
Όπως είχα τονίσει και στο τελευταίο μου άρθρο, η συνταγματική αναθεώρηση ήταν το πλέον επείγον και αναγκαίο θέμα με το οποίο έπρεπε να ασχοληθεί η νέα κυβέρνηση, με κύριο στόχο να αποτρέψει την εφαρμογή του εκλογικού συστήματος της απλής αναλογικής με το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ ναρκοθέτησε τον κοινοβουλευτισμό.
Δυστυχώς η κυβέρνηση άργησε να ξεκινήσει τη σχετική διαδικασία, και η σχετική επιτροπή, τις εργασίες της οποίας κατά το δυνατόν παρακολουθώ συνεχώς, αντί να ασχολείται με την ουσία των αναγκαίων τροποποιήσεων, επιδίδεται, κυρίως από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, σε διάφορους νομικίστικους τακτικισμούς, εκ των οποίων ο πλέον εξοργιστικός είναι ο ισχυρισμός του ότι η παρούσα αναθεωρητική βουλή, δεσμεύεται από τους στόχους που είχε θέσει η προτείνουσα βουλή,(δηλαδή στην ουσία αυτός που είχε τότε την πλειοψηφία), για τις ενότητες που πρότεινε για αναθεώρηση. Ο ισχυρισμός είναι τόσο προφανώς άστοχος, ώστε, πέραν των ατράνταχτων νομικών επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν από την αντίθετη πλευρά, να εξοργίζει οποιονδήποτε διαθέτει την κοινή λογική.
Εάν η αναθεωρητική βουλή έπρεπε να ακολουθήσει τις υποδείξεις της προτείνουσας βουλής, τότε τι χρειαζόταν και γιατί προβλέπεται από το Σύνταγμα και μάλιστα μετά από εκλογές; Η αναθεώρηση θα μπορούσε να γίνει κάλλιστα από την προτείνουσα βουλή. Προφανώς ο συνταγματικός νομοθέτης δεν ήταν ανόητος να θεσπίσει αυτή τη διαδικασία, και η πρόθεση του ήταν να κατανείμει τις ευθύνες της αναθεώρησης σε δύο βουλές, μία που θα καθόριζε ποιες διατάξεις θα τροποποιηθούν και μία, που θα προέκυπτε μάλιστα μετά από εκλογές και θα ξέφραζε και τη βούληση του λαού, η οποία θα καθόριζε το περιεχόμενο των τροποποιήσεων.
Το θέμα εδώ βέβαια είναι ότι κανένα κόμμα δεν εξέθεσε συγκεκριμένα στο λαό πως σκοπεύει να κάνει τις τροποποιήσεις, και έτσι ο λαός δεν μπορούσε να εκφράσει, έστω και έμμεσα τη βούλησή του. Αυτό όμως είναι μία παράλειψη του συντάγματος.
Στο σημείο αυτό θέλω να επισημάνω και την ατυχή παρατήρηση όλων σχεδόν των ομιλητών, ότι το σύνταγμα του 1975 είναι ένα καλό σύνταγμα που άντεξε στο χρόνο. Αν όμως ήταν έτσι, γιατί καταντήσαμε στη χρεωκοπία και τα μνημόνια;
Στη σειρά πέντε άρθρων που έχω συντάξει και έχει δημοσιεύσει η εφημερίδα σας, ισχυρίζομαι ότι το Σύνταγμα του 1975, και μάλιστα μετά τις κακές τροποποιήσεις που έγιναν στο μεταξύ ( περιορισμός των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, άρθρο 86 περί ευθύνης , ( στην ουσία ανευθυνότητας), των υπουργών κλπ.), είναι η πηγή όλων των κακών και χρήζει εκτεταμένης τροποποίησης, όπως αναλυτικά ανέπτυξα στα ανωτέρω άρθρα μου.
Όμως για την ώρα εκείνο που επείγει άμεσα είναι η αλλαγή του εκλογικού νόμου και η αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από την πρόκληση εκλογών. Το πρόσωπο και η διαδικασία ανάδειξής του Προέδρου, καμία σημασία δεν έχει, αφού με τις περιορισμένες ( στην ουσία ανύπαρκτες) αρμοδιότητές του, αποτελεί απλά, ένα συμβολικό διακοσμητικό και μάλιστα πολυδάπανο, στοιχείο του πολιτεύματος, ενώ ο εκλογικός νόμος πρέπει να είναι ένα σύστημα ενισχυμένης αναλογικής που να εξασφαλίζει την κυβερνησιμότητα της χώρας, χωρίς βέβαια θηριώδη μπόνους για το πρώτο κόμμα.
Ας αφήσουν λοιπόν η Ν.Δ. και το ΚΙΝΑΛ, τις φλυαρίες, την κωλυσιεργία και την προσπάθεια πρόκλησης εντυπώσεων, και ας συμφωνήσουν σε ένα λογικό εκλογικό νόμο, τον οποίο μάλιστα να βρουν τρόπο να συμπεριληφθεί και στο σύνταγμα ώστε να μην αλλάζει κάθε τόσο, και να προχωρήσουν τάχιστα στην αναγκαία τροποποίηση του συντάγματος, μια και για την ώρα έχουν την αναγκαία πλειοψηφία να τα εφαρμόσουν, γιατί, με την ποιότητα των βουλευτών που υπάρχουν, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η πλειοψηφία αυτή θα διατηρηθεί και θα εκλεγεί Πρόεδρος, και δεν θα έχουμε εκλογές με απλή αναλογική, πράγμα που θα σημαίνει ακυβερνησία και καταστροφή της χώρας.
Κατά τα άλλα εκείνο που χρειάζεται η χώρα δεν είναι μία περιορισμένη αναθεώρηση του συντάγματος, αλλά μία ριζική τροποποίησή του, όπως προτείνω στα ανωτέρω άρθρα μου, για την οποία όμως χρειάζεται μία συντακτική βουλή και σχετικό δημοψήφισμα, πράγμα που δεν είναι για την ώρα επείγον και θα ασχοληθώ σε επόμενο άρθρο μου.