Τρίτη
20 Νοεμβρίου 2018
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 2984RSS FEED
Εκφραστικά σφάλματα στον καθημερινό λόγο
Γράφει ο
Αντώνιος Η. Τσίχλης

Ο άνθρωπος, αφού εξήλθεν από τα βαθιά και σκοτεινά σπήλαια, μετά από μακρούς αιώνες και ακάματον πάλη και δράση αξιώθηκε να εκφράσει με έναρθρο και άρτιο λόγο τον κόσμο των ιδεών και των συναισθημάτων του και να περιγράψει με ακρίβεια και τέχνη τις παντοειδείς εικόνες της ζωής και του πολιτισμού του.

Την παιδεία και τον πολιτισμό εν γένει ενός λαού ευστοχώτερον παντός άλλου τεκμηριώνει η γλώσσα αυτού. Παραλλήλως προς την εξέλιξη και προαγωγή της ζωής και του πολιτισμού κάθε λαού εξελίσσεται και προάγεται και η γλώσσα του. Εύλογο λοιπόν είναι να έχουν πλουσιώτερη και ανώτερη γλώσσα οι λαοί οι οποίοι εξελίχθησαν σε μείζονα βαθμό, ενώ πτωχότερη και κατώτερη οι λαοί οι οποίοι ευρίσκονται ακόμη στο στάδιο της περαιτέρω εξελίξεως. Και οι Έλληνες ανήκουν στους προνομιούχους λαούς που μέσω της γραφής ανέπτυξαν, διέδωσαν και διέσωσαν τον μεγάλο πολιτισμό που εδημιούργησαν. Οι Έλληνες είναι οι πραγματικοί δημιουργοί του πρώτου στον κόσμο αλφαβήτου, του ελληνικού αλφαβήτου. Συμφώνως λοιπόν προς αυτά ευερμήνευτος είναι και ο αχανής πλούτος, ο λεξιλογικός θησαυρός της ελληνικής γλώσσης.

Κατά συνέπειαν η μελέτη και η επαρκής γνώση της ελληνικής γλώσσης είναι αναγκαία και χρήσιμη όχι μόνον για τους λογίους αλλά και για τους απλούς πολίτες, προκειμένου να καταστούν ικανοί στην ακριβή διατύπωση των λογισμών τους και αποτελεσματικοί στην καθημερινή τους επικοινωνία με τους συμπολίτες τους. Βεβαίως θα ήταν άτοπον να ισχυρισθεί κάποιος ότι οι Έλληνες σήμερα δεν διαθέτουν γλωσσική παιδεία. Την διαθέτουν και σε ικανοποιητικό βαθμό.

Όμως στον προφερόμενο λόγο (στον προφορικό δηλαδή) μέσω του ραδιοφώνου και της τηλεοράσεως κυρίως αλλά και στην καθημερινή μας επικοινωνία διαπιστώνονται και μορφοσυντακτικά σφάλματα και εσφαλμένες διατυπώσεις, οι οποίες σχετίζονται είτε με τον χρησιμοποιούμενο τύπο μίας λέξεως είτε με την λέξη ολόκληρη. Τούτο βεβαίως συμβαίνει στον προφορικό λόγο εκτός των άλλων αιτιών και εκ του γεγονότος ότι αυτός είναι πρόχειρος, απροσχεδίαστος, αυθόρμητος (δηλαδή διαμορφώνεται την στιγμή που εκφωνείται) και τελεί υπό την αμείλικτη πίεση του χρόνου. Όλα αυτά  καθιστούν τον προφορικό λόγο δύσκολο (παρ΄ότι θεωρείται ευκολώτερος του γραπτού), στον οποίο ελλοχεύει ο κίνδυνος μη συγκροτήσεως του επιδιωκομένου μηνύματος και η μή λήψη του από τον ακροατή.

Φυσικόν είναι επομένως στον προφορικό  λόγο τα πάσης φύσεως εκφραστικά ατοπήματα να είναι αρκετά εξ αιτίας των προαναφερθέντων αιτιών. Επειδή όμως προϊόντος του χρόνου διαπιστώνεται εκτεταμένη εκφραστική αστοχία στον καθημερινό προφορικό λόγο, αλλά και αρκετά τοιαύτα στον γραπτό ομού με τα ποικίλα γραμματικά λάθη, θεωρείται επωφελής η επισήμανση εν συνεχεία των συνηθεστέρων εξ αυτών των σφαλμάτων και η αναφορά των ορθών επιλογών.

Τα πλέον συνήθη σήμερα σφάλματα και στον προφορικό και στον γραπτό λόγο σχετίζονται με τα επιρρήματα της δημοτικής τα οποία παράγονται από επίθετα σε -ος, -η(-α), -ον. Έχομε δεχθεί ως γενικό κανόνα στη δημοτική να σχηματίζομε τα επιρρήματα με την κατάληξη σε -α, όταν αυτά προέρχονται από επίθετα σε -ος (π.χ. καλός-καλά, ωραίος-ωραία). Όμως και αυτός ο κανόνας έχει εξαιρέσεις, όταν πρόκειται να αποτυπώσομε με ακρίβεια την σημασία ενός όρου, προκειμένου να αποφύγομε την σύγχυση του νοήματος και επομένως την ασυνεννοησία. Κατά τούτο υπάρχει νοηματική διαφορά ανάμεσα σε ωρισμένα επιρρήματα σε -α και στα αντίστοιχά τους σε -ως, συνηθέστερα των οποίων είναι τα εξής:

+άμεσα-αμέσως: το "άμεσα" δηλώνει τρόπο και σημαίνει "χωρίς την παρέμβαση ή την μεσολάβηση κάποιου προσώπου ή γεγονότος", "απ΄ ευθείας" (σε συμφέρει να συνεννοηθείς σχετικώς με το αίτημά σου άμεσα με τον προϊστάμενό σου, ο υπουργός δήλωσε ότι η υπόθεση δεν τον αφορά άμεσα). Το  "αμέσως" δηλώνει χρόνο και σημαίνει "ευθύς, τάχιστα, χωρίς χρονοτριβή ή καθυστέρηση, αμελλητί" (ήλθεν αμέσως μόλις τον φώναξα).

+απλά-απλώς: το "απλά" δηλώνει τρόπο και σημαίνει "με απλά λόγια, με απλό τρόπο, με απλότητα, χωρίς επιτήδευση" (εξήγησέ το μου απλά, για να το καταλάβω). το "απλώς" δηλώνει ποσότητα και σημαίνει "μόνον" (για να τα επιτύχομε όλα αυτά δεν απαιτούνται αιματηρές θυσίες, χρειάζεται απλώς κοινή λογική).

+έκτακτα-εκτάκτως: το "έκτακτα" σημαίνει "θαυμάσια, υπέροχα, έξοχα" (οι μαθητές πέρασαν έκτακτα στην πενθήμερη εκδρομή τους). Το "εκτάκτως" σημαίνει "χωρίς να είναι στο πρόγραμμα, χωρίς να έχει προβλεφθεί, ξαφνικά, απρόσμενα" (λόγω της επερχομένης κακοκαιρίας συνήλθε σήμερα εκτάκτως το Δημοτικό Συμβούλιο, για να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα προστασίας των πολιτών).

+αδιάκριτα-αδιακρίτως: Το "αδιάκριτα" σημαίνει "χωρίς σεβασμό ή εντροπή ή ευγένεια, χωρίς διακριτικότητα ή λεπτότητα" (πρόσεξες πόσο αδιάκριτα με διέκοπτε όσο μιλούσα;) Το "αδιακρίτως" σημαίνει "χωρίς εξαίρεση, χωρίς διάκριση" (εισέβαλε στην Τράπεζα και σκότωνε αδιακρίτως ηλικίας).

+ευχάριστα-ευχαρίστως: το "ευχάριστα" σημαίνει "κατά τρόπον που προκαλεί χαρά και ευχάριστη διάθεση" (ήταν πολύ ωραία η εορτή, περάσαμε όλοι ευχάριστα). Το  "ευχαρίστως" σημαίνει "με ευχαρίστηση, με προθυμία, με χαρά" και συνήθως χρησιμοποιείται στον προφορικό λόγο, όταν θέλομε με ευγενικό τρόπο να απαντήσομε "ναι", "βεβαίως" (-θα με συνοδεύσεις ως το σταθμό του τραίνου; -Πολύ ευχαρίστως).

+άγρια-αγρίως: το "άγρια" δηλώνει τρόπο και κυριολεκτικώς σημαίνει "με άγριο και επιθετικό τρόπο" (με κοίταξε άγρια). Το "αγρίως" μεταφορικώς σημαίνει "πολύ, ασύστολα/χωρίς συστολή, κατ΄εξακολούθησιν" (κλέπτει την εταιρεία αγρίως).

+άδικα-αδίκως: το "άδικα" σημαίνει "με άδικο τρόπο" (φέρθηκε στον υπάλληλό του άδικα),  "χωρίς όφελος" (άδικα χάσαμε τον χρόνο μας), "χωρίς να του αξίζει να πάθει κάτι" (άδικα πήγε ο δυστυχής). Το "αδίκως" σημαίνει "χωρίς λόγο, μάταια" (αδίκως προσπαθείς να τον πείσεις, έχει λάβει την απόφασή του).

+τέλεια-τελείως: το "τέλεια" σημαίνει κυρίως "με τέλειο και άρτιο τρόπο, θαυμάσια, εξαίρετα, άριστα" (το σχέδιό σου είναι τέλεια οργανωμένο). Το "τελείως" σημαίνει "εντελώς, πλήρως, καθ΄ολοκληρίαν" (θα παραμείνει κλινήρης, έως ότου γίνει τελείως καλά).

Από τα ως άνω επιρρήματα τα "απλά-απλώς" και "άμεσα-αμέσως" είναι από τα πλέον κακοποιημένα. Παρά το ότι τα ζεύγη των  προαναφερθέντων λέξεων/όρων δεν έχουν ταυτόσημα νοήματα, εν τούτοις πολλοί, ακόμη και συγγραφείς ή δημοσιογράφοι ή πολιτικοί ή καθηγητές πανεπιστημίου, πασχίζουν να μας πείσουν ότι το νόημά τους είναι ταυτόσημο. Αυτό συμβαίνει είτε εν αγνοία τους, από εσφαλμένη δηλαδή αντίληψη της εννοίας που έχουν αυτά τα επιρρήματα στη δημοτική, είτε ενσυνειδήτως, δηλαδή από μίαν εμμονή κομματικοϊδεολογικών καταβολών προς αποφυγή λογιώτερον τύπων/εκφράσεων.

Άλλην κατηγορία συνήθων λεκτικών και νοηματικών σφαλμάτων αποτελεί η χρήση λέξεων ή φράσεων με τη σημασία μίας παρομοίας λεκτικώς/φωνητικώς λέξεως. Χαρακτηριστικόν παράδειγμα αποτελεί η εσφαλμένη χρήση των ουσιαστικών "έλλειψη" και "έλλειμμα". Αυτές οι λέξεις πρέπει να γνωρίζομε ότι έχουν διακριτή σημασία. "Έλλειψη" σημαίνει "απουσία, ανυπαρξία, ανεπάρκεια, ατέλεια, ελάττωμα" (το σπίτι του παρουσιάζει πολλές ελλείψεις, κατά τη σημερινή συνεδράση της Βουλής υπήρξεν έλλειψη απαρτίας). Η λέξη "έλλειμμα" αποτελεί οικονομικόν όρον και σημαίνει "το χρηματικό ή άλλο ποσό που λείπει έναντι εκείνου το οποίον έπρεπε να υπάρχει ή το οποίον προεβλέπετο" (έλλειμμα του προϋπολογισμού/του ταμείου/εμπορικού ισοζυγίου, εμπορικόν έλλειμμα). Επομένως συμφώνως προς αυτά ΚΑΚΩΣ σήμερα ακούονται ή γράφονται οι φράσεις "έλλειμμα δημοκρατίας, αξιοπιστίας κ. λ. π.).

Μία άλλη δυσκολία εντοπίζεται στην χρήση του επιθέτου "πιθανός, -ή, -όν". Η φράση "είναι πιθανόν" κείται απροσώπως, δηλαδή δεν δέχεται ως υποκείμενον πρόσωπον. Έτσι λέγομε "είναι πιθανόν να γίνει σεισμός". Δηλαδή η φράση "είναι πιθανόν" ή μόνο του το "πιθανόν" συνοδεύονται από το "να+ρήμα" (είναι πιθανόν να έλθει στην πόλη μας ο Πρωθυπουργός). Αντιθέτως το επίρρημα "πιθανώς" συνοδεύεται από το "θα+ρήμα" και όχι από το "να+ρήμα" (οΠρωθυπουργός  θα έλθει πιθανώς στην πόλη μας επ΄ ευκαιρία της επετείου της απελευθερώσεώς της από τους Τούρκους).

Επίσης πολύ παρεξηγημένη είναι η χρήση του μορίου "σαν" και του αναφορικού επιρρήματος "ως". Το μόριο "σαν" δηλώνει παρομοίωση, δηλώνει μίαν ιδιότητα η οποία θεωρείται ή εμφανίζεται ως ψευδής ή αναληθής (πολέμησαν σαν λιοντάρια). Κάκιστα λέγεται "εμείς σαν Κυβέρνηση...".  Η σύγχυση προέκυψεν από το αρχαιοελληνικόν "ως αν" ή "ωσαν"(= σαν να...). Το επίρρημα "ως" δηλώνει ιδιότητα ή χαρακτηριστικόν το οποίον αληθεύει (προσελήφθη στην εταιρεία ως σύμβουλος επί των οικονομικών θεμάτων).

Αλλά και τις φράσεις "κατ΄αρχάς" και "κατ΄αρχήν" πολλοί στο μυαλό τους δεν τις έχουν κατανοήσει, με αποτέλεσμα να μη είναι αποτελεσματικοί στην επικοινωνία τους με τους άλλους. Το "κατ΄αρχάς" σημαίνει "στην αρχή, εν πρώτοις, αρχικώς" (κατ΄αρχάς μου φάνηκε φίλος, αλλά κατόπιν άλλαξε διαγωγή). Το "κατ΄αρχήν" σημαίνει "άνευ βασικής αντιρρήσεως, ως θέμα αρχής, για λόγους αρχής" (κατ΄αρχήν δέχομαι την πρότασή σου, το νομοσχέδιο ψηφίσθηκε κατ΄αρχήν).

Τα ρήματα "πραγματεύομαι" και "διαπραγματεύομαι" επίσης χρησιμοποιούνται συχνά κατά τρόπον αδόκιμον. Το ρήμα "πραγματεύομαι" σημαίνει "εξετάζω ένα θέμα μετά μεγάλης προσοχής, κατά βάθος και κατά πλάτος" (στη διατριβή του πραγματεύεται το πολιτειακό ζήτημα (ή περί του πολιτειακού ζητήματος) του κράτους). Το ρήμα "διαπραγματεύομαι" σημαίνει "διεξάγω συνεννοήσεις ή συζητήσεις με άλλα πρόσωπα επί ενός ζητήματος διπλωματικού-πολιτικού-οικονομικού περιεχομένου" (η κυβέρνηση διαπραγματεύεται την σύναψη δανείου-συμμαχίας, αυτός διαπραγματεύεται το συνοικέσιον...). Με άλλα λόγια το ρήμα "πραγματεύομαι" δηλώνει ενέργεια/δράση  κυρίως ενός μόνον  προσώπου, ενώ το ρήμα "διαπραγματεύομαι" δηλώνει ενέργεια/δράση περισσοτέρων του ενός προσώπων. Αυτή η λεπτή νοηματική απόχρωση δηλώνεται με την προσθήκη της προθέσεως "δια"(=δια μέσου) στο ρήμα "πραγματεύομαι". Γι΄ αυτόν τον λόγο η λέξη "διαπραγμάτευση" σημαίνει  τη "διεξαγωγή συνομιλιών για τη διεκπεραίωση ενός θέματος ή την επίλυση μίας διαφοράς ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα μέρη" και ο "διαπραγματευτής"  είναι "το πρόσωπο που εκπροσωπεί μίαν πλευρά στις συνομιλίες με μέλη της άλλης πλευράς".

Το επίρρημα "ανεξαρτήτως" συνοδεύεται από γενική ονόματος (ανεξαρτήτως αποτελέσματος-κόστους-καταγωγής-θρησκείας κ.ο.κ.). Ουδέποτε αντί του "ανεξαρτήτως+γενικ." χρησιμοποιούμε τη γενική του επιθέτου "ανεξάρτητος", όπως "ανεξαρτήτου χρώματος-θρησκείας κ.ο.κ.". Αυτό αποτελεί μέγα σφάλμα. Αντί του επιρρήματος "ανεξαρτήτως+γενικ." επιτρέπεται να χρησιμοποιούμε το επίρρημα "ανεξάρτητα+από" (ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα...).

Παραπλήσια σύγχυση προς την προηγουμένη παρατηρούμε και στην επιρρηματική φράση "επί κεφαλής" ή "επικεφαλής" (=στην αρχηγία, στην πρώτη θέση). Το "επικεφαλής" ως μονολεκτικόν επίρρημα προήλθεν από τον αρχαιοπρεπή εμπρόθετον (επιρρηματικόν) προσδιορισμόν "επί κεφαλής". Και οι δύο αυτές μορφές δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται διαφοροποιημένες. Δεν λέγομε ή γράφομε "του επικεφαλή, τον επικεφαλή", κάτι το οποίον αποτελεί μέγα σφάλμα. Προς αποφυγήν του σφάλματος προτιμώτερον να γράφομε ή να λέγομε την περιφραστικήν επιρρηματικήν έκφραση  "επί κεφαλής" αντί του μονολεκτικού τύπου "επικεφαλής". 

Ακόμη εσφαλμένως (κατά πλεονασμόν) χρησιμοποιούν ωρισμένοι τις επιρρηματικές φράσεις "εκ του μακρόθεν", "από παλαιόθεν", "από ανέκαθεν" και άλλες παρόμοιες με το επίθημα -θεν στο τέλος. Το αρχαιοελληνικόν επίθημα -θεν δηλώνει χρονική ή τοπική αφετηρία/προέλευση και αποδίδεται στα νέα ελληνικά με την πρόθεση "από"+ το επίρρημα ("ανέκαθεν"= από την πρώτη στιγμή, πάντοτε, "μακρόθεν"=από μακριά, "παλαιόθεν"= από παλαιά). Αν πούμε ή γράψομε "από ανέκαθεν", είναι ως να χρησιμοποιούμε δύο φορές το "από". Έτσι λέγομε ή γράφομε πάντοτε: "εντεύθεν, εκείθεν, κακείθεν, εκατέρωθεν, έξωθεν άνωθεν, κάτωθεν, μακρόθεν" και ούτω καθεξής.

Πάρα πολλοί εξ άλλου χρησιμοποιούν εσφαλμένη την αυτοπαθή αντωνυμία "εαυτού-εαυτής-εαυτού", όταν συνοδεύεται από την πρόθεση "κατά". Στην προκειμένη περίπτωση η ορθή έκφραση είναι για μεν τον ενικό αριθμό "καθ΄εαυτόν-καθ΄εαυτήν- καθ΄εαυτό" για δεν τον πληθυντικό αριθμό "καθ΄εαυτούς-καθ΄εαυτές- καθ΄εαυτά". Δηλαδή η αυτοπαθής αντωνυμία συνοδευομένη από την πρόθεση "κατά" ("καθ΄") τίθεται πάντοτε σε αιτιατική πτώση και συμφωνεί ως προς το γένος και τον αριθμό με τη λέξη στην οποία αναφέρεται (αυτός καθ΄εαυτόν ο καθηγητής είναι αξιόλογος επιστήμων, άσκησε κριτική κατά της ηγεσίας αυτής καθ΄εαυτήν, αυτό καθ΄εαυτό το συμβάν δεν με επηρεάζει, οι Ευρωπαίοι αυτοί καθ΄εαυτούς διάκεινται ευμενώς προς την Ελλάδα κ.λ.π.).

Αλλά και το μόριο "ως", όταν το χρησιμοποιούμε για να αποδώσομε σε κάποιον ή σε κάτι μίαν ιδιότητα, πολλοί το συντάσσουν με πτώσιν η οποία δεν συμφωνεί με τη λέξη την οποία προσδιορίζει. Γενικώς το ορθόν είναι σε αυτές τις χρήσεις του "ως" το όνομα που ακολουθεί να συμφωνεί (να τίθεται) πάντοτε ως προ την πτώση της λέξεως την οποίαν αυτό (το "ως") προσδιορίζει (η άποψή μου ως καθηγητού..., οι πολίτες ως ψηφοφόροι..., της γυναίκας ως μητέρας..., τον Γιώργο ως υποψήφιον..., τους πολιτικούς ως υπευθύνους.. κ.ο.κ.).

Συχνά επίσης αλλοιώνονται τα ρήματα "τίθεμαι" και "αντεπεξέρχομαι".  Το πρώτο ρήμα κλίνεται ως εξής: "τίθεμαι-τίθεσαι-τίθεται-τιθέμεθα-τίθεσθε-τίθενται".

Κάκιστα λέγομε ή γράφομε "τίθομαι-τίθονται" ή και τα σύνθετα "εκτίθομαι (-νται), επιτίθομαι (-νται)" κ.λ.π.. Το δεύτερο ρήμα, "αντεπεξέρχομαι", όπως και το "τίθεμαι", είναι ρήμα της αρχαίας ελληνικής και το χρησιμοποιούμε και σήμερα (το διαχρονικόν και ενιαίον της ελληνικής γλώσσης) με την ίδια ή παραπλήσια σημασία. Το ρήμα "αντεπεξέρχομαι" προέρχεται από το απλούν ρήμα "έρχομαι", αφού σταδιακώς προσετέθησαν σε αυτό τρεις προθέσεις, η "εκ(ξ)", η "επι" και η "αντί". Έτσι έχομε την εξής πορεία:α) έρχομαι (=έρχομαι, κινούμαι) -β) εκ (εξ)+έρχομαι =εξέρχομαι (=βαίνω από κάποιον τόπο) -γ) επί+εξέρχομαι=επεξέρχομαι (=βαίνω από κάποιον τόπο με εχθρική διάθεση) -δ) αντί+επεξέρχομαι=αντεπεξέρχομαι (= βαίνω από κάποιον τόπο με εχθρική διάθεση σε αντίθετη θέση ή κατεύθυνση= επιτίθεμαι-αντιστέκομαι στον εχθρό και τον αντιμετωπίζω, τον νικώ). Επομένως κακώς γράφεται ή λέγεται "ανταπεξέρχομαι", διότι ρήμα "απεξέρχομαι" (με πρόθεση "από"+"εκ") δεν υπάρχει. Εδώ παρεμπιπτόντως να τονισθεί ο πλούτος, η πλαστική δύναμη, η μαγεία της ελληνικής γλώσσης. Χρησιμοποιώντας δηλαδή τον ίδιο βασικό τύπο (ρήμα) και συνθέτοντας αυτόν διαδοχικώς με μίαν προς μίαν πρόθεση μπορούμε να αποδίδομε μονολεκτικώς σημασίες και έννοιες οι οποίες, για να αποδοθούν σε άλλες περιπτώσεις, θα απαιτούσαν προτάσεις δύο και τριών σειρών.

Αρκετοί ακόμη συγχέουν το ουσιαστικό "λάθος" με το επίρρημα "λανθασμένως" ή "λανθασμένα" και το χρησιμοποιούν (το ουσιαστικό "λάθος") ως επίρρημα. Δηλαδή λέγουν "έλαβε μία λάθος απόφαση". Το ορθόν είναι "έλαβε μίαν λανθασμένη/εσφαλμένη απόφαση".

Ιδιαιτέρα επίσης προσοχή απαιτείται στην ορθή επιλογή των επιρρημάτων "πρώην" και "τέως". Το "πρώην" το χρησιμοποιούμε, όταν η ιδιότητα/το αξίωμα/το επάγγελμα στα οποία αναφερόμεθα και τα οποία διέθετε ένα πρόσωπο ίσχυε στο απώτερο παρελθόν, κάποτε απροσδιόριστα στο παρελθόν, ενώ το επίρρημα "τέως" το χρησιμοποιούμε για να δηλώσομε ότι την ιδιότητα/το αξίωμα/το επάγγελμα κάποιος το διέθετε τελευταία, προσφάτως, μέχρι πριν από λίγο ( στην εκδήλωση παρευρέθησαν δύο πρώην πρωθυπουργοί και ο τέως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας).

Πολύ συχνά, στον τηλεοπτικό κυρίως λόγο, υπάρχει σύγχυση ως προς την ορθή επιλογή του ρήματος "συντρέχω" σε διαφόρους τύπους. Το ρήμα "συντρέχω" σήμερα σημαίνει "βοηθώ, συμπαρίσταμαι, έρχομαι αρωγός" και σχηματίζει μέλλοντα στιγμιαίο "θα συντρέξω", αόριστο "συνέτρεξα" και "συνέδραμα" και υποτακτική αορίστου "να συντρέξω" και "να συνδράμω". Επομένως κακώς χρησιμοποιούμε τον τύπο "συνδράμω" ως ενεστώτα. Γενικώς κατά το ορθόν χρησιμοποιούμε το θέμα του ενεστώτος "συντρέχ-", όταν η ενέργεια δηλώνει διάρκεια ή κάτι το επαναλαμβανόμενον (οι γονείς συντρέχουν/θα συντρέχουν πάντοτε τα τέκνα τους, ο άνθρωπος πάντοτε συνέτρεχε (στο παρελθόν) τον γείτονά του στις δυστυχίες του και θα εξακολουθεί να τον συντρέχει και στο μέλλον). Αντιθέτως χρησιμοποιούμε το θέμα του στιγμιαίου μέλλοντος "συντρέξ-" ή του αορίστου "συνέτρεξ-" και "συνέδραμ-" ή "συνδράμ-", όταν η ενέργεια δηλώνει κάτι το στιγμιαίο στο παρελθόν , παρόν και μέλλον ή κάτι το οποίον έχει ήδη συντελεσθεί (ο φίλος μου με συνέτρεξε στην πρόσφατη περιπέτειά μου, οι φίλαθλοι θα συντρέξουν την ομάδα τους στο αγώνα, όλοι έσπευσαν να με συνδράμουν στο πρόβλημά μου, το κράτος οφείλει να συντρέξει τους πλημμυροπαθείς, έχω ήδη συνδράμει χρηματικώς στο δράμα των πυροπλήκτων).

Παρόμοια δυσκολία έχομε και στη χρήση του ρήματος "κατέχω". Πολλές φορές στον ενεστώτα (διάρκεια) αντί του ορθού "κατέχω" χρησιμοποιούμε καταχρηστικώς το "κατάσχω", τύπος υποτακτικής αορίστου β΄ της αρχαίας ελληνικής. Γι΄ αυτόν το λόγο πρέπει για ενέργεια στιγμιαία να χρησιμοποιούμε το "κατάσχω" (θα κατάσχω, θέλω να κατάσχω), ενώ για ενέργεια διαρκείας ή επαναλαμβανομένη το "κατέχω". Αν δυσκολευόμεθα στον ενεστώτα και παρατατικό να χρησιμοποιήσομε το "κατέχω", θεμιτόν και φρόνιμον είναι να γίνει χρήση των περιφράσεων "κάνω (διενεργώ) κατάσχεση, έκανα (διενεργούσα) κατάσχεση".

Παραπλήσια προς τα ανωτέρω ρήματα είναι και η ατυχής συχνάκις χρήση του ρήματος "άγω", στη σύνθετή του βεβαίως μορφή, διότι σήμερα απλό δεν χρησιμοποιείται. Το ρήμα "άγω" έχει στον ενεστώτα και παρατατικό θέμα "άγ-", στον μέλλοντα "άξ-" και στον αόριστο "αγάγ-". Πρακτικώς, όταν με το ρήμα δηλώνομε ενέργεια/δράση διαρκείας, είτε στο παρόν είτε στο παρελθόν είτε στο μέλλον, τότε χρησιμοποιούμε το ρήμα με ένα "αγ-" (η Ελλάς παράγει αγροτικά προϊόντα, η Ελλάς ανέκαθεν παρήγε αγροτικά προϊόντα και σίγουρα και στο μέλλον θα παράγει αγροτικά προϊόντα). Αντιθέτως, όταν με το ρήμα δηλώνομε ενέργεια/πράξη στιγμιαία ή συντελεσμένη (έχω, είχα, θα έχω), τότε χρησιμοποιούμε το "αγαγ-" (η Ελλάς το επόμενον έτος θα εξαγάγει περισσσότερα βιομηχανικά προϊόντα, ανέλαβε να διεξαγάγει την έρευνα, διεξήγαγε την ανάκριση). Επίσης με το "θα" μπορούμε να χρησιμοποιήσομε και το θέμα του μέλλοντος "αξ-" (θα συνάξει τους πιστούς, θα παράξει θετικό αποτέλεσμα, θα αναπαράξω δύο φωτοαντίγραφα).

Τώρα τα ρήματα "αγγέλλω" και "βάλλω", ενώ δεν πολυχρησιμοποιούνται ως απλά, ως σύνθετα τα συναντούμε αρκετά συχνά (ιδίως το "βάλλω" συντίθεται και σήμερα με όλες τις κύριες προθέσεις της αρχαίας ελληνικής). Το πρόβλημα το οποίον ανακύπτει με αυτά τα ρήματα αφορά μόνον στο γραπτό λόγο. Συγκεκριμένως προβληματιζόμεθα αν θα γράψομε τα ρήματα αυτά με ένα -λ- ή με δύο -λλ-. Το πρόβλημα αίρεται, αν σκεφθούμε όπως ακριβώς και στην περίπτωση των ρημάτων "άγω" και "κατέχω". Αν το ρήμα "αγγέλλω" και "βάλλω", ως σύνθετα βεβαίως, δηλώνουν κάτι το διαρκές ή επαναλαμβανόμενον (ανεξαρτήτως της χρονικής βαθμίδος), τότε γράφονται με δύο -λλ-. Αν όμως δηλώνουν κάτι το στιγμιαίον (ανεξαρτήτως χρονικής βαθμίδος) ή κάτι το οποίον έχει συντελεσθεί (έχω+...), τότε γράφονται με ένα -λ-.

Στο παρόν κείμενον επικεντρωθήκαμε κυρίως και εν τάχει στον εντοπισμό των εσφαλμένων εκφραστικώς λεκτικών τύπων και συγχρόνως στην επιλογή και χρήση των ορθών τοιούτων. Ίσως σε άλλο μελλοντικό κείμενο γίνει αναφορά στα πλέον συνήθη ορθογραφικά λάθη και στην ορθή γραφή τους, όπως επί παραδείγματι "Χρίστος" και όχι "Χρήστος", "συμπόνια" και όχι "συμπόνοια", "κτήριο" και όχι "κτίριο", "ορθοπαιδική" και όχι "ορθοπεδική" και πάρα πολλά άλλα.