Σαββατοκύριακo
4-5  Απριλίου 2020
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3485RSS FEED
H Σχέση του Μαθητή με το Σχολείο και ο Ρόλος του Δασκάλου
Γράφει η
Αγγελική Χαραλαμποπούλου

«Δεν θέλω να πάω στο σχολείο».

Μια φράση που ακούμε πολύ συχνά, από μαθητές όλων των ηλικιών. Είτε πάνε στο δημοτικό, είτε στο γυμνάσιο ή το λύκειο.
Δεν  νομίζω  πως  υπάρχει κάποια άλλη φράση στην οποία να συνοψίζεται πιο παραστατικά η σχέση του μαθητή με το σχολείο. Και όταν λέμε «του μαθητή»,  τη λέξη αυτή την   εννοούμε διαχρονικά, από τότε που η «σχολική εκπαίδευση» μονοπωλεί θεσμικά το αντικείμενο της παιδείας. Μιας παιδείας, η οποία δυστυχώς ποτέ δεν είναι αυτή που θα μπορούσε να είναι, καθώς απέχει παρασάγγας από αυτό που προσδοκά, τόσο ο μαθητής όσο και ο δάσκαλος.

O προβληματισμός αφορά το σχολείο και τις συνολικές ανάγκες των παιδιών που αναδεικνύονται κρίσιμες  για την ψυχική τους υγεία, την ανάπτυξη και την εξέλιξή τους. Αξίζει να θέσουμε τα ερωτήματα:

 Αρκούν μονάχα τα γράμματα και οι αριθμοί;

Με το κεφάλι μαθαίνουμε  ή με την καρδιά;

Μέσα από την πολυετή πείρα μου ως εκπαιδευτικός στο Λύκειο, πιστεύω ότι ο θεσμός του σχολείου - τουλάχιστον με τα χαρακτηριστικά που έχουμε συνηθίσει να του δίνουμε - είναι ένας παρωχημένος και καταδικασμένος σε αποτυχία θεσμός. Η ευθύνη γι’ αυτό βαραίνει πρωτίστως  εμάς:  τους εκπαιδευτικούς,  εξίσου  και τους γονείς, αλλά και το ίδιο το πολιτικό σύστημα, το οποίο στηρίζει την επιβίωσή του στο έλλειμμα ουσιαστικής παιδείας που χαρακτηρίζει τους νέους.


Η αληθινή παιδεία, αυτή που στηρίζεται στην ουσιαστική, στην «αγαπητική» σχέση δασκάλου-μαθητή και που μπορεί να οδηγήσει στην ΄΄ευτυχία΄΄, μέσω της γνώσης και της αλήθειας και  στην προσωπική  ολοκλήρωση του ατόμου,  θεωρώ  πως είναι το ζητούμενο.

Τι να περιμένουμε τελικά  από το σχολείο;
To παιδί σαν  να είναι  ένα «κείμενο»,  μας υποχρεώνει να το «διαβάσουμε» ώστε να είμαστε αποτελεσματικοί στη δουλειά μας  ως εκπαιδευτικοί.                                          Στη διαδικασία αυτή οφείλουμε να κάνουμε σοβαρή κριτική στον λανθασμένο από παιδαγωγική άποψη όρο «ο μέσος   μαθητής» και να εξετάζουμε την επιβεβλημένη εξατομικευμένη  διδασκαλία-στο μέτρο του εφικτού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι βάζω «ετικέτες», αξιολογώντας τους μαθητές μου.            Η αξιολόγηση γίνεται για να αποτιμηθεί η  δουλειά των εκπαιδευτικών  και όχι των παιδιών. Με την αξιολόγηση καταλαβαίνουμε πώς θα βοηθήσουμε τους μαθητές μας που δεν κατανόησαν, είτε γιατί εμείς δεν κάναμε αυτό που έπρεπε-δεν τους τραβήξαμε το ενδιαφέρον και την προσοχή ή απλώς γιατί όλοι οι μαθητές δεν είναι ίδιοι: ίδιοι σε προσληπτική ικανότητα, ίδιοι στον ρυθμό αφομοίωσης, ίδιοι ως προς την κοινωνική προέλευση, τα ενδιαφέροντα, τα ερεθίσματα, τα βιώματα (και όχι ως προς τον δείκτης ευφυΐας  βέβαια).

Μεγάλη συζήτηση γίνεται ως προς το τι πραγματικά βαθμολογούμε, εάν δηλαδή «βαθμολογούμε τα αποτελέσματα ή την προσπάθεια των μαθητών». Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα: πώς βοηθώ τα παιδιά να καλλιεργήσουν τη φαντασία τους, να ανιχνεύσουν τα ταλέντα, τις κλίσεις, τις δυνατότητές τους. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι γίνομαι φίλος με τους μαθητές μου. Φίλους έχουν-τους συνομηλίκους της επιλογής τους. Δασκάλους  πραγματικούς  χρειάζονται.

Ως  εκπαιδευτικός,  αφήνω τις προσωπικές αντιλήψεις μου στο σπίτι όταν διδάσκω και θυμάμαι ότι η σωστή συμπεριφορά οφείλει να είναι «κυκλική», αναστοχαστική, μέσα από τη συνεχή καλλιέργεια ουσιαστικών, ειλικρινών και αποτελεσματικών σχέσεων τόσο με τους μαθητές, όσο και με τους γονείς των μαθητών μου. Κάτι που απαιτεί πραγματικό ενδιαφέρον,  άοκνη  προσπάθεια και επένδυση  χρόνου.