
Οι πρωτεΐνες και οι υδατάνθρακες απορροφώνται κυρίως από το εγγύς τμήμα του λεπτού εντέρου.
Οι πρωτεΐνες που απορροφώνται στο έντερο υφίστανται την επίδραση γαστρικού, υγρού λεπτού εντέρου ένζυμα, παγκρεατικών ενζύμων για να διασπαστούν αρχικά σε αμινοξέα και μικρότερα πεπτίδια.
Αυτά τα υδρολυμένα μόρια μεταφέρονται ενεργητικά στα κύτταρα του εντερικού επιθηλίου του λεπτού εντέρου και του ειλεού από όπου περνούν άμεσα στην κυκλοφορία του αίματος.
Οι υδατάνθρακες σαν δισακχαρίτες διασπώνται σε μονοσακχαρίτες από ένζυμα (δισακχαράσες) όπως λακτάση, μαλτάση, ισομαμαλτάση, σουκράση (ινβερτάση) που βρίσκονται φυσιολογικά στα κύτταρα του εντερικού αυλού.
Οι μη διασπασμένοι δισακχαρίτες προκαλούν «ωσμωτικό φορτίο» με πρόσληψη ύδατος και ηλεκτρολυτών στον αυλό του εντέρου, αλλάζοντας έτσι τον «ομοιοστατικό περιβάλλον» του, προκαλώντας υδαρείς διάρροιες.
Μικροβιακές ζυμώσεις των υδατανθράκων στο έντερο παράγουν αέρια (υδρογόνο, διοξείδιο άνθρακα, μεθάνιο) που προκαλούν μεγάλο μετεωρισμό διάταση κοιλίας, κοιλιακά άλγη.
Η απορρόφηση των λιπών είναι πιο σύνθετη διεργασία.
Το με τις τροφές προσλαμβανόμενο λίπος με την μορφή των τριγλυκεριδίων παραμένει έτσι μέχρι να υποστούν υδρόλυση από το ένζυμο ΠΑΓΚΡΕΑΤΙΚΗ ΛΙΠΑΣΗ στο λεπτό έντερο.
Δύο ομάδες αμφιπαθών ουσιών (αμφιπάθεια : αναφέρεται στην επιφάνεια μίας πρωτεΐνης που διαθέτει υδρόφοβες και υδρόφιλες ομάδες) δημιουργούνται τα ΛΙΠΑΡΑ ΟΞΕΑ – τα β΄-μονογλυκερίδια.
Τα λιπαρά οξέα και τα β΄μονογλυκερίδια περνούν παθητικά μέσα στο κύτταρο, ενώ τα τριγλυκερίδια αναμορφοποιούνται και συνδέονται με πρωτεΐνη, χοληστερόλη, εστέρες χοληστερόλη και φωσφολιπίδια για να σχηματίσουν τα χυλομικρά.
Τα χυλομικρά κινούνται στο κεντρικό γαλακτοφόρο οδό των εντερικών λάχνων με κατάληξη τελική στο λεμφικό σύστημα και με την κυκλοφορία στο ήπαρ, μύς, λιπώδη ιστό.
Κάθε διεργασία η οποία αλλοιώνει την ομαλή λειτουργία των ενζυμικών συστημάτων, την λειτουργικότητα και ανατομική ακεραιότητα του παγκρεάτος και των συστατικών της χολής, την λειτουργική φυσιολογία του λεπτού εντέρου, την ανατομική ακεραιότητα του λεμφικού συστήματος ή αλλοιώνει τον φυσιολογικό χρόνο παραμονής και διέλευσης της τροφής στο λεπτό έντερο, μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα σύνδρομο δυσαπορρόφησης.
Η δυσαπορρόφηση λίπους (στεατόρροια) είναι περισσότερο συχνή από την αντίστοιχη της πρωτεΐνης που είναι επίσης περισσότερο συχνή από την δυσαπορρόφηση των υδατανθράκων.
Υπάρχουν και μικτά αίτια τα οποία προκαλούν ΣΔ, και συνοδέουν :