Πέμπτη
5 Νοεμβρίου 2026
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 5891RSS FEED
Η χαμένη αυτοσυνειδησία της κυβερνώσας Αριστεράς, η «ηθική της ευθύνης»
Γράφει η
Σούλα Αντωνίου

«Μέσα στην απεριόριστη θεωρία ότι όλα στον κόσμο είναι λάθος, κάθε σταθερή αίσθηση ευθύνης εξαφανίζεται»

Theodor W. Adorno

Πάνε εκατό παρά κάτι χρόνια από τότε που το ιερό τέρας της κοινωνιολογίας, ο Max Weber, σε μια διάλεξη του στο πανεπιστήμιο του Μονάχου με τίτλο PolitikalsBeruf (Πολιτική ως Επάγγελμα) -είναι προτιμότερο η λέξη Beruf να μεταφραστεί στα ελληνικά ως προορισμός ή κλήση- επιχείρησε αφενός να εξηγήσει στο ακροατήριο του τι είναι πολιτική και αφετέρου να βοηθήσει τους νέους να βγουν από την ηθική και πολιτική σύγχυση στην οποία βρίσκονταν, συνέπεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εποχή  ρευστών σημασιών, επαπειλούμενων  συνόρων και απροσδιόριστων δυνατοτήτων. Οι θέσεις του Weber για το πολιτικό φαινόμενο πέραν του ότι αποτελούν για τις κοινωνικές επιστήμες σημείο αναφοράς παραμένουν στις μέρες μας, μετά από τόσα χρόνια, επίκαιρες.

Στις εξαντλητικά λεπτομερειακές αναλύσεις του και τις αφηγηματικά συναρπαστικές περιπλανήσεις του στην ιστορία, στις ιστορίες των πολιτισμών, μας καλεί να ταξιδέψουμε στο γνωσιολογικό του σύμπαν με εργαλείο ανάλυσης την «υποκειμενική αντικειμενικότητα» ή την «ατομοκοινωνική δράση», προκειμένου να διακριβώσουμε το πώς ορισμένες «αξίες- ιδέες» από τη στιγμή που συνδέθηκαν με συγκεκριμένες κοινωνικές διαδικασίες έγιναν άξονες προσανατολισμού της συμπεριφοράς και δράσης. Απέβησαν συγκροτησιακοί μηχανισμοί των κοινωνικών σχέσεων.

Μια από τις μορφές σχέσεων, η απόλυτη σχέση ή η σχέση των σχέσεων είναι η εξουσία. Ο Weber εξετάζοντας το φαινόμενο εξουσία μας έδωσε  τρεις ιδεοτύπους: α) την Ορθολογική ή Νομική, β) τη Παραδοσιακή και γ) τη Χαρισματική. Οι τύποι αυτοί της εξουσίας δεν εμφανίζονται συνήθως στην ιστορία σε «καθαρή μορφή». Η Ορθολογική ή Νομική εξουσία συνήθως συναντάται στα αστικο-φιλελεύθερα καθεστώτα και η συμμόρφωση των εξουσιαζόμενων σε αυτήν οφείλεται στη νομιμότητα των αμοιβαίως συμφωνηθέντων από τα δύο μέρη της σχέσης ρυθμίσεων. Όπως είναι εμφανές  η Ορθολογική ή Νομική εξουσία έχει ως γνώμονα  ενάσκησης της το ορθολογικά διαρθρωμένο και νομοθετικά επικυρωμένο σύμφωνα με το πνεύμα του Συντάγματος κανονιστικό πλαίσιο και υποστηρικτικό βραχίονα εφαρμογής της τη γραφειοκρατία.

Αναφερόμενος ο Weber στην πολιτική λέει: «Αυτή γίνεται με το κεφάλι, αλλά δεν είναι εντελώς βέβαιο ότι γίνεται με  αυτό». Με  πλάγιο τρόπο αφήνει να εννοηθεί ότι η σκέψη των πολιτικών δεν είναι πάντα ορθολογική και  ότι σε αυτήν συνυπάρχουν και μη ορθολογικά στοιχεία, όπως το συναίσθημα, οι παρορμήσεις κ.α.. Επίσης, μας λέει ότι υπάρχουν δύο τρόποι για να κάνει κανείς την πολιτική «επάγγελμα». Ο ένας τρόπος είναι να ζει για την πολιτική και ο άλλος να ζει από την πολιτική. Αυτός που ζει για την πολιτική έχει τάξει τη ζωή του στην εξυπηρέτηση μιας κοινής υπόθεσης, του «κοινού αγαθού», αυτό του δίνει υπαρξιακό νόημα. Αυτός που ζει από την πολιτική κάνει την πολιτική πηγή εισοδήματος. Σκιαγραφώντας, το προφίλ του πολιτικού ηγέτη διακρίνει με κριτήριο την ηθική δύο είδη πολιτικών: τον πολιτικό εκείνο του οποίου οι αποφάσεις και οι πράξεις καθοδηγούνται από την «ηθική του φρονήματος ή της πεποίθησης» (Gesinnungsethik) και αυτόν του οποίου οι πράξεις χαρακτηρίζονται από την «ηθική της ευθύνης» (Verantwortungsethik).

Ο πολιτικός, σύμφωνα με τον Γερμανό κοινωνιολόγο, οφείλει να  διαθέτει τις  ακόλουθες ιδιότητες: πάθος, αίσθημα ευθύνης και μέτρο. Ο πολιτικός της «ηθικής του φρονήματος» είναι βαθιά διαποτισμένος από  απόλυτες αξίες-ιδέες, τις οποίες με την ασκούμενη πολιτική του επιδιώκει να εμπραγματώσει, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεων του. Πάρα του ότι κινείται από αγαθές προθέσεις, η φλόγα που κρατάει αναμμένες τις ιδέες του μπορεί να τις κάψει. Η υποβλητική εικονοποιία που τις συνθέτει με τη μορφή μεγαλείου και η οποία αγγίζει τα όρια της ιδεοληψίας συσκοτίζει τον αντιληπτικό του ορίζοντα, τον εμποδίζει να διακρίνει την εμπειρική πραγματικότητα, να λάβει υπόψη του τον ισχύοντα συσχετισμό δυνάμεων. Αυτό τον κάνει να αδιαφορεί για τις αρνητικές συνέπειες  που μπορούν να δημιουργήσουν οι πράξεις του.

Στην ιστορία, όχι σπάνια, παρατηρείται το φαινόμενο η πολιτική της απολυτότητας των ιδεών να οδηγεί σε τραγικά αποτελέσματα για τα οποία ο πολιτικός της «ηθικής του φρονήματος» δεν θεωρεί υπεύθυνο τον εαυτό του, μεταθέτει τα βάρος της ευθύνης στους «άλλους». Οι «άλλοι» για αυτόν, σύμφωνα με τη Σαρτρική έκφραση, «είναι κόλαση». Οι «άλλοι» κυρίως και βασικά είναι οι συνεργάτες του, τους οποίους ο ίδιος επέλεξε, αποκαλώντας τους «ανόητους».

Όσον αφορά τον πολιτικό που δρα με γνώμονα την «ηθική της ευθύνης» δεν σημαίνει ότι δεν εμφορείται από ιδέες, εκείνο όμως που τον χαρακτηρίζει είναι ότι σταθμίζει τα πράγματα του περιβάλλοντος πριν πάρει τις αποφάσεις του, προκειμένου να μη βλάψει με τις ενέργειες του τη χώρα του και τον λαό της. Από τη στιγμή που θα διαπιστώσει παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του, ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί  στα καθήκοντα του και στις δύσκολες απαιτήσεις των καιρών, τότε διαλεγόμενος με τον εαυτό του αναλαμβάνει ακέραια την ευθύνη, έχει τη γενναιότητα και το θάρρος να πει, σύμφωνα με το Weber: «Σταματώ εδώ, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς».

Αυτό σημαίνει ότι ο πολιτικός της «ηθικής της ευθύνης» θυσιάζει τον εαυτό του και όχι τον λαό του και δεν κάνει άθλιους συμβιβασμούς για να διατηρηθεί στην  εξουσία. Δηλαδή δεν υποθηκεύει με την υπογραφή του το παρόν και το μέλλον της χώρας του, δεν παραδίδει τον πλούτο της στο ξένο κεφάλαιο, καθιστώντας την αιωνόβια «αποικία χρέους» και δεν λέει για να δικαιολογήσει την αναντιστοιχία υποσχέσεων- πράξεων ότι «είχαμε αυταπάτες».

Δεν  θα υιοθετήσω τον χαρακτηρισμό ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός είπε ψέματα, όταν από την Θεσσαλονίκη μας διαβεβαίωνε κατηγορηματικά χρησιμοποιώντας αγοραίους όρους ότι το πρόγραμμα του έχει «κοστολογηθεί» με ακρίβεια. Και τα μικρά παιδιά λένε ψέματα, αλλά είναι ανεύθυνα. Θα ισχυριστώ, όμως ότι η δικαιολογία του ότι «είχε αυταπάτες» μοιάζει παιδιαρίστικη. Όχι μόνο ότι δεν τον τιμά ως πολιτικό ηγέτη, αλλά ούτε ελαχιστοποιεί τη βαρύτητα της ηθικοπολιτικής ευθύνης που εκείνος φέρει, αντίθετα την πολλαπλασιάζει, καθώς προσπαθεί να την καλύψει με την αλχημεία άνευρων λέξεων.

Είναι σαφές ότι δεν ταιριάζει στην έχουσα το «ηθικό πλεονέκτημα Αριστερά» υπό την ιδιότητα της ως κυβερνούσα Αριστερά με ην ασκούμενη πολιτική της να αυτοακυρώνεται. Η ηθική υπεροχή τόσο του ανθρώπου όσο και ενός πολιτικό-ιδεολογικού σχηματισμού κρίνεται και επιβεβαιώνεται από τις πράξεις του. Η Αριστερά, στις διάφορες μορφές και εκφάνσεις της στην ιστορία, υπήρξε οραματική και αγωνιστική και ως συνείδηση και ενέργεια είναι ιστορία αγώνων. Ο λόγος της είναι ανα-στοχαστικός και ριζοσπαστικός, νοηματοδοτεί τη σκέψη και κινητοποιεί τη δράση για την αλλαγή των σχέσεων. Δεν ταριχεύει το μυαλό των ανθρώπων για να το θέσει υπό την κηδεμονία της και δεν κάνει λιτανείες εικόνων, φέρνοντας την Παναγία τη Σουμελά μπας και φωτίσει τον «ψεκασμένο» εγκέφαλο των Ελλήνων!!

Η Αριστερά αναδεικνύει τις αιτίες που παράγουν τα αποτελέσματα, δεν βλέπει τα συμπτώματα, αλλά τη νόσο, χτυπάει το κακό στη ρίζα. Δεν στοιχειώνει το μυαλό των Ελλήνων ότι όλοι συνωμοτούν εναντίον του και δεν πέφτει στην παγίδα των πελατειακών σχέσεων για να διατηρηθεί στην εξουσία. Τον καινούργιο κόσμο, όπως έλεγε ο G.Landauer, δεν τον δομούν οι αιτίες που δημιούργησαν τους ανθρώπους κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Στη βάση αυτής της συλλογιστικής, το ερώτημα που προκύπτει είναι: ποιοι είναι οι όροι που καθιστούν την Αριστερά, αληθινή Αριστερά; Θα λέγαμε, ποιοι άλλοι, από τον αγώνα της για την αλλαγή κοινωνικού παραδείγματος, την προαγωγή του μεγάλου έργου του συλλογικού. Για αυτό και η νοηματική αξιοπιστία και η κοινωνική ευαισθησία της Αριστεράς δεν συνάδουν με την παράδοση των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας, υπό συνθήκες γαλέρας, στις αδηφάγες ορέξεις της παγκοσμιοποιημένης αγοράς.

Η Αριστερά «δεν κάνει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης κανονικότητα», όπως έλεγε ο Walter Benjamin, ολοκληρώνοντας και κορυφώνοντας το δυσβάστακτο καθεστώς που βρήκε. Δηλαδή δεν εκποιεί τον εθνικό πλούτο βαφτίζοντας την εκποίηση “αξιοποίηση” και δεν αγοροποιεί και αριθμοποιεί στο όνομα της “ανάπτυξης” τις κοινωνικές και εργασιακές σχέσεις, εντάσσοντας τις στη θεσμίζουσα λογική μιας αιωνόβιας νέο-αποικιοκρατίας. Μόνο μια Αριστερά που έχει χάσει την αυτοσυνειδησία της, όντας εμφορούμενη από νέο-φιλελεύθερες πρακτικές, είναι ανίκανη -κατά τον A.Gramsci- να αποβεί παιδαγωγούσα δύναμη και να αναχθεί σε υποκείμενο δράσης.

Η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας δεν επέρχεται με εξαγγελίες, ούτε με την κατάλυση κάθε εργασιακού δικαιώματος και την ελαστικοποίηση και αποθέσμιση της εργασίας. Επέρχεται με την αναγνώριση της κοινωνικής διάστασης της εργασίας ως δικαιώματος και δημιουργίας, με σκοπό να αποκτήσει και πάλι η ζωή νόημα, να πάψει να είναι «γυμνή ζωή» (G.Agamben), ευάλωτη και ανίκανη να επενεργήσει πάνω στην πραγματικότητα.

Τελικά, μια πολιτική της «ηθικής της ευθύνης» δεν συντηρεί τους Έλληνες ως νέο-επαίτες,  μοιράζοντας τους μερίδες φαγητού, όπως συνέβαινε κατά τον Μεσαίωνα που παρακαλούσαν οι πεινασμένοι την εκκλησία για ένα κομμάτι ψωμί, φωνάζοντας «Brot durch Gott». Όσο και αν μαρτυρούν ανθρωπισμό και φιλανθρωπία αυτές οι συμπεριφορές, δεν έχουν, όπως έλεγε ο Kant, καμία «αληθινή ηθική αξία».

Μια πολιτική της «ηθικής της ευθύνης» αναμετράται δυναμικά με τα κοινωνικά προβλήματα, δημιουργεί προοπτικές και διανοίγει δρόμους αυτογενούς και αυτοδύναμης ανάπτυξης, εξόδου από την ύφεση, τη φτώχεια και τον αποκλεισμό, συνθήκες που παράγουν οι άνισες οικονομικές σχέσεις. Ασφαλώς υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αυτοϋπονομεύσει ένας λαός το παρόν και το μέλλον του και να οδηγηθεί στο παραμονεύον «πελώριο σφαγείο της ιστορίας» (Hegel). Ένας από αυτούς είναι η απουσία πρακτικού και θεωρητικού λόγου στη ζωή (vita activa και vita contemplativa) ως αναγκαία προϋπόθεση χειραφέτησης της κοινωνίας και πραγμάτωσης της ελευθερίας -για να θυμηθούμε την H.Arendt. Και το ερώτημα είναι: μπορεί κάτω από συνθήκες οικονομικής αιχμαλωσίας και κοινωνικής υποτέλειας να υπάρξει ελευθερία και «δίκαιη ανάπτυξη»;

Υ.Γ. Αφιερώνεται στην προσωπικά άγνωστη μου, αλλά γνωστή για το ήθος της και την ασυμβίβαστη πολιτική της στάση, Σοφία Σακοράφα, που έδειξε ότι οι γυναίκες κάνουν τη διαφορά στην Ευρω-Βουλή. Με εκτίμηση.