Παρασκευή
9 Οκτωβρίου 2026
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 5863RSS FEED
Κατάρρευση των θεσμών
Γράφει ο
Αντώνης Τσίχλης

Κάποτε ο Κρίτων, παιδικός επιστήθιος φίλος του Σωκράτη, είπε στο δεύτερο ( το Σωκράτη): «Με την αξία του μυαλού σου εσύ θα διοικήσεις μία μέρα την πόλη μας». Ο Σωκράτης, που δε χάρηκε από αυτόν τον έπαινο, του απήντησε: «Το καυτό πρόβλημα της ζωής δεν είναι η πολιτική, αλλά πώς θα κάνομε τους ανθρώπους καλύτερους. Κοινωνία που είναι αφοσιωμένη στην Αρετή εύκολα διοικείται, ενώ ούτε ο Ολύμπιος Περικλής θα καταφέρει τίποτε μέσα στην αναστάτωση που μας ζώνει». Και, επειδή ο Κρίτων έμοιαζε να απορεί, πρόσθεσε ο Σωκράτης: «Δεν βλέπεις γύρω σου το ταπεινό κυνήγι των συνανθρώπων μας, άλλων για χρήματα, άλλων για κορεσμό των πάσης φύσεως σαρκικών απολαύσεων και άλλων για κακής ποιότητας διασκέδαση; Σκουλήκια όλοι. Και αντί να τους διορθώνουν οι πολιτικοί, εκμεταλλεύονται τα πάθη τους, για να τους κρατούν κοντά τους. Μόνον η παιδεία μπορεί να σώσει τον κόσμο. Η γνώση φωτίζει τον άνθρωπο και του μαθαίνει ποιο είναι το πραγματικό συμφέρον του. Κανένας δεν είναι κακός παρά από άγνοια (ουδείς εκών κακός)».

Πόσο επίκαιρος, πόσο σύγχρονος, ή πόσο διαχρονικός είναι ο σωκρατικός λόγος! Τι κι αν πέρασαν από τότε 2.500 χρόνια! Η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα αποδεικνύει ότι δεν διδαχθήκαμε τίποτα από το μέγιστο σοφό της ανθρωπότητας. Δεν γίναμε μύστες των ιδεών του. Γι’  αυτό και ως έθνος έχομε διανύσει πολύχρονες περιόδους παρακμής και έχομε γνωρίσει αρκετές καταστροφές.

Αλλά και η παρούσα κρίσιμη εθνικώς περίοδος την οποία διανύομε οφείλει την ύπαρξή της στην ελλιπή ή και ανύπαρκτη Παιδεία του έθνους. Και την ευθύνη προς τούτο αποκλειστικώς την φέρει η πνευματική και, πρωτίστως, η πολιτική «ηγεσία» του έθνους. Αυτοί ευθύνονται για το ότι δεν διαμορφώθηκε και δεν εφαρμόσθηκε μία πραγματική εθνική παιδεία σε μήκος χρόνου.

Συμβαίνει και σήμερα αυτό που ισχυρίσθηκε ο Σωκράτης. Ότι δηλαδή οι πολιτικοί εκμεταλλεύονται τα πάθη των πολιτών, για να τους έχουν καθυποταγμένους. Δεν επιδιώκουν τη διαμόρφωση ενός Έλληνα Πολίτη αληθινά ελεύθερου. Τον θέλουν να μένει διαρκώς στην άγνοια, στη σύγχυση, στην αβεβαιότητα και το φόβο του μέλλοντος. Μόνον έτσι θα μπορούν να τον κρατούν πισθάγκωνα δεμένο, δεσμώτη των προλήψεων, των προκαταλήψεων, των δεισιδαιμονιών,  των αδυναμιών και των παθών του. Για τούτο και διεμόρφωσαν συστηματικώς τους κύριους κοινωνικούς θεσμούς με τέτοιον τρόπο, ώστε να προκύψει το επιδιωκόμενο (για την καθεστηκυία τάξη) αποτέλεσμα. Δηλαδή η πνευματική ανεπάρκεια και ο ηθικός μαρασμός ή στραγγαλισμός των πολιτών, για να αλλοτριώνονται εύκολα και εν συνεχεία να ετεροκαθορίζονται κατά τις βουλές των εκάστοτε «ηγητόρων». Με άλλα λόγια η μετάπτωσή τους από την ιδιότητα του Πολίτη στην κατάσταση του υπηκόου.

Η Οικογένεια, ως βασικός θεσμός κοινωνικοποίησης και ηθικοπνευματικής αγωγής των νέων πολιτών, κατεβλήθη συνειδητή προσπάθεια κατά τις τρεις τέσσαρες τελευταίες δεκαετίες να διαβρωθεί με την υιοθέτηση πρακτικών και νοοτροπιών ξένων προς την ελληνική παράδοση και πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα απτό. Η δομή και η λειτουργία της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας σε πλείστες περιπτώσεις αλλοιώθηκαν και «εκβαρβαρίσθηκαν».  Τα μηνύματα προς τούτο τα μετέφεραν οι ίδιοι οι πολιτικοί, καθώς επίσης και οι ίδιοι διεμόρφωσαν και το νομικό πλαίσιο της λειτουργίας της. Πώς πλέον να επιτελέσει η οικογένεια τον εξ ορισμού ρόλο της, δηλαδή την ηθικοπνευματική διαμόρφωση των νέων μελών της κοινωνίας; Είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες είτε σύζυγοι τυπικώς και ουσιαστικώς δεν υπάρχουν, είτε αυτοί απλώς συμβιώνουν, είτε οι γονείς ζουν σε διαφορετικές μεταξύ τους ή και με τα τέκνα τους κατοικίες; Είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι γονείς με τα τέκνα τους δεν συναντιούνται παρά ελάχιστα, δεν συζητούν μεταξύ τους καθόλου, δεν ελέγχουν καθόλου οι πρώτοι τη ζωή των δευτέρων; Σε πάρα πολλές περιπτώσεις τα παιδιά μεγαλώνουν μόνα τους, ή στην καλύτερη περίπτωση με τεχνητές μάνες ξενικής προελεύσεως, έρμαια στους πολύμορφους κινδύνους που ελλοχεύουν σε κάθε τους βήμα μέσα και έξω από την οικία τους.

Εξ άλλου και η Εκπαίδευση, ο δεύτερος κατά σειρά κοινωνικός θεσμός αγωγής των νέων, σε όλες τις βαθμίδες της παρουσιάζει την εικόνα ενός ημιθανούς σώματος. Και μόνον ο αριθμός των μεταρρυθμίσεων που έχουν ήδη σχεδιασθεί και εφαρμοσθεί στον πολύπαθο αυτό χώρο κατά τα τελευταία σαράντα έτη αποδεικνύουν την προχειρότητα και την ανεπάρκειά τους. Τα επιχειρήματα που επιστρατεύονται για την εφαρμογή μίας μεταρρυθμίσεως σε μία δεδομένη χρονική στιγμή, αυτά τα ίδια απαξιώνονται και καθυβρίζονται σε μία σύντομη χρονικά μεταγενέστερη στιγμή από το ίδιο φυσικό πρόσωπο ή τον ίδιο πολιτικό φορέα που εμπνεύσθηκε και τις δύο μεταρρυθμίσεις. Οι μαθητές φορτώνονται με πλήθος άχρηστων γνώσεων, η εκπαίδευση έχει κατεύθυνση κυρίως τεχνοκρατική (ενώ θα έπρεπε να υπάρχει εξισορρόπηση ανθρωπιστικής και τεχνικής εκπαίδευσης), η επαφή των νέων με την ανεξάντλητη πηγή της αρχαίας σοφίας είναι ανύπαρκτη ή τουλάχιστον επιδερμική, η κριτική σκέψη παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, η ιστορία εν πολλοίς διδάσκεται διαστρεβλωμένη, ενώ καλλιεργείται στο σχολείο το πνεύμα της ήσσονος προσπάθειας, της αταξίας, της ατιμωρησίας, της έλλειψης σεβασμού και υπευθυνότητας. Η εικόνα του σύγχρονου ελληνικού Πανεπιστημίου και εν πολλοίς του Λυκείου απεικονίζουν ανάγλυφα το τέλμα και τη σήψη, καταστάσεις στις οποίες έχει περιέλθει η ελληνική εκπαίδευση.

Αλλά και η  Εκκλησία έχει απεκδυθεί παντελώς της ευθύνης και του ρόλου της για την ηθική διαπαιδαγώγηση των νέων. Η Εκκλησία ανέκαθεν αποτελούσε το στυλοβάτη της κοινωνίας και του έθνους, τόσο με τις θυσίες στις οποίες υπεβλήθησαν επιφανείς και γενναίοι ηγέτες της σε περιόδους εθνικού μαρασμού, όσον και με την ανάληψη εκ μέρους φωτισμένων ιεραρχών της ευθύνης για τη διατήρηση άσβεστης της φλόγας της Πίστεως, της Γλώσσης και της Ιδέας της Ελευθερίας κατά τις ίδιες σκοτεινές περιόδους εθνικής καρτερίας. Κάποτε οι ιεράρχες με το λόγο τους, προφορικό ή γραπτό, στόχευαν στη βελτίωση της κοινωνίας, στην ανάταση του ανθρώπου. Όντες οι ίδιοι βαθείς γνώστες  και ως εκ τούτου φορείς της αρχαίας ελληνικής σοφίας, παράλληλα με το γενικό φιλανθρωπικό τους έργο, ούτε στιγμή δεν έπαυσαν να πασχίζουν για την παιδεία του ελληνισμού, κυρίως των νέων. Απτήν προς τούτο απόδειξη αποτελεί η ζωή και η δράση, ενδεικτικώς μόνον, των τριών Ιεραρχών, του Ευγενίου Βουλγάρεως και του Ιωσήπου Μοισιόδακος. Και ενώ όλοι αυτοί αφιέρωσαν αρκετό χρόνο για τη γλωσσική καλλιέργεια και την ηθική διάπλαση των νέων, δυστυχώς σήμερα οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας ήκιστα μεριμνούν για αντίστοιχα θέματα. Σήμερα περισσότερο παρά ποτέ η Εκκλησία έχει εκκοσμικευθεί στο μέγιστο βαθμό. Ο λόγος της δεν αγγίζει τους νέους, οι οποίοι έχουν πλέον απομακρυνθεί από αυτή σχεδόν στο σύνολό τους.

Τέλος η Πολιτική και τα φυσικά πρόσωπα που την εκπροσωπούν φέρουν τη μέγιστη και κύρια ευθύνη για τη φθορά των ηθών, την κατάπτωση των αξιών και τη διαφθορά των πολιτών. Πάλι εδώ θα καταφύγομε στο λόγο του αιώνιου προτύπου του ελεύθερου στοχασμού, του αμείλικτου κριτή και «μαστιγωτή» της ψευδούς σοφίας των δημαγωγών πολιτικών, του Σωκράτους. «Ένα πολίτευμα διορθώνεται», έλεγε, «μόνο αν νιώσουν οι αρχηγοί την ανάγκη της Αρετής και με το παράδειγμά τους κάνουν καλύτερους και τους κοινούς πολίτες. Δεν μπορείς να επιβάλεις την Αρετή, αν δεν την ακολουθείς πρώτος εσύ». Και λέγοντας Αρετή εννοούσε ό,τι σήμερα εμείς αποκαλούμε ως «αξίες», «ιδανικά», «αρχές».

Προκύπτει λοιπόν εύλογο το ερώτημα: διαθέτουν Αρετή, και επομένως μπορούν να τη διδάξουν με το παράδειγμά τους οι σύγχρονοι πολιτικοί στους πολίτες, στους νεωτέρους; Η απάντηση βεβαίως θα πρέπει ναι είναι μάλλον αρνητική. Το πρότυπο του πολίτη, το οποίο επιμελέστατα διεμόρφωσαν, είναι εκείνου του παγκοσμιοποιημένου και όχι του ελληνόφρονος, του θιασώτη κάθε ανατρεπτικής και ακραίας ιδεολογίας και όχι του πιστού τηρητή του Μέτρου, του αθέου ή έστω του αδιάφορου περί τη θρησκεία και όχι του συνειδητού και ευλαβούς πιστού. Ανήγαγαν τη νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας σε ύψιστη σύγχρονη αρχή, ενώ καλλιέργησαν τον αρριβισμό και επέβαλαν την αναξιοκρατία. Με το παράδειγμά τους και την ανοχή τους το ύψιστο ηθικό χρέος προς την πατρίδα, δηλαδή τη στρατιωτική θητεία, την υπήγαγαν στο επίπεδο της «αγγαρείας» και μάλιστα μόνον για τα  «κορόιδα». Τον έκλυτο βίο τον ενεφάνισαν ως απελευθέρωση εκ των ηθικών φραγμών. Τον ιερό θεσμό της οικογένειας τον μετέτρεψαν είτε σε μία μορφή ανώνυμης εταιρείας είτε σε καλυμμένο άλλοθι της κρυφής και ύποπτης ζωής. Την ψευδολογία και την ανακολουθία τις παρουσίασαν ως σύγχρονες υψηλές τέχνες του «πείθειν» το λαό. Την κλοπή του δημοσίου χρήματος τη θεώρησαν ως αναφαίρετο δικαίωμα και προνόμιο της εξουσίας. Την υποχωρητική και δουλοπρεπή στάση έναντι όλων όσοι έρχονται με αρπακτικές διαθέσεις προς την πατρίδα μας την ανύψωσαν  σε μοντέρνο διπλωματικό ελιγμό. Την αμάθεια και το σκοταδισμό που επέβαλαν στο λαό τα μετονόμασαν προωθημένες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και πνευματικές μετεξελίξεις.

Γι’  αυτό ακούγονται πάντοτε, και κυρίως σήμερα, επίκαιρες οι ρήσεις δύο σημαντικών πνευματικών προγόνων μας. Ο ένας εκ των επτά σοφών της αρχαιότητας, ο Βίας ο Πριηνεύς, απεφάνθη ότι «αρχή άνδρα δείκνυσι». Ο άλλος, κορυφαίος τραγικός, ο Σοφοκλής, ομολόγησε ότι «αμήχανον δε παντός ανδρός εκμαθείν ψυχήν τε και φρόνημα και γνώμην, πριν αν αρχαίς τε και νόμοισιν εντριβής φανή». Και οι δύο ουσιαστικώς διατυπώνουν την ίδια κρίση. Ο πρώτος πιστεύει ότι η κατοχή και άσκηση της εξουσίας δείχνει το ποιόν και την ικανότητα του ανδρός. Ο δεύτερος πάλι συμφωνεί ότι είναι αδύνατο να γνωρίσει κανείς την ψυχή, τα αισθήματα και τις σκέψεις κάθε ανθρώπου, προτού αυτός δοκιμασθεί στην άσκηση της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας.

Και όντως σήμερα, καθώς καθημερινώς ακούμε το λόγο και βλέπομε τις πράξεις των πολιτικών, διαπιστώνομε αν αυτοί πληρούν ή όχι τις προϋποθέσεις για την αναρρίχησή τους στην πολιτική και την άσκηση της εξουσίας, αν διαθέτουν ή όχι ποιότητα, αν εφαρμόζουν ή όχι το τρίπτυχο «σκέψη-απόφαση-πράξη». Το αποτέλεσμα πάντως το οποίο έχει προκύψει, δηλαδή η ποικίλη πολιτική, οικονομική, κοινωνική κατάσταση στην οποία έχουν οδηγήσει το λαό και την πατρίδα, διαλευκαίνει εύγλωττα τις ως άνω απορίες.

Κλείνοντας τη σύντομη αυτή, υποκειμενική οπωσδήποτε, αναφορά στα αίτια της σύγχρονης κακοδαιμονίας μας, θα ακούσομε τα ξεχασμένα λόγια του Σωκράτη: «εγώ, φίλοι μου, πιστεύω πως, αν ένας βοσκός έκανε τις αγελάδες του χειρότερες (αδυνατότερες) και λιγότερες, ο ίδιος θα ομολογούσε ότι είναι κακός γελαδάρης. Θα ήταν όμως αδιανόητο κάποιος, ο οποίος παρέλαβε την αρχή της χώρας κι έκανε τους πολίτες λιγότερους και πτωχότερους, να μην παραδέχεται πως είναι κακός άρχοντας, ώστε να παραιτηθεί από μόνος του».