
Η ακτή του Dover είναι στην πραγματικότητα ένας λευκός βράχος γραπωμένος στον ουρανό. Ο μύθος λέει πως εκεί πήγαινε ο M. Arnold για να καπνίσει στο τσιμπούκι του όλες τις μεγάλες ιδέες της εποχής του. Το Ομώνυμο Ποίημα “Dover Beach” λέει κάτι άλλο. Λέει για την αρχέγονη θάλασσα του Αιγαίου και για τα βήματα του Σοφοκλή (συγγραφέα του Οιδίποδα), που τα ’φερναν τα κύματα μέχρι τις ακτές της Νότιας Αγγλίας. Λέει για την «κοινή ανθρώπινη μοίρα» των 3 ειδών μας: των «Βάρβαρων», των «Φιλισταίων» και των ¨Προλετάριων». Άραγε σε ποιο ανήκαμε από πάντα;
Έχουν περάσει πολλά χρόνια από το Ρομαντισμό και τα διεθνιστικά του οράματα. Η ανάσυρση των δαιμονικών αισθημάτων του (κατά πως τα όρισε η Lote Aisner μιλώντας για το «επερχόμενο» του χιτλερισμού στον 20ο αιώνα) δεν άφησε παρά ελάχιστα κοχύλια στο ακροθαλάσσι. «Καλώς ήρθατε στο επερχόμενο της εποχής της μηχανής» φωνάζουν ανασηκώνοντας με αλαζονεία τους αδιάφορους ώμους τους τα βιομηχανικά καράβια που περνάνε. «Καλώς ήρθατε στην εποχή» όπου ο διαφορετικός, απόβλητο παιδί της κοινωνικής συνοχής, διαφορετικά βαφτισμένο σε κάθε τόπο και κάθε δεκαετία, συντρίβεται πια όχι μόνο από εθνοκαθάρσεις και βομβαρδισμούς αλλά κι από την υπερκατανάλωση της διαφοράς του...
Σκαλίζει ο κόσμος το πρόσωπο του εχθρού του αναπαράγοντάς το τελικά, νομιμοποιώντας διαρκώς αυτό που καταγγέλλει, σ’ έναν αιμάτινο κύκλο, τρεις χιλιάδες χρόνια τώρα, ανίκανο ν’ αλλάξει το πρόσωπο, αφού κυνηγά το προσωπείο: «κακοί Αμερικανοί», «κακοί Αλβανοί», «κακοί Έλληνες», «κακοί μαύροι», «κακοί Εβραίοι», «κακοί Άραβες», «κακές γυναίκες», «κακοί ομοφυλόφιλοι»... Ήταν πάντα πιο βολικό να αναθέτουμε, μέσα από την απλουστευτική γλώσσα που θυμίζει την νηπιακή ηλικία της ανθρωπότητας, τις ευθύνες μας σε μεταφυσικές οντότητες απόλυτου ‘καλού’ και απόλυτου ‘κακού’. Κι ήταν πάντα πιο χρήσιμο αυτήν την βόλεψη να την χειραγωγούν όσοι την αληθινή βόλεψη μας στερούσαν. Για να ξεγελαστείς πρέπει να αυτοξεγελαστείς πρώτα.
Στην πραγματικότητα πίσω από όλα τα πρόσωπα κι από όλα τα προσωπεία, πίσω από όλες τις εποχές κι από όλες τις συνθήκες, πίσω από όλες τις αρνήσεις να αποδοθεί η ιδιότητα του ανθρώπου σε όσους δεν χωρούν στα κουτάκια μέσα στα οποία τοποθετούνται από τους βολικά άβολους επαΐοντες ο φόβος και η ανάγκη, είναι τα ίδια δυο πρόσωπα που συγκρούονται αλλάζοντας, κατά περίσταση, ρόλους. Ο άρχων κι ο αρχόμενος: Ήταν οι αρχαίοι Αθηναίοι στην αρχέγονη θάλασσα του Αιγαίου που μηνούσαν, με την ψυχρή λογική της υπερδύναμης, στους Μιλήσιους πως παρά τη συγνώμη τους θα τους κατέστρεφαν, γιατί αλλιώς θα ’χαναν την αξιοπιστία τους κι άρα την υπακοή όλων των άλλων. Τρεις χιλιάδες χρόνια τώρα, έχοντας απαντήσει στους υπαρξιακούς επιθανάτιους φόβους μας με το ιδεολόγημα της «θείας χάρης», κι έχοντας αντικαταστήσει, όπως μας έδειξε ο Βέμπερ, τη θεία χάρη μετά με τα «μέγα σύμβολά της», την ατομική επιτυχία και άρα (και) την ατομική εξουσία, ντυμένη συλλογικά ως εξουσία της δικής μας (εθνικής, ιδεολογικής, θρησκευτικής, σεξικής) ομάδας. Αναζητώντας την, ανάστροφα, στη δυστυχία, την αποτυχία ή την υπακοή των όποιων «διαφορετικών», υποταγμένων και κυρίως (ακόμη κι από θρησκείες της αγάπης που ‘ξεχνούν’ μόνιμα πως ο Χριστός γεννήθηκε ανάμεσα στα ζώα και πέθανε ανάμεσα στους ληστές) των όποιων κυνηγημένων ως «εχθρών της ηθικής» και «του ανθρώπινου γένους».
Ο καινούργιος αιώνας μπαίνει με τις ελπίδες και τις διαψεύσεις των προηγούμενων. Κρατώντας όμως στα δόντια το χασαπομάχαιρο της απελευθερωμένης αγοράς μας επαναφέρει σε περιόδους όπου ο άνθρωπος ξαναγυρνά στα ένστικτα (την επιβίωση ή το συμφέρον σε μια πολύπλοκη ζούγκλα), αφήνοντας στην άκρη αξίες όπως η αλληλεγγύη στους διαφορετικούς ή διωκόμενους, τοτέμ του ξεχωριστού -υπέθετε- από την υπόλοιπη φύση «ανθρωπιστικού» πολιτισμού του.
Επανερχόμαστε σε περιόδους «ιεράς εξέτασης» στο βάθος, όπου ο λαός «έπρεπε» κι «έτρεχε» να δει τους «διαφορετικούς» κρεμασμένους. Μεγεθυμένη κι ολόφωτη η μεσαιωνική πλατεία ως οθόνη του συλλογικού CNN ή του ατομικού υπολογιστή, με διαπρύσιους κήρυκες πολιτικούς (στο όνομα της πατρίδας ή της κοινωνικής δικαιοσύνης, αδιάφορο πια) και μητροπολίτες (στο όνομα της αντρίλας και της καφρίλας) δεν αντιπροσωπεύει μόνο τη λειτουργία των προαιώνιων μηχανισμών καταστολής της όποιας εξουσίας, αλλά και τα πιο βάρβαρα ένστικτα της μάζας, της οποίας το συλλογικό ασυνείδητο εν μέρει εκφράζει.
Και καθώς οι «αξίες», ή μάλλον τα ένστικτα, διαμορφώνονται από απρόσωπα κέντρα τεράστιων οικονομικών συμφερόντων της παγκόσμιας αγοράς, κι οι εθνικές, θρησκευτικές, ταξικές ή πολιτιστικές διαφορές δείχνουν να υποχωρούν προς όφελος όχι της άρσης των διαφορών αλλά της ομοιογένειας της νέας αυτοκρατορίας, νέα ιδεολογήματα «μονόδρομων» και «οικονομικής προόδου» καταργούν ακόμα και την πολυμέρεια, (συνήθως υπέρ του ισχυρού αλλά δίνοντας φωνή και στον αδύναμο), που ο καταμερισμός της νεωτερικότητας είχε επιβάλει ως αναγκαία τους τελευταίους αιώνες.
Τα νέα αυτά ιδεολογήματα μιας σχεδόν οργουελικής «Νέας Γλώσσας», προβεβλημένα από τους παγκοσμιοποιημένους κι άρα πανίσχυρους αναπαραγωγικούς μηχανισμούς της κοινωνικής ιεραρχίας ως εύπεπτη ποικιλία, μας έπειθαν πριν λίγα μόλις χρόνια πρώτιστα πως «η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή». Άρα τίποτε δε συνέβαινε. Τίποτε που να μας αφορούσε. Ο πόνος των όποιων διωκόμενων, μια virtual reality, που μπορούσε να καταναλωθεί μεταξύ ενός κολωνακιώτικου καφέ στο Ντα Κάπο και μιας σέξι βίζιτας, ενόσω μιλούσες για τα πάλαι ποτέ «εκτός εποχής ιδανικά σου». Ανακαλύπτοντας σ’ έναν κόσμο που δεν υπάρχουν αθώοι πως το βιβλικό «μήλο του κακού», ή ο αρχαίος λοιμός της Θήβας, δεν ήταν παρά το «καταναλωτικό» επίπεδο (αυτή η ανταλλαγή της κοινωνικής ιεραρχίας κι άρα της θείας χάρης), που κυνικά κοίμιζε κι εσένα και τις μνήμες σου και τις αρχές σου: Ο Όργουελ είχε δίκιο όταν περιέγραφε το μέλλον σαν μια μπότα σ’ ανθρώπινο πρόσωπο. Μόνο που δεν μπόρεσε να προβλέψει πως αυτήν την μπότα θα σου μάθαιναν να την ζητάς... Κι έπειτα, όταν το θύμα αποκαλυπτόταν πια με το δικό σου πρόσωπο, όταν άρχιζε κάτι πραγματικά ‘να συμβαίνει’, να μην μπορείς μέσα από την επίκτητη ανημπόρια, πια να την διώξεις.
«Η αγορά, θεσμοποιώντας τα ένστικτα, θα εξημερώσει τα πλήθη», λένε οι εκσυγχρονισμένοι του νεο-φιλελευθερισμού. Όμως θα «φάει» πρώτα όσα πλήθη δε χρειάζεται. Όπως κι οι κάθε είδους «καθαροί» τόσους αιώνες Ο Χίτλερ ως πιο ‘γνήσιος’, εκπροσωπώντας την ανάσυρση δαιμονικών αισθημάτων, έσπασε το προσωπείο του πολιτισμού, ‘εκλογικεύοντας’;; τα πιο βάρβαρα ένστικτα. Δείχνοντας με την «τελική λύση» του πώς πρέπει να φερόμαστε (όποτε δεν μας βγαίνει το χαρτί) στα «φύλλα», δλδ σ’ αυτούς κι αυτές, που περισσεύουν…
Βάρβαροι και Φιλισταίοι και Προλετάριοι, μαζί.