Πέμπτη
25 Ιουλίου 2024
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 5058RSS FEED
Συνταγματική αλλαγή; Ναι, αλλά για να καταργηθούν τα ρουσφέτια των τζουμπέδων
08/02/2011
Γράφει η Σοφία Βούλτεψη
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση «ψήνεται» - και ήδη έχει αρχίσει να συζητείται και να προπαγανδίζεται και στην χώρα μας -  η απόφαση για ένταξη στα Συντάγματα των χωρών-μελών κανόνα που θα επιβάλλει την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Πρόκειται για κανόνα που μέχρι στιγμής μόνο η Γερμανία έχει αποφασίσει (οικιοθελώς, όμως) να εντάξει στο δικό της Σύνταγμα.

Οι πολιτικοί που θα δεχθούν αλλαγή Συντάγματος μετά από απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου  πρέπει να παραιτηθούν.

Πρέπει να παραιτηθούν όχι μόνο επειδή μέχρι σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν παρενέβαινε σε τόσο ουσιώδη συνταγματικά ζητήματα.

Πρέπει να παραιτηθούν όχι μόνο επειδή με τον τρόπο αυτό η ΕΕ ακυρώνει στην πράξη την καταταλαιπωρημένη Συνθήκη της Λισαβόνας που προβλέπει το ακριβώς αντίθετο – δηλαδή μεταβίβαση περισσότερων εξουσιών στο ευρωκοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια.

Πρέπει να παραιτηθούν διότι με τον τρόπο αυτό θα έχουν παραδεχθεί – Έλληνες και Ευρωπαίοι – ότι είναι ανίκανοι να διατηρήσουν από μόνοι τους την δημοσιονομική σταθερότητα και να αποφύγουν την υπερχρέωση των χωρών που (λέμε τώρα) κυβερνούν και για να το πετύχουν (πώς άραγε, αφού απέδειξαν την ανικανότητά τους;) χρειάζονται έναν συνταγματικό μπαμπούλα.

Αυτή τη στιγμή δημιουργείται στην ΕΕ ένα Διευθυντήριο ανικάνων (που μάλιστα έχουν παραδεχθεί την ανικανότητά τους), που αναζητούν τρόπους για να… αυτορυθμιστούν!

Μια τέτοια συνταγματική επιταγή έχει νόημα για έναν μόνο λόγο: Ότι δηλαδή, κάθε φορά που ένας ανίκανος ρίχνει έξω το καράβι, θα παραιτείται και θα παραδίδει την εξουσία.

Στην Γερμανία, αυτό είναι δυνατόν.  Η Γερμανία έχει επιβάλει μέτρα λιτότητας, αλλά συγχρόνως οι πολιτικοί της φροντίζουν για την ανάπτυξη της χώρας, την παραγωγή της, τις εξαγωγές της. Εκεί, δηλαδή, οι πολιτικοί επιδιώκουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου άρθρου του Συντάγματος και με άλλους τρόπους πλην της φορολογίας και των περικοπών.

Στην Ελλάδα δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο. Το δικό μας ολιγαρχικό πολιτικό κατεστημένο (το ίδιο που ιστορικά οδήγησε την πατρίδα μας σε εμφυλίους πολέμους και αλλεπάλληλους εθνικούς διχασμούς , εξανεμίζοντας όλους τους πόρους της – εθνικούς και κοινοτικούς – και αδιαφορώντας για την δημιουργία εσόδων) έχει αποδείξει ότι απλώς ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ και ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ να αναπτυχθεί η χώρα.

Επομένως, αν υιοθετείτο στην Ελλάδα μια τέτοια συνταγματική επιταγή,  προκειμένου (το ολιγαρχικό πολιτικό σύστημα)  να ανταποκριθεί στην εξ αυτής υποχρέωση, είναι βέβαιο ότι απλώς θα στρίμωχναν κι’ άλλο τον λαό με βαρύτερη φορολογία και περισσότερες περικοπές εισοδημάτων – δηλαδή με ακόμη βαθύτερη ύφεση, που, ως γνωστόν, δεν οδηγεί πουθενά. Και πάντως όχι στην ανάπτυξη.

Αν ήσαν ειλικρινείς, άλλο πράγμα θα έβαζαν ως άρθρο στο Σύνταγμα: Την κατάργηση του ρουσφετιού και επομένως του πελατειακού συστήματος. Εκεί βρίσκεται η πηγή όλων των δεινών – και της δημοσιονομικής εκτροπής.

Ας το κάνουν, αν τους βαστάει. Να υπάρξει δηλαδή συνταγματική πρόβλεψη που θα απαγορεύει επί ποινή απώλειας της έδρας τα ρουσφέτια, την συναλλαγή και την ανταλλαγή ψήφων με διάφορες «εξυπηρετήσεις». 

Την «επανάσταση του αυτονόητου» δεν λέει ότι κάνει ο πρωθυπουργός; Ε, ας πάει στο επόμενο Συμβούλιο και ας πει πως «εμείς στην Ελλάδα αυτό χρειαζόμαστε. Μόλις γίνει αυτό, δεν πρόκειται να υπάρξει ξανά δημοσιονομική εκτροπή».

Στην Ελλάδα το πελατειακό σύστημα έθεσε τις προσωπικές επιδιώξεις και τα ατομικά συμφέροντα πάνω από το Κοινό Καλό. Όσο αυτή η κατάσταση συνεχίζεται (με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, διότι μπορεί να μην γίνονται πλέον διορισμοί, αλλά γίνονται άλλα πράγματα), δεν πρόκειται ποτέ να λυθεί οποιοδήποτε πρόβλημα.

Οι πολιτικοί που εξασφαλίζουν την επανεκλογή τους με τα ρουσφέτια δεν πρόκειται ποτέ να ασχοληθούν με την επίλυση των μεγάλων θεμάτων. Να φέρουν επενδύσεις για να αντιμετωπιστεί η ανεργία. Να χτυπήσουν την γραφειοκρατία, για να πολεμηθεί η διαφθορά. Να νικήσουν την ακρίβεια, για να επαρκούν τα εισοδήματα των πολιτών.

Ποτέ δεν θα αισθανθούν την ανάγκη να κάνουν κάτι για όλους. Διότι θα στηρίζονται σ’ εκείνους, οι ψήφοι των οποίων επαρκούν για να τους εξασφαλίζουν μια θέση στη Βουλή. Και κατόπιν τούτου δεν αισθάνονται την ανάγκη να πράξουν οτιδήποτε άλλο. Ούτε μπορούν, άλλωστε.

Αυτό που δείχνουν να μην καταλαβαίνουν ακόμη οι Έλληνες, παρά την οικονομική καταστροφή, είναι πως ο πολιτικός που καταναλώνει χρόνο και ενέργεια για να διεκπεραιώσει τέτοιες υποθέσεις, το κάνει επειδή δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο.

Γι’ αυτό και δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να τους εξηγήσει πως το ατομικό καλό εξυπηρετείται μέσα από το γενικό καλό.

Γιατί ακόμη και εκείνοι που βλέπουν την παρουσία τους πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο, πάνω σ’ αυτή την πατρίδα,  με καθαρά προσωπικά κριτήρια, ακόμη κι’ αυτοί που ενδιαφέρονται μόνο για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών σκοπών και για το βόλεμά τους, ακόμη κι’ αυτοί τους άξιους τους χρειάζονται.

Διότι αν πάψει να υπάρχει η πατρίδα, τότε δεν θα υπάρχει πλέον και ζωτικός χώρος για να αναπτύξουν τα δικά τους ενδιαφέροντα και συμφέροντα. Είναι δηλαδή προς το συμφέρον τους, μεταξύ των άλλων, να επιλέγουν και μερικούς άξιους που θα οδηγούν το καράβι της χώρας σε ασφαλή νερά. Διαφορετικά, η τρικυμία θα καταποντίσει το σκαρί και μαζί του και τους ίδιους – κάτι που ήδη συμβαίνει.

Αυτός ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός έχει γίνει στην Ελλάδα δεύτερη φύση. Και έρχεται από τα βάθη της σύγχρονης Ιστορίας μας. Το ακόλουθο περιστατικό συνέβη το 1870 και περιγράφεται , με εξαιρετικό τρόπο από την συγγραφέα Ελένη Πριοβόλου, στο βιβλίο της «Όπως ήθελα να ζήσω» (Εκδόσεις Καστανιώτη):

«Οι καφενέδες και τα γαλακτοπωλεία γέμιζαν κόσμο και γύρω στο μεσημεράκι ο κήπος της Κλαυθμώνος κινδύνευε να πλημμυρίσει από τους οδυρμούς και τους κρουνούς δακρύων των νεοαπολυμένων δημοσίων υπαλλήλων. Οι πλείονες αυτών, είχαν, επιπλέον, πληρώσει ακριβά τη θέση. Ο κοντός και αρκούντως φαρδύς άντρας, με το υπερβολικά ψηλό καπέλο, δυσανάλογο με το ύψος του, φορώντας μέρα μεσημέρι μαύρη ρεδιγκότα, κατερχόταν την οδό Δραγατσανίου κουνώντας το μπαστούνι του, στον ίδιο ρυθμό με το ανεμολόγιο των λόγων του. Ήταν ο βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος Ιωσήφ Μαυρομούστακος, τον οποίο, όταν οι κλαυθμυρίζοντες απολυμένοι τον είδαν να βγαίνει από το Υπουργείο Οικονομικών, τον πήραν το κατόπι. Κενές ουσίας λέξεις έβγαιναν ασυνειρμικά από το στόμα του βουλευτή, υποσχόμενου γενικώς και αορίστως επαναπρόσληψή τους».

Παρών στη σκηνή και ο Κεφαλλονίτης εισαγγελέας Ρόκκος Χοϊδάς. Έγινε έξω φρενών, κατηγόρησε τον βουλευτή ότι κοροϊδεύει και εκμεταλλεύεται τον κόσμο. Τον κάλεσε να εισηγηθεί στη Βουλή νόμο για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, αφού – προσέξτε – «θεσπιστούν αυστηρότατα κριτήρια δια την πρόσληψίν των».

Προς στιγμήν επικράτησε γενικός ενθουσιασμός, αλλά ο Χοϊδάς συνέχισε: «Εάν δεν θεσπιστούν αντικειμενικά κριτήρια προσλήψεων, αι πελατειακαί δοσοληψίαι θα μαστίζουν την τάλαινα χώρα και η κακοδαιμονία θα συνεχίζεται, γεμίζοντας το δημόσιο με επίορκους δημόσιους λειτουργούς».

«Τότε», συνεχίζει την περιγραφή η Πριοβόλου, «μουρμουρίζοντας με δυσαρέσκεια το πλήθος διαλύθηκε, ενώ οι «αδικημένοι του δημοσίου» ακολούθησαν τον βουλευτή».

Η πολιτική του τζουμπέ συνεχίζεται και σήμερα. Και επομένως, οι σύγχρονοι τζουμπέδες, αυτοί που έφεραν τη χώρα στα σημερινά της χάλια, αν θέλουν αλλαγές στο Σύνταγμα, ας ξεκινήσουν από τον εαυτό τους. Με πρόβλεψη που θα απαγορεύει την συμμετοχή των τζουμπέδων στην πολιτική ζωή του τόπου. 

Αλλά κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν την αυτοκατάργησή τους. Οπότε, μάλλον τζάμπα (και όχι… τζαμπατζίδικα) μιλάμε!