Γράφει η Μαρίνα Κουρμπέλα
Πολύ καιρό θέλω να σου μιλήσω, της είπε, γιατί σε εκτιμώ πολύ. Ντρεπόμουν όμως. Σκεφτόμουν μήπως σκεφθείς, ότι και εγώ σε κατηγορώ, όπως αυτοί. Θέλω, όμως να εφαρμόζω, όπως και εσύ νομίζω το «κάνε στον άλλον, αυτό που θέλεις να κάνουν σε σένα»
Ξαφνιάστηκε. Τι εννοείς, ακριβώς:
Να, αυτά που γυρίζουν και λένε κάποιοι για σένα Θέλω να μιλήσουμε.
Χαμογέλασε. Δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε με θλιμμένο βλέμμα, σαν να θυμήθηκε κάτι, όχι ευχάριστο. Άκου, θα σου απαντήσω, γιατί γνωρίζω τα καλά αισθήματα που έχεις για όλη την οικογένειά μας. Μόνο για αυτό. Όταν με πλησιάζουν για να μου πουν πόσο κακός είναι κάποιος, κάποια, η κάποιοι, το πρώτο που σκέφτομαι είναι γιατί το κάνουν. Αν το κάνουν από ενδιαφέρον για μένα. Να με προφυλάξουν από αυτόν που κατηγορούν. Αν ποτέ, η σχεδόν ποτέ δεν έχουν δείξει ότι ενδιαφέρονται για μένα, τότε, σκέφτομαι, πως έχουν δικό τους λόγο που το κάνουν. Πως θέλουν να βλάψουν αυτόν τον οποίο κατηγορούν, εκδικούνται για κάποιο δικό τους λόγο, και προσπαθούν να καλλιεργήσουν σε μένα αντιπαθή και εχθρικά αισθήματα. Τότε, νοιώθω άσχημα, και δεν προσέχω τα λόγια τους. Ενοχλούμαι, μάλιστα, γιατί θέλουν να συμμετέχω στην έχθρα τους για κάποιους, να κάνω, δηλαδή με έναν τρόπο, εχθρούς μου τους δικούς του εχθρούς. Να συμμετέχω σε ένα κακό που θέλουν αυτοί να κάνουν, σε έναν συνάνθρωπο, ο οποίος, όπως και όλοι οι άνθρωποι, δεν είναι αναμάρτητος, αλλά κάποιοι γίνονται οι αυστηροί κριτές του.
Μά, απάντησε, προσπαθώ να σε βοηθήσω, γιατί αυτοί που λένε για σένα, άσχημα, μπορεί να έχουν εξουσία, η παραεξουσία, φοβίζουν τους άλλους, και μπορεί να σε βλάπτουν. Για σένα το κάνω και θέλω να μιλήσουμε.
Το καταλαβαίνω, και σε ευχαριστώ, αλλά θα σου πώ κάτι που έζησα άμεσα.
Μια φορά, ένας φίλος κατά τα άλλα, επέμενε να μου κατηγορεί μια ‘άγνωστη σε μένα κυρία. Είναι έτσι, είναι αλλιώς, πρόσεχε, μην την κάνεις παρέα, μην την προσλάβεις στη δουλειά σου, και διάφορα. Αγανάκτησα, Την ξέρεις προσωπικά; Τον ρώτησα.
Βέβαια, αφού είμαστε συγγενείς. Τα παιδιά της με τα παιδιά μας, μαζί μεγάλωσαν. Μέχρι εχθές, ερχόταν κάθε ημέρα στο σπίτι. Εκεί φάγαμε το μεσημέρι. Χθες.
Τρόμαξε. Αφού έχει τόσα αρνητικά, γιατί δεχόσουν να έρχεται στο σπίτι σας και μάλιστα κάθε ημέρα; Αλλάζουν τα αισθήματα για έναν άνθρωπο, που τον δεχόσουν και τον έκανες παρέα, έως χθες, και σήμερα επιδιώκεις το κακό του συκοφαντώντας τον; Είσαι ένας σημαντικός επιστήμων και με όνομα στην κοινωνία, σε πιστεύουν. Με αυτό που κάνεις, χρησιμοποιείς την εξουσία που έχεις για να βλάπτεις.
Δεν απάντησε. Με κοίταξε. Μετά από λίγο μου εξομολογήθηκε, πως είχε θυμώσει. Της πρότειναν να μένει μαζί τους, σε ένα ωραίο, μεγάλο δωμάτιο που διέθεταν και να συμμετέχει, έστω και λίγο στις δαπάνες σε τέτοια περίοδο κρίσης. Είχαν ανάγκη! Αυτή, όμως, δε δέχθηκε.
Αυτός είναι ο λόγος που τη διαβάλεις;
Ναι, είπε με σκυμμένο κεφάλι. Αυτός είναι, και σκέφτομαι, μάλλον, να σταματήσω Νοιώθω άσχημα..
Τουλάχιστον, τον ρώτησα, ζήτησες να μάθεις γιατί αρνήθηκε να μείνει μαζί σας, πριν αρχίσεις τη συκοφαντική εκστρατεία εναντίον της.
Όχι, δε τη ρώτησα