Τρίτη
28 Ιουνίου 2022
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 4300RSS FEED
Δέκα Σημεία για το Ναζισμό
Γράφει η
Ελένη Καρασαββίδου
1. «Τα πάντα εκτός απ’ την αλήθεια», είναι η φράση με την οποία ξεκινά το «Οι Φυλακές της Παιδικής μας Ηλικίας» της Alice Miller, περιγράφοντας όχι μόνο το κρυφτούλι μας με τις πληγές των παιδικών μας χρόνων αλλά –τελικά- και το κρυφτούλι που παίζουν οι κοινωνίες του «πολιτισμένου κόσμου» όπως η ελληνική και η πολιτικοκοινωνική της «πραγματικότητα» (επίτηδες δεν γράφω στην περίπτωση αυτή ιεραρχία) όταν έρχονται αντιμέτωπες με το φαινόμενο της ναζιστικής θηριωδίας.

Ας κοιτάξουμε για ένα λεπτό πως εξαντλείται αντί να βαθαίνει  το θέμα στην οθόνη της τηλεόρασης, σε αυτήν την σημειολογική σμίκρυνση της Μεσαιωνικής πλατείας που ακυρώνει ακόμη τον και την πολίτη και κρεμά τον διαφορετικό: Ίσως όλη η ρητορική, όλη η δημόσια κατηγορία εναντίον του ναζισμού, ν’ αναπτύσσεται κάθε φορά για να μην περάσουμε ως ανθρωπότητα από την αληθινή κάθαρση ακριβώς.. Ίσως αν το αδιανόητο δομηθεί ως μια θεολογικού τύπου αφήγηση καταστροφής, θυσίας κάθαρσης και μετάνοιας, τότε να μπαίνει στο κάδρο των γενετικών, προδιαγεγραμμένων χαρακτηριστικών μας και νομιμοποιείται από την πίσω πόρτα. Μια αφήγηση σχεδόν λογοτεχνική, ένας επαναλαμβανόμενος αφηγηματικός τύπος, κάτι ανάμεσα στη Ναόμι Μάντελ και στον ήρωα με τα Χίλια Πρόσωπα. Ίσως γι’ αυτό να ’ναι τόσο εύκολο να αναπαραχθεί όπου υπάρχει ο παλιός συνδυασμός οικονομικών προβλημάτων κι εθνικής ταπείνωσης…

Αλλά από το σχήμα αυτό λείπει κάτι τρομακτικό. Ότι η μετάνοια είναι σχεδόν πάντοτε σικέ, όπως και η «Δημοκρατία». Ότι βάζουμε βιαστικά λευκά ρούχα για να κρύψουμε το σκοτάδι μας και υπερ-αντιδρούμε για να δείξουμε ότι κάτι είναι εντελώς ξένο από εμάς όταν δεν είναι. Αυτό δεν δείχνει η τόσο βολική αντίληψη του ανθρώπου ως ενός υπερκοινωνικοποιημένου όντος και της κοινωνίας του ως οικονομικά υπερκαθοριζόμενης από όλες τις υπάρχουσες ιδεολογίες; Γιατί στον παλιό και υπαρκτό συνδυασμό οικονομικών προβλημάτων κι εθνικής ταπείνωσης θα έπρεπε να προστεθεί και κάτι μη μετρίσιμο από τον στατιστικό κόσμο τους (κόσμο μας) όπως είναι η προσωπική ευθύνη, η παρουσία και η ποιότητα της οποίας εξαρτάται από έννοιες που έχουν λεκτικά υπερ-χρησιμοποιηθεί ακριβώς γιατί είναι μη αρεστό για τους από πάνω και μη βολικό για τους από κάτω να εφαρμοστούνε: Της παιδείας που εξακολουθεί να βγαίνει από την παίδευση και της συμμετοχής, που εξακολουθεί να σχετίζεται με την ικανότητα μας να αποδεχόμαστε έναν κόσμο που δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει καθρέφτης μας, ενώ στο βάθος αυτό προσδοκούμε.

Δείτε τον Ρουπακιά, το «απόμακρο» από τον «καλό σκανδαλισμένο ξάφνου νοικοκύρη» κτήνος που χρησιμοποίησαν και άδειασαν οι ναζιστικοί ηγετίσκοι και τώρα κλαίγεται «γιατί έκλεισε δυο σπίτια». Άτομο του λούμπεν προλεταριάτου δίχως πολιτική συνείδηση (η πλάνη του Γερμανικού αστισμού και του ελληνικού μικροαστισμού) αναλώσιμο από τους ναζί (όπως του αξίζει) που όχι μόνο για ένα 20ρικο ή ένα 200ρικο σήκωσε μαχαίρι ενάντια σε έναν συνάνθρωπο του πρώτα αλλά και στην τάξη του έπειτα (εξίσου σημαντικό για την μακροϊστορία αυτό το έπειτα), αλλά που θα μπορούσε πολύ εύκολα να έχει προσχωρήσει στις δομές του δεξιού μετεμφυλιακού κράτους όταν μοίραζε τις θέσεις αρκεί να μην ήθελες να ξέρεις για το παρακράτος, ή να έχει ψηφίσει ΠΑΣΟΚ όταν ήταν ανερχόμενο και θα βόλευε με τη σειρά του χιλιάδες. Θα μπορούσε πολύ εύκολα να δικαιολογεί τα εγκλήματα του Σταλινισμού, όχι στο όνομα της προοπτικής αλλά της βόλεψης. 

Μια ιστορία από τα παιδικάτα μου: Διπλανό χωριό από τον τόπο καταγωγής της μητέρας μου. Οικογένειες γνωστών χουντικών που έγιναν πρασινοφρουροί σε dt χρόνο, και διορίστηκαν σταθμάρχες στον ΟΣΕ δίχως γνώση καμία. Το περίφημο ατύχημα της Ξινιάδας που στοίχισε την ζωή σε 7-10 σιδηροδρομικούς εργάτες (ήμουνα πολύ μωρό για να θυμάμαι κάτι άλλο εκτός απ τις κραυγές και τα λευκά φέρετρα στις κηδείες) γιατί δεν ήξερε να χειριστεί τίποτε σημαντικό, τον θρήνο των οικογενειών τους, την πολύχρονη φυγάδευση του… Θα χρειαζόταν ένας Ίψεν για να περιγράψει τέτοιες κοινωνίες (ή τέτοιους χώρους εργασίας, γιατί αφορά και υπεράνω χώρους εργασίας όπου οι θάνατοι υπήρξαν σημειολογικοί και το αίμα αόρατο…) και τις ψυχολογικές αποχρώσεις των ανθρώπων τους: Οι πολίτες που «ψηφίζουν» με κριτήρια μονάχα ατομικο-οικονομικά (όχι ταξικά ή κοινωνικά!) λες κι η πολιτική (η ευθύνη μας απέναντι στην κοινή μας «πόλη») δεν περιλαμβάνει κι άλλες παραμέτρους όπως πχ τα ανθρώπινα δικαιώματα (και όχι μόνο τα ανθρώπινα… γνωστό πχ πόσο οι ναζί μισούσαν τις γάτες γιατί δεν υποτάσσονται ποτέ κι άρα δεν θα μπορούσαν να γίνουν ανθρωποφύλακες ποτέ), λες και δεν είναι αυτό που κάνει τα σκληρότερα των καθεστώτων να σε εξαγοράζουν όσο σε χρειάζονται με «άρτους και θεάματα»… Ο Ρουπακιάς, που είχε έμμισθη σχέση με το ανερχόμενο της εποχής του κόμμα, αποδεχόμενος απλώς (ναζιστικό γαρ, μακράν σκοτεινότερο αλλά όχι εξωτικότερο, διαβάστε την αναμέτρηση του βλέμματος της Χάνα Άρεντ με κείνο το καθημερινό ναζιστικό κτήνος στο δικαστήριο της Ιερουσαλήμ) τις σαφώς πιο υπερβολικές απαιτήσεις του. «Ακόμη πίνουμε καφέ με τον Οιδίποδα σε ένα καφενείο, ακόμη βλέπουμε τον Ιάσονα να μπαίνει από τα τηλεπαράθυρα στην βουλή…» έγραψα για την δύναμη του λόγου των τραγικών. Και η Μήδεια;

2. Η κόρη του κράτους…:

Όλους τους ιστορικούς αιώνες μετά την Θεογονία και την περιγραφή του κράτους ως ενός κτήνους που τρώει τα παιδιά του για να μην χάσει την «αρχή», ο διάλογος μεταξύ του εαυτού και του άλλου φιλτράρεται διαρκώς όχι μόνο από τις ηγεμονικές ιδεολογίες μα κι από ιδεολογίες απαραίτητες για την άμυνα μας που δείχνουν προσαρμογή στα υφιστάμενα όρια, αντίληψη μέσα στις υπάρχουσες θεωρίες και όραμα που δεν μπορεί να ξεπεράσει κανένα από τα δυο… 

Η ιδεολογική κυριαρχία είναι πολύ βαθύτερη από όσο αντιλαμβανόμαστε ή θέλουμε να παραδεχτούμε. Ίσως γι αυτό (ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό) θεωρητικοί όπως ο Καστοριάδης αναφέρουν ότι ο κομμουνισμός δεν κατάφερε να υπερβεί τα όρια που έθετε ο καπιταλισμός και οραματίστηκε έναν κόσμο κατά βάση βιομηχανικό, στην πράξη ομοιότροπο και ιεραρχικό και υλικά μετρήσιμο, αποτελώντας στην πραγματικότητα (όχι στη θεωρία..) μια κρατική παραλλαγή του. Το ίδιο συνέβη με πλευρές των επίσης σημαντικών (αφού προσέφεραν και προσφέρουν πολλά και σημαντικά, αν και προσαρμοσμένα σχεδόν πάντοτε όλα τους στις ανάγκες της λευκής μεσοαστικής τάξης) για την ιστορία της ανθρωπότητας κινημάτων όπως το φεμινιστικό ή το φυλετικό ή ακόμη το μεταναστευτικό και το εκπαιδευτικό, όπου (όμως) ο ματσισμός/ ή ο κάθε εξουσιασμός (πρωταρχικός ένοχος πάντα και ποτέ μονάχα δομικός αλλά και εξίσου προσωπικός, δηλαδή κοινωνικο/ψυχολογικός) μεταμφιέστηκε στη θηλυκή (ή σε όποια άλλη εναλλακτική του κινήματος) εκδοχή του αλλά δεν ξεπεράστηκε: Η Μήδεια απελευθερώνεται από τον αισχρό πολιτικάντη Ιάσονα διαπράττοντας το ίδιο που κάνει κι αυτός, για να διατηρεί την αρχή και την βολή του: Σκοτώνει το αδύναμο, δολοφονεί τα παιδιά. Και τελικά τον εαυτό της.

Η επίκληση του διαστελλόμενου ή συστελλόμενου κατά το δοκούν «κοινοβουλευτικού τόξου» θυμίζει τον Ιάσονα και την Μήδεια και η μοίρα των παιδιών θυμίζει την δημοκρατία (με άλλα λόγια την συμμετοχική και κοινωνική στις φιλοδοξίες της παιδεία). Η μεγαλύτερη προσφορά της Χ.Α. στο σύστημα είναι που εκ των πραγμάτων (δηλαδή εκ των τραυμάτων) σχετικοποίησε ξάφνου τις ευθύνες και ρετούσαρε το προφίλ του πολιτικού συστήματος (που περιλαμβάνει πάντα και τους πολίτες, διαχέοντας όχι όμως ισομερίζοντάς, τις ευθύνες): Όλοι οι μεταδημοκράτες (και όχι δημοκράτες) που κυβέρνησαν (και ως μεταδημοκρατία η σύγχρονη πολιτική θεωρία ονομάζει το σύστημα που έχει μετατρέψει την δημοκρατία από άθροισμα συλλογικών σε συνονθύλευμα ιδιωτικών συμφερόντων) και όλοι οι ιδιώτες που το ανέχθηκαν, ωρύονται αντιμετωπίζοντας την Χ.Α. ως ασθένεια ξεχωριστή απ την δική τους ενώ είναι το πιο εκκωφαντικό, το πιο επικίνδυνο όταν αυτονομείται, σύμπτωμα της. Αυτή η απόλυτα ναρκισσευόμενη πρόσληψη του ναζισμού δείχνει ότι ακόμη και τώρα (στο 12 και δέκα) είναι ανίκανοι να κατανοήσουν τις κοινωνικές δυναμικές, καθώς στον γυάλινο πύργο τους είναι αποκλεισμένοι από την κοινωνική πραγματικότητα: Η συμμαχία του «κοινοβουλευτικού τόξου» σε συνθήκες μεταδημοκρατίας που οι ίδιοι διατηρούν κρατώντας χυδαία με το αζημίωτο ατιμώρητους ο ένας τον άλλον, μετά τις πρόσκαιρες πιέσεις (που θα οφείλονται –να το προσέξουμε!- όχι σε πολιτική συνειδητοποίηση αλλά στη συναισθηματική κι εύκολα αντιστρεφόμενη ανάλογα τα «περιστατικά» που θα «συμβαίνουν» υστερία του ελληνικού λαού) θα εκτοξεύσει εκ νέου την Χ.Α. κι όποιος έδωσε την εντολή για την δολοφονία (παρόλο που δεν πήρε υπόψη του μια «μαγική ανατροπή» που ίσως σώσει την παρτίδα για μας και θα μας απασχολήσει μετά), έχοντας μελετήσει βαθιά το «Ο Αγών Μου» και τις στρατηγικές σύγκρουσης της δεκαετίας του 30 του Γκέμπελς και δευτερευόντως τον Ιταλικό Φασισμό του 30 (Arditti vs Arditti del Popollo…) και του 50-60 το γνωρίζει καλά, ικανός να παίξει άγριο σκάκι: Όλο το ζουμί της πρόσφατης ανακοίνωσης «Δεν Ξεσηκωθήκατε» των ναζιστών  είναι εκείνη η κατακλείδα σκαλοπάτι στην αποενοχοποίηση του όρου «φασισμός»: «Αντιφα-κωδικός για ανθέλληνες!» Το πυκνό σκοτάδι όμως δεν μπορείς να το διαπεράσεις με το «μαχαίρι» της εκτονωτικής οργής ή του (προβληματικού) νόμου, ανοίγεις το Φως. Η «δημοκρατία», λοιπόν, αν θέλει στ’ αλήθεια να χτυπήσει τον ναζισμό δεν ασχολείται μαζί του (όπως συμβαίνει τώρα) ασχολείται με την ίδια την Δημοκρατία…

(Συνεχίζεται…)