Του Μάρκου Μάριου Σίμψα*
Α
Αβαρίτς = υποχρεωτική ναυτολογία ή το αντισήκωμά της.
Αβαέτι (αραβ. αβαϊτ)= η εκ φορολογίας πρόσοδος, το έσοδο.
Αγιάν (τουρκ. οι οφθαλμοί) = τοπάρχης, άρχων, δημογέρων.
Αγιουτάντες = ο υπασπιστής. Γκενεράλ αγιουτάντες, ο αρχιεπιστολεύς.
Αλάϊ = στρατιωτική παρέλαση.
Αλέμι = κοντός που φέρει στην άκρη ημισέληνο.
Αμπάρ εμίρης = έφορος αποθηκών.
Αρμάδα = ο τουρκικός στόλος.
Αρμαμέντο = το εξοπλισμένο, το πολεμικό σκάφος ή το καταδρομικό βασιλικόν αρμαμέντο, το με ρύσια γράμματα εφοδιασμένο καταδρομικό.
Αυθεντικός ή Αφεντικός = (ή βασιλικός ή μπεηλίτικος), ο του αυθέντου κρατικός, Αμπάρι αυθεντικόν = κρατικές αποθήκες. Σκάλα αυθεντική = η κρατική αποβάθρα.
Αχταμές = έγγραφο συμφωνίας.
Β
Βαλής = ο νομάρχης, ο διοικητής συντζακίου.
Βεζύρης = αξιωματούχος υπουργός.
Βεκιλίκι = το αξίωμα του βεκίλη.
Βεκίλης ή βιτζίλης = ο αντιπρόσωπος, ο αντικαταστάτης δημοσίου ή κοινοτικού λειτουργού.
Βλάχμπεης = ο ηγεμών Μολδοβλαχίας.
Βοεβόδας = ο στρατιωτικός διοικητής φρουρίου.
Γ
Γαλεμπέ-Διβάνι = το Σουλτανικόν Ανακτοβούλιον.
Γαλιοντζής ή καλιοντζής = ο ναύτης της γαλέρας ή του γαλονιού, ο πεζοναύτης.
Γεμιτζής, γετεμιτζής, γεμιτζίδικος = ο πεπειραμένος ναυτικός.
Γενιλεδίζω = ανανεώνω, ναυτολογώ.
Γεντεκλής = τεχνίτης ναυπηγείου.
Γιολδάσης = συνταξιδιώτης.
Γιουμπρούκ = το τελωνείο.
Γιουμπρούκ αγάς ή γιουμπρουξής = ο αρχιτελώνης.
Γκιουλές ή γκιουρλές = το σφαιρικόν βλήμα κανονίου.
Γκεμί = το πλοίο.
Γκενεράλ = ο στρατηγός.
Γκενεράλ-αγιουτάντες = αρχιεπιστολεύς.
Γκιόλ-εμί = άδεια αποδημίας.
Δ
Δεφτέρι = το κατάστιχο, ο φορολογικός κατάλογος (τουρκ. τεμεσούτι). Ρίχνω δεφτέρι = φορολογώ.
Δεφθερδάρης = ο αρχιγραμματεύς, ο οικονομικός έφορος.
Διβάνιον = η έδρα διοικήσεως.
Δίστηλον = τάλληρον.
Δοβλέτι = η διοίκηση, η κρατική υπηρεσία.
Δραγομάνος ή τραγομάνος = ο διερμηνεύς.
Δραγομανία = το αξίωμα του Δραγομάνου.
Ε
Εκουϊπάγι = το πλήρωμα.
Ελτζής = ο πρέσβυς.
Εμίνης (τουρκ. εμίν) = ο επμελητής, φροντιστής.
Εμίν-γιομπρούκ = ο αρχιτελώνης.
Εμίνης της σκάλας = ο λιμενάρχης.
Εμπρίκι = βρίκι.
Εσναφλίκι = επάγγελμα.
Έχλι-ισλαμικός = γνήσιος ισλαμικός.
Έχλι-ισλάμης = γνήσιος Μωαμεθανός.
Ζ
Ζαμπέτης και Ιαμπίτης = διοικητής
Ζιμπιτιλίκι = το αξίωμα του Ζαμπίτη.
Ζαρπαχανέ-εμίνης = ο έφορος νομισματοκοπείου.
Ζαχιρές = τρόφιμα, εφόδια.
Ι
Ικραμηγιές (ικράμ = το χατήρι, η εκδούλευση), χρηματικόν δώρον προς απόσπαση εκδουλεύσεως.
Ιλτιζάμι = ενοίκιο, διάταγμα που καθορίζει τον πληρωτέο κοινοτικό φόρο.
Ιμπρίκι = βρίκι.
Ισπεντζέ (βλέπε Σπέτζα).
Ιστηράς = τα σιτηρά, η σιταποθήκη, ο επί των σταριών φόρος.
Ιστηρατζής = ο επί της συγκεντρώσεως των σιτηρών.
Ιστηρατζίδικος ή εστερατζίδικος ή σιταράδικος = ο του σίτου. Καράβι ή αμπάρι.
Κ
Καβάδι (βλέπε τσουμπές).
Καλιοντζής (βλ. γαλιοντζής).
Κάμερη = θάλαμος πλοιάρχου.
Καμπανλίδικα = φορτηγά πλοία που μετέφεραν εφόδια κι ακολουθούσαν τα πολεμικά.
Καμπάνιες = ναυτικές επιχειρήσεις.
Κάμπια = τόκοι.
Καμπιαδόροι ή κομπιαδόροι = χρηματοδότες του φορτίου
Καπετάν-πασάς ή καπουδάν-πασάς = ο Τούρκος Στόλαρχος
Καπετάν-πασαλίκι = το αξίωμα του Καπετάν-πασά.
Καπετάν-μπέης ή καπουδάν-μπέης = ο υπαρχηγός του στόλου.
Καπί-γιολτάσης = επίσημος ταξιδιώτης.
Καπού-τσοχανδάρης – αρχιφύλακας, διοικητικός απεσταλμένος.
Κάρικο ή κάργο = φορτίο.
Καρικέτο = μικρό φορτίο.
Κασπαστί ή σπληνάντερο ή κεφαλογύρι ή σερβέτα = ο κεφαλόδεσμος.
Κερεστές = ναυπηγική ξυλεία.
Κεχρίλι = σειρήτι διακοσμητικό των ιματίων.
Κιλίτζ = σπάθη, σφαγή.
Κιρλαγκίτσι = ελαφρός πάρων. Πασά-κιρλαγκίτσι = η ναυαρχίς.
Κιουρούκ = κουπί
Κιουρουκτσής = κωπηλάτης.
Κιουρουκτσίδικο = το ερετικό.
Κολαούζης = ο πλοηγός.
Κουμέρκι = τελωνιακός φόρος.
Κρεντιτόροι = χρηματοδότες των πλοιοκτητών.
Λ
Λιμάν-ρεϊζης = ο λιμενάρχης.
Λουφές ή ολουφές = ο μισθός. Τζουρμάρω με λουφέ = ναυτολογούμαι επί μισθώ.
Λουφετζής = ο μισθοφόρος.
Μ
Μαξούλια = τα καθαρά κέρδη πλου, τα θαλασσινά κέρδη.
Μελλάχης ή καλοκαιρινός άνθρωπος = ο υπό υποχρεωτική θητεία Έλληνας ναύτης του Οθωμανικού Στόλου.
Μελλάχικο ή σεφερλίδικο (τουρκ. γκεμισί-παρασί) = αντισήκωμα ναυτολογίας.
Μπάλα ή τόπι = μπάλα καυστική ή μπάλα φογάτα ή εμπρηστική.
Μπάρκο-μπέστια = ημιολικός δρόμων.
Μπας-καλαφάτης ή μπας-μπουγουρτζήμασης = μπας μαραγκός, αρχιναυπηγός.
Μπας-ρεϊσης = αρχιπλοίαρχος, τίτλος των Ελλήνων αρχιπλοηγών του Οθωμανικού Στόλου.
Μαχρί-σεφίντ = Άσπρη Θάλασσα, Μεσόγειος και συνεκδοχικά Αιγαίο.
Μπόνα-πρέζα = νόμιμος λεία.
Μπουγιουρουλδί = το διάταγμα, ή έγγραφος διαταγή ή εγκύκλιος αρχή.
Ν
Νεφέρι = ο ναύτης.
Νιζάμι = η διάταξις.
Ντιβάν-χανέ = μεγαλοπρεπές κτήριο στην Πόλη όπου και η έδρα του Καπουδάν-πασά.
Ντουνανμά ή ντονανμάς = Το Οθωμανικό Ναυτικό, ο Οθωμανικός Στόλος.
Ντουμά-τερζιμάν-μπέγης = ο Διερμηνέας του Στόλου.
Ο
Ούτς-αμπαρλί (τρία αμπάρια) = το τρίκροτον.
Π
Παρτσινέβελος = συμπλοιοκτήτης ή συνέταιρος στο πλοίο.
Πατρωνάμπεης = αντιναύαρχος, αρχηγός της πρωτοπορίας.
Πεσκέσι = φιλοδώρημα σε είδος.
Πουλάκα (πολάκα) = εμπορικό τριϊστιο.
Πρέζα = λεία.
Ρ
Ρεϊσης ή ρεϊζης = πλοίαρχος.
Ρέσμι = δεσμίς.
Ρέσμι-σελαμιγιέ = φόρος διοδίων των Δαρδεναλλίων.
Ριαλά-μπέης = ο υποναύαρχος, ο αρχηγός ουραγίας.
Ρίζικο = κίνδυνος.
Ρίζικο-μαρίτιμα = θαλάσσιοι κίνδυνοι.
Σ
Σαλαμάστρες = σχοινιά πλοίου.
Σαλβάρι ή τζαχτζιργί = μακριά βάρκα.
Σαλεανή = γαλέρα ή και εξωπλισμένη τράτα ταγμένη σε μοίρα μπέη.
Σαντζάκ = η σημαία, το σήμα διοικήσεως, ο νομός.
Σαντζάκ-γκεμισί = πλοίον της σημαίας (ναυαρχίς).
Σαρλής = δουλέμπορος.
Σελαμέτι = σωτηρία, διάσωση πλοίου.
Σελάχι = δερμάτινη ζώνη.
Σενέτι = πιστοποιητικό.
Σεντούκι = κιβώτιο, θησαυροφυλάκιο, χρηματοκιβώτιο.
Σεντούκ-Εμίνης = ο θησαυροφύλαξ.
Σερασκέρης = ο Ανώτατος Στρατιωτικός Αρχηγός.
Σερασκέρ-μπέης = ο Αντιναύαρχος της Αρμάδας, αναπληρωτής του Καπετάν-πασά.
Σερδάρης = υποτεταγμένος στρατιωτικός διοικητής.
Σερδάρης φρεγατών = ο υπαρχηγός Ναυτικών Δυνάμεων.
Σερμαγιά = κεφάλαια αγοράς φορτίου πλοίου.
Σεφέρ = ο πόλεμος.
Σεφερλής = Έλλην τεχνίτης με υποχρεωτική θητεία στο Ναύσταθμο της Κωνσταντινουπόλεως.
Σου-γκεμισί = υδροφόρο πλοίο.
Σπέντζα (τουρκ. ισπεντζέ) = φόρος πωλήσεως δούλου, κεφαλικός φόρος ανηλίκων.
Τ
Ταϊφάς = μικρό στρατιωτικό σώμα, το πλήρωμα, ο ναύτης.
Τακρίριον = αναφορά.
Ταουσάν (τουρκ. λαγός) = ειρωνικά οι νησιώτες.
Τερσανές ή τερσανάς = ο ναύσταθμος.
Τερσανέ-Εμίνης = ο έφορος Ναυστάθμου.
Τεσκερές = τελωνειακή απόδειξη.
Τετράδια των σενιάλων = σηματολόγια.
Τζεπχανές = πυριτιδαποθήκη.
Τζιρίμι ή τζέρμι = σιταγωγό πλοίο.
Τζούρμα ή τζούρμο = το πλήρωμα.
Τζουρμάρω = ναυτολογώ, ναυτολογούμαι.
Τόπι ή γκιουλές ή μπάλα = σφαιρικό βλήμα. Επίσης βολή κανονιού και αυτό τούτο το κανόνι. Τόπι χωρίς γκιουλέ = η άσφαιρος βολή.
Τοπτσής = πυροβολητής.
Τοπτσήμπασης = αρχιπυροβολητής.
Τουμάνι = ναυτική ενδυμασία.
Τσεγκέλι = εμπρηστικός σάκος.
Τσερνίκι = μικρό ιστιοφόρο
Φ
Φιρμάνι ή φερμάνι = διάταγμα.
Χ
Χαβούζι = ναυπηγική σχάρα.
Χαϊνης = ο άπιστος.
Χάρτα = ο ναυτικός χάρτης.
Χαρτζί = έξοδο στρατολογίας.
Χερικέτι = ενέργεια δράσης του πλοίου.
Χισμέτ = εξυπηρέτηση, χρηματικό δόσιμο προς εξυπηρέτηση.
*Αντιπλοιάρχος (Ο) ΠΝ
(Το παρόν αποτελεί αναδημοσίευση, κυρίως, από το παράρτημα του βιβλίου του συγγραφέως Μ. Σίμψα, Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων, εκδ. ΓΕΝ/ΥΙΝ 2006, τ. 3, σελ. 455)
ΠΗΓΗ: Περί Αλός https://perialos.blogspot.com/2019/05/blog-post.html