Παρασκευή
25 Σεπτεμβρίου 2026
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 5850RSS FEED
Ναυτικοί Όροι όπως τους γνώριζαν οι Έλληνες επί Τουρκοκρατίας
29/05/2019

Του Μάρκου Μάριου Σίμψα*

 

 

 

Α

Αβαρίτς = υποχρεωτική ναυτολογία ή το αντισήκωμά της.

Αβαέτι (αραβ. αβαϊτ)= η εκ φορολογίας πρόσοδος, το έσοδο.

Αγιάν (τουρκ. οι οφθαλμοί) = τοπάρχης, άρχων, δημογέρων.

Αγιουτάντες = ο υπασπιστής. Γκενεράλ αγιουτάντες, ο αρχιεπιστολεύς.

Αλάϊ = στρατιωτική παρέλαση.

Αλέμι = κοντός που φέρει στην άκρη ημισέληνο.

Αμπάρ εμίρης = έφορος αποθηκών.

Αρμάδα = ο τουρκικός στόλος.

Αρμαμέντο = το εξοπλισμένο, το πολεμικό σκάφος ή το καταδρομικό βασιλικόν αρμαμέντο, το με ρύσια γράμματα εφοδιασμένο καταδρομικό.

Αυθεντικός ή Αφεντικός = (ή βασιλικός ή μπεηλίτικος), ο του αυθέντου κρατικός, Αμπάρι αυθεντικόν = κρατικές αποθήκες. Σκάλα αυθεντική = η κρατική αποβάθρα.

Αχταμές = έγγραφο συμφωνίας.

 

Β

Βαλής = ο νομάρχης, ο διοικητής συντζακίου.

Βεζύρης = αξιωματούχος υπουργός.

Βεκιλίκι = το αξίωμα του βεκίλη.

Βεκίλης ή βιτζίλης = ο αντιπρόσωπος, ο αντικαταστάτης δημοσίου ή κοινοτικού λειτουργού.

Βλάχμπεης = ο ηγεμών Μολδοβλαχίας.

Βοεβόδας = ο στρατιωτικός διοικητής φρουρίου.

 

Γ

Γαλεμπέ-Διβάνι = το Σουλτανικόν Ανακτοβούλιον.

Γαλιοντζής ή καλιοντζής = ο ναύτης της γαλέρας ή του γαλονιού, ο πεζοναύτης.

Γεμιτζής, γετεμιτζής, γεμιτζίδικος = ο πεπειραμένος ναυτικός.

Γενιλεδίζω = ανανεώνω, ναυτολογώ.

Γεντεκλής = τεχνίτης ναυπηγείου.

Γιολδάσης = συνταξιδιώτης.

Γιουμπρούκ = το τελωνείο.

Γιουμπρούκ αγάς ή γιουμπρουξής = ο αρχιτελώνης.

Γκιουλές ή γκιουρλές = το σφαιρικόν βλήμα κανονίου.

Γκεμί = το πλοίο.

Γκενεράλ = ο στρατηγός.

Γκενεράλ-αγιουτάντες = αρχιεπιστολεύς.

Γκιόλ-εμί = άδεια αποδημίας.

 

Δ

Δεφτέρι = το κατάστιχο, ο φορολογικός κατάλογος (τουρκ. τεμεσούτι). Ρίχνω δεφτέρι = φορολογώ.

Δεφθερδάρης = ο αρχιγραμματεύς, ο οικονομικός έφορος.

Διβάνιον = η έδρα διοικήσεως.

Δίστηλον = τάλληρον.

Δοβλέτι = η διοίκηση, η κρατική υπηρεσία.

Δραγομάνος ή τραγομάνος = ο διερμηνεύς.

Δραγομανία = το αξίωμα του Δραγομάνου.

 

Ε

Εκουϊπάγι = το πλήρωμα.

Ελτζής = ο πρέσβυς.

Εμίνης (τουρκ. εμίν) = ο επμελητής, φροντιστής.

Εμίν-γιομπρούκ = ο αρχιτελώνης.

Εμίνης της σκάλας = ο λιμενάρχης.

Εμπρίκι = βρίκι.

Εσναφλίκι = επάγγελμα.

Έχλι-ισλαμικός = γνήσιος ισλαμικός.

Έχλι-ισλάμης = γνήσιος Μωαμεθανός.

 

Ζ

Ζαμπέτης και Ιαμπίτης = διοικητής

Ζιμπιτιλίκι = το αξίωμα του Ζαμπίτη.

Ζαρπαχανέ-εμίνης = ο έφορος νομισματοκοπείου.

Ζαχιρές = τρόφιμα, εφόδια.

 

Ι

Ικραμηγιές (ικράμ = το χατήρι, η εκδούλευση), χρηματικόν δώρον προς απόσπαση εκδουλεύσεως.

Ιλτιζάμι = ενοίκιο, διάταγμα που καθορίζει τον πληρωτέο κοινοτικό φόρο.

Ιμπρίκι = βρίκι.

Ισπεντζέ (βλέπε Σπέτζα).

Ιστηράς = τα σιτηρά, η σιταποθήκη, ο επί των σταριών φόρος.

Ιστηρατζής = ο επί της συγκεντρώσεως των σιτηρών.

Ιστηρατζίδικος ή εστερατζίδικος ή σιταράδικος = ο του σίτου. Καράβι ή αμπάρι.

 

Κ

Καβάδι (βλέπε τσουμπές).

Καλιοντζής (βλ. γαλιοντζής).

Κάμερη = θάλαμος πλοιάρχου.

Καμπανλίδικα = φορτηγά πλοία που μετέφεραν εφόδια κι ακολουθούσαν τα πολεμικά.

Καμπάνιες = ναυτικές επιχειρήσεις.

Κάμπια = τόκοι.

Καμπιαδόροι ή κομπιαδόροι = χρηματοδότες του φορτίου

Καπετάν-πασάς ή καπουδάν-πασάς = ο Τούρκος Στόλαρχος

Καπετάν-πασαλίκι = το αξίωμα του Καπετάν-πασά.

Καπετάν-μπέης ή καπουδάν-μπέης = ο υπαρχηγός του στόλου.

Καπί-γιολτάσης = επίσημος ταξιδιώτης.

Καπού-τσοχανδάρης – αρχιφύλακας, διοικητικός απεσταλμένος.

Κάρικο ή κάργο = φορτίο.

Καρικέτο = μικρό φορτίο.

Κασπαστί ή σπληνάντερο ή κεφαλογύρι ή σερβέτα = ο κεφαλόδεσμος.

Κερεστές = ναυπηγική ξυλεία.

Κεχρίλι = σειρήτι διακοσμητικό των  ιματίων.

Κιλίτζ = σπάθη, σφαγή.

Κιρλαγκίτσι = ελαφρός πάρων. Πασά-κιρλαγκίτσι = η ναυαρχίς.

Κιουρούκ = κουπί

Κιουρουκτσής = κωπηλάτης.

Κιουρουκτσίδικο = το ερετικό.

Κολαούζης = ο πλοηγός.

Κουμέρκι = τελωνιακός φόρος.

Κρεντιτόροι = χρηματοδότες των πλοιοκτητών.

 

Λ

Λιμάν-ρεϊζης = ο λιμενάρχης.

Λουφές ή ολουφές = ο μισθός. Τζουρμάρω με λουφέ = ναυτολογούμαι επί μισθώ.

Λουφετζής = ο μισθοφόρος.

 

Μ

Μαξούλια = τα καθαρά κέρδη πλου, τα θαλασσινά κέρδη.

Μελλάχης ή καλοκαιρινός άνθρωπος = ο υπό υποχρεωτική θητεία Έλληνας ναύτης του Οθωμανικού Στόλου.

Μελλάχικο ή σεφερλίδικο (τουρκ. γκεμισί-παρασί) = αντισήκωμα ναυτολογίας.

Μπάλα ή τόπι = μπάλα καυστική ή μπάλα φογάτα ή εμπρηστική.

Μπάρκο-μπέστια = ημιολικός δρόμων.

Μπας-καλαφάτης ή μπας-μπουγουρτζήμασης = μπας μαραγκός, αρχιναυπηγός.

Μπας-ρεϊσης = αρχιπλοίαρχος, τίτλος των Ελλήνων αρχιπλοηγών του Οθωμανικού Στόλου.

Μαχρί-σεφίντ = Άσπρη Θάλασσα, Μεσόγειος και συνεκδοχικά Αιγαίο.

Μπόνα-πρέζα = νόμιμος λεία.

Μπουγιουρουλδί = το διάταγμα, ή έγγραφος διαταγή ή εγκύκλιος αρχή.

 

Ν

Νεφέρι = ο ναύτης.

Νιζάμι = η διάταξις.

Ντιβάν-χανέ = μεγαλοπρεπές κτήριο στην Πόλη όπου και η έδρα του Καπουδάν-πασά.

Ντουνανμά ή ντονανμάς = Το Οθωμανικό Ναυτικό, ο Οθωμανικός Στόλος.

Ντουμά-τερζιμάν-μπέγης = ο Διερμηνέας του Στόλου.

 

Ο

Ούτς-αμπαρλί (τρία αμπάρια) = το τρίκροτον.

 

Π

Παρτσινέβελος = συμπλοιοκτήτης ή συνέταιρος στο πλοίο.

Πατρωνάμπεης = αντιναύαρχος, αρχηγός της πρωτοπορίας.

Πεσκέσι = φιλοδώρημα σε είδος.

Πουλάκα (πολάκα) = εμπορικό τριϊστιο.

Πρέζα = λεία.

 

Ρ

Ρεϊσης ή ρεϊζης = πλοίαρχος.

Ρέσμι = δεσμίς.

Ρέσμι-σελαμιγιέ = φόρος διοδίων των Δαρδεναλλίων.

Ριαλά-μπέης = ο υποναύαρχος, ο αρχηγός ουραγίας.

Ρίζικο = κίνδυνος.

Ρίζικο-μαρίτιμα = θαλάσσιοι κίνδυνοι.

 

Σ

Σαλαμάστρες = σχοινιά πλοίου.

Σαλβάρι ή τζαχτζιργί = μακριά βάρκα.

Σαλεανή = γαλέρα ή και εξωπλισμένη τράτα ταγμένη σε μοίρα μπέη.

Σαντζάκ = η σημαία, το σήμα διοικήσεως, ο νομός.

Σαντζάκ-γκεμισί = πλοίον της σημαίας (ναυαρχίς).

Σαρλής = δουλέμπορος.

Σελαμέτι = σωτηρία, διάσωση πλοίου.

Σελάχι = δερμάτινη ζώνη.

Σενέτι = πιστοποιητικό.

Σεντούκι = κιβώτιο, θησαυροφυλάκιο, χρηματοκιβώτιο.

Σεντούκ-Εμίνης = ο θησαυροφύλαξ.

Σερασκέρης = ο Ανώτατος Στρατιωτικός Αρχηγός.

Σερασκέρ-μπέης = ο Αντιναύαρχος της Αρμάδας, αναπληρωτής του Καπετάν-πασά.

Σερδάρης = υποτεταγμένος στρατιωτικός διοικητής.

Σερδάρης φρεγατών = ο υπαρχηγός Ναυτικών Δυνάμεων.

Σερμαγιά = κεφάλαια αγοράς φορτίου πλοίου.

Σεφέρ = ο πόλεμος.

Σεφερλής  = Έλλην τεχνίτης με υποχρεωτική θητεία στο Ναύσταθμο της Κωνσταντινουπόλεως.

Σου-γκεμισί = υδροφόρο πλοίο.

Σπέντζα (τουρκ. ισπεντζέ) = φόρος πωλήσεως δούλου, κεφαλικός φόρος ανηλίκων.

 

Τ

Ταϊφάς = μικρό στρατιωτικό σώμα, το πλήρωμα, ο ναύτης.

Τακρίριον = αναφορά.

Ταουσάν (τουρκ. λαγός) = ειρωνικά οι νησιώτες.

Τερσανές ή τερσανάς = ο ναύσταθμος.

Τερσανέ-Εμίνης = ο έφορος Ναυστάθμου.

Τεσκερές = τελωνειακή απόδειξη.

Τετράδια των σενιάλων = σηματολόγια.

Τζεπχανές = πυριτιδαποθήκη.

Τζιρίμι ή τζέρμι = σιταγωγό πλοίο.

Τζούρμα ή τζούρμο = το πλήρωμα.

Τζουρμάρω = ναυτολογώ, ναυτολογούμαι.

Τόπι ή γκιουλές ή μπάλα = σφαιρικό βλήμα. Επίσης βολή κανονιού και αυτό τούτο το κανόνι. Τόπι χωρίς γκιουλέ = η άσφαιρος βολή.

Τοπτσής = πυροβολητής.

Τοπτσήμπασης = αρχιπυροβολητής.

Τουμάνι = ναυτική ενδυμασία.

Τσεγκέλι = εμπρηστικός σάκος.

Τσερνίκι = μικρό ιστιοφόρο

 

Φ

Φιρμάνι ή φερμάνι = διάταγμα.

 

Χ

Χαβούζι = ναυπηγική σχάρα.

Χαϊνης = ο άπιστος.

Χάρτα = ο ναυτικός χάρτης.

Χαρτζί = έξοδο στρατολογίας.

Χερικέτι = ενέργεια δράσης του πλοίου.

Χισμέτ = εξυπηρέτηση, χρηματικό δόσιμο προς εξυπηρέτηση.

 

*Αντιπλοιάρχος (Ο) ΠΝ

 

(Το παρόν αποτελεί αναδημοσίευση, κυρίως, από το παράρτημα του βιβλίου του συγγραφέως Μ. Σίμψα, Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων, εκδ. ΓΕΝ/ΥΙΝ 2006, τ. 3, σελ. 455)

 

ΠΗΓΗ: Περί Αλός https://perialos.blogspot.com/2019/05/blog-post.html