικονούρη. Αξίζει να αναφερθεί ότι στο ρόλο της μητέρας θα είναι η Χαρίκλεια Βαμβακίδου και στη θέση του εύζωνα θα βρίσκεται ο Παναγιώτης Καμπούρης. Όλες οι επόμενες ερωτήσεις που έθεσα ήταν με αφορμή Το Μπουφάν της Χάρλεϊ. Οι απαντήσεις πάντοτε ξανοίγονταν τόσο όσο που αγκάλιαζαν όλες τις πλευρές της θεατρικής τέχνης.
Η σκηνοθέτης προτιμά τα πολυπρόσωπα έργα. Θεωρεί πως είναι περισσότερο μαγικά γιατί η συνάντηση του ενός ηθοποιού με τον άλλον διαχέει την συγκίνηση πολύ πιο αποτελεσματικά προς το κοινό. Υπάρχουν βέβαια και άλλοι λόγοι γι’ αυτή την προτίμηση της Διονυσίας που έχουν να κάνουν με το βαθμό δυσκολίας σκηνοθεσίας των διαφορετικών ειδών θεάτρου. Η σκηνοθεσία ενός μονολόγου δεν είναι απότοκη της διεπίδρασης των ηθοποιών. Στον μονόλογο είναι ο σκηνοθέτης και ο πρωταγωνιστής μόνοι τους. Όταν προκύπτουν κωλύματα είναι πιο χρονοβόρο να ξεπεραστούν απ’ ότι σε μια πολυπρόσωπη παράσταση. Η πληθώρα των ηθοποιών δίνει λύσεις στα σκηνοθετικά ερωτήματα μέσα απ’ τα επί σκηνής συναπαντήματά τους.
Η Διονυσία δουλεύει πολύ και με το τέχνασμα της προοικονομίας, τέχνασμα που χρησιμοποιούνταν κατεξοχήν στο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Η σκηνοθέτης δίνει ρόλο και στα φαινομενικά άψυχα. Στην ατμόσφαιρα μιας παράστασης, στην υποβλητικότητα αυτής της ατμόσφαιρας , στα σκηνικά και τα κοστούμια. Μπορεί να υπαινιχθεί κάτι για μια δραματουργική ανατροπή μέσα από ελάχιστες εκφραστικές κινήσεις στα πρόσωπα των ηρώων ενός έργου. Μπορεί να αποκαλύψει κάτι που θα συμβεί στο μέλλον απ’ τους κλυδωνισμούς της χροιάς στην εκφορά του λόγου. Η Διονυσία ενδιαφέρεται πολύ για την αισθητική των εικόνων που αφήνουν τα δρώμενα. Μου τόνισε ότι αισθάνεται αυτό το ενδιαφέρον της σαν μια καλλιτεχνική της εμμονή. Θέλει όλα τα συστατικά μιας παράστασης να δένουν αρμονικά και να συναπαρτίζουν μια απεικόνιση όμορφη και χωρίς απαραίτητα τις νοηματικές της συνιστώσες.
Όταν της ρώτησα για την λογοκρισία στην παράσταση Ισορροπία του Νας τάχθηκε υπέρμαχος της απόλυτης ελευθερίας στην έκφραση μέσα απ’ τις τέχνες. Μου είπε ότι η αλήθεια της παράστασης πάντοτε δικαιώνει και την ελευθερία στην ύπαρξη της. Πάντοτε η αποστολή ενός έργου ξεφεύγει της χυδαίας προπαγάνδας και όσων αυτή καταλογίζει σε οποιοδήποτε καλλιτεχνικό γεγονός. Για την Διονυσία τα πράγματα είναι απλά. Η «προβοκατόρικη» τέχνη , όπως ας πούμε αυτή της θεατρικής συγγραφέως, ηθοποιού και σκηνοθέτη Λένας Κιτσοπούλου, έχει ως σκοπό να δημιουργήσει αναταραχή σε κάτι σαπισμένα ειωθότα. Η αποδόμηση έχει τη δυναμική να προκαλέσει ρήξη ανάμεσα στο παλιό και το προοιωνιζόμενο. Η πρωτοπορία δυναμιτίζει τις συνειδήσεις , τις ξεβολεύει, τις βάζει σε διαδικασία περίσκεψης και αμφισβήτησης. Το μυαλό γίνεται πιο δεκτικό και λιγότερο ερμητικό. Σε μια παλινδρόμηση της συζήτησης σε θέματα που είχαμε ήδη αναλύσει, ξαναμιλήσαμε για τα σκηνικά. Η αγαπημένη μας σκηνοθέτης εκφράστηκε πολύ θετικά για σκηνικά πιο minimal και άρα πιο πυκνά σε όσα δείχνουν στους θεατές. Για την Διονυσία ότι δηλώνεται με μεγάλη προφάνεια δεν είναι αναγκαίο να προκύπτει και μέσα από σκηνογραφικά φτιασίδια.
Προς το τέλος της συζήτησης γίναμε λίγο πιο χαλαροί. Κάναμε μερικά τσιγάρα και απολαύσαμε το καφεδάκι μας. Έμαθα απ’ τη Διονυσία μερικούς απ’ τους αγαπημένους της σκηνοθέτες. Μαυρίκιος, Βογιατζής, Μαρμαρινός, Μοσχόπουλος, Αβδελιώδης. Την άκουσα να μου λέει ότι δεν την ελκύει καθόλου η φαρσοκωμωδία και πως πιθανόν δεν θα ασχοληθεί ποτέ με αυτό το είδος θεάτρου. Κάτι πολύ σημαντικό που θέλω να σημειώσω πριν κλείσω την παρουσίαση μου είναι η γνώμη της Διονυσίας για το κοινό της Κω. Πιστεύει, λοιπόν, η σκηνοθέτης, πως το κοινό της Κω μαθαίνει και εκπαιδεύεται ομόχρονα με την θεατρική ομάδα του Σφαγείου. Όσο πιο άρτιες γίνονται οι παραστάσεις τόσο πιο απαιτητικό και καλλιεργημένο γίνεται και το κοινό. Η σχέση κοινού και παράστασης είναι πάντοτε ωσμωτική.