Τετάρτη
19 Ιουνίου 2019
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3195RSS FEED
Ο νέος Αμερικής και το πρωτείο του Κωνσταντινουπόλεως
Γράφει ο
Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος

 

         Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής  Ελπιδοφόρος (Λαμπρυνιάδης) το προηγούμενο της εκλογής του χρονικό διάστημα  διεκρίθη για την μετά φανατισμού υποστήριξη των απόψεων του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, τόσο στο Ουκρανικό εκκλησιαστικό πρόβλημα, όσο και στο περί πρωτείου θέμα. Μάλιστα το δεύτερο το υπογράμμισε στην αντιφώνησή του προς τον Πατριάρχη κατά το  Μικρό Μήνυμα του: «...Θα έχω πάντοτε εστραμμένον το βλέμμα μου προς Υμάς, Σεπτέ Πρώτε της Ορθοδοξίας».

         Όπως είναι γνωστό ο κ. Ελπιδοφόρος, ως Μητροπολίτης Προύσης, τον Φεβρουάριο του 2014 έγραψε άρθρο – απάντηση στο περί πρωτείου κείμενο του Πατριαρχείου της Μόσχας, με τίτλο «Primussineparibus». Σε αυτό γράφει: «Εάν θέλωμεν να ομιλήσωμεν περί πηγής ενός πρωτείου εις την ανά την οικουμένης Εκκλησίαν, αύτη είναι αυτό τούτο το πρόσωπον του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος ως αρχιερεύς είναι μεν πρώτος «μεταξύ ίσων», ως Κωνσταντινουπόλεως όμως και συνεπώς ως Οικουμενικός Πατριάρχης είναι πρώτος δίχως ίσον (primussineparibus). Το άρθρο στηρίχθηκε στην προ αυτού διατυπωμένη ιδία άποψη του Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος δεν κατεδίκασε την περί πρωτείου άποψη του κ. Ελπιδοφόρου. Αντιθέτως τον προήγαγε, που σημαίνει ότι την εγκρίνει και τον ικανοποιεί.

Επειδή το θέμα του Πρωτείου του Οικουμενικού Πατριάρχου τείνει να προβληθεί ως καινοφανές δόγμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας θα αναφερθεί η άποψη περί του πρωτείου της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που είναι ανωτέρα των μεμονωμένων απόψεων Μητροπολιτών, ακόμη και του ιδίου του Πατριάρχου, αφού  δεν ισχύει στην Ορθόδοξη Εκκλησία το περί του αλαθήτου δόγμα, που στον Ρώμης  συνοδεύει το πρωτείο.

Τον Αύγουστο του 1895 εξαπολύθηκε Εγκύκλιος Πατριαρχική και Συνοδική «προς τους Ιερωτάτους και Θεοφιλεστάτους εν Χριστώ αδελφούς Μητροπολίτας και Επισκόπους και τον περί αυτούς ιερόν και ευαγή κλήρον και άπαν το ευσεβές και ορθόδοξον πλήρωμα του αγιωτάτου Αποστολικού και Πατριαρχικού Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως».

         Στην Εγκύκλιο ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άνθιμος και οι περί αυτόν Συνοδικοί Μητροπολίτες καταγγέλλουν ότι «εν εσχάτοις χρόνοις ο πονηρός διέσπασεν από της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού και έθνη ολόκληρα της Δύσεως, εμφυσήσας τοις επισκόποις της Ρώμης φρονήματα υπερφιάλου αλαζονείας, ποικίλας γεννησάσης καινοτομίας αθέσμους και αντιευαγγελικάς». Βαρύτατες οι κατηγορίες κατά των επισκόπων της Ρώμης και ειδικότερα του τότε Πάπα Ρώμης Λέοντος ΙΓ΄. Γιατί; Διότι καθιέρωσαν το πρωτείο «sineparibus»…

         Στη συνέχεια εξηγούν γιατί ο Πάπας της Ρώμης έχει φρόνημα υπερφιάλου αλαζονείας με το δόγμα του περί πρωτείου:

         «Οι θείοι Πατέρες τιμώντες τον Επίσκοπον Ρώμης μόνον ως της πρωτευούσης πόλεως του κράτους απέδωκαν αυτώ προεδρείας πρεσβεία τιμητικά, θεωρήσαντες αυτόν απλώς ως πρώτον τη τάξει επίσκοπον, τουτ’ έστι πρώτον εν ίσοις, άπερ πρεσβεία και τω Κωνσταντινουπόλεως απένειμαν κατόπιν, ότε η πόλις αύτη εγένετο πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους, ως μαρτυρεί περί τούτου ο κη΄ κανών της Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου....    

         Εκ του κανόνος τούτου καταφαίνεται ότι ο Ρώμης εστίν επίσκοπος ισότιμος τω επισκόπω της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως και τοις των άλλων Εκκλησιών, εν ουδενί δε κανόνι και παρ’ ουδενί των πατέρων υπαινιγμός τις γίνεται, ότι ποτέ ο Ρώμης μόνος εστίν ο αρχηγός της καθόλου Εκκλησίας και ο αλάθητος κριτής των επισκόπων των άλλων ανεξαρτήτων και αυτοκεφάλων Εκκλησιών...Εκάστη κατά μέρος αυτοκέφαλος Εκκλησία εν τε τη Ανατολή και τη Δύσει ην όλως ανεξάρτητος και αυτοδιοίκητος κατά τους χρόνους των επτά Οικουμενικών Συνόδων. Όπως δε οι επίσκοποι των αυτοκεφάλων Εκκλησιών της Ανατολής, ούτω και οι της Αφρικής, της Ισπανίας, των Γαλλιών, της Γερμανίας και της Βρεττανίας εκυβέρνων τα των Εκκλησιών αυτών έκαστοι δια των ιδίων τοπικών Συνόδων, ουδέν αναμίξεως δικαίωμα έχοντος του επισκόπου Ρώμης, όστις και αυτός επίσης υπήγετο και υπείκεν εις τας συνοδικάς αποφάσεις.

         Εν σπουδαίοις δε ζητήμασι δεομένοις του κύρους της καθόλου Εκκλησίας εγίνετο έκκλησις εις Οικουμενικήν Σύνοδον, ήτις μόνη ην και έστί το ανώτατον εν τη καθόλου Εκκλησία κριτήριον. Τοιούτον υπήρχε το αρχαίον της Εκκλησίας πολίτευμα. Οι επίσκοποι ήσαν ανεξάρτητοι απ’ αλλήλων και ελεύθεροι όλως εν τοις ιδίοις έκαστος ορίοις, μόνον ταις συνοδικαίς διατάξεσιν υπείκοντες και παρεκάθηντο ίσοι προς αλλήλους εν ταις συνόδοις. Ουδείς δε εξ αυτών διεξεδίκει ποτέ μοναρχικά δικαιώματα επί της καθόλου Εκκλησίας....

Κατά τους εννέα αιώνας των Οικουμενικών Συνόδων η ανατολική ορθόδοξος Εκκλησία ουδέποτε ανεγνώρισε περί πρωτείου υπερφιάλους αξιώσεις των επισκόπων της Ρώμης, επομένως ουδέποτε υπετάχθη αυτοίς, ως τρανώς μαρτυρεί η εκκλησιαστική ιστορία.....Αφάτου δε λύπης πληρούται πάσα ευσεβής και ορθόδοξος καρδία βλέπουσα την παπικήν Εκκλησίαν εμμένουσαν υπεροπτικώς  εν αυταίς ταις καινοτομίαις και ήκιστα συντελούσαν εις τον ιερόν της ενώσεως σκοπόν δι’ αποπτύσεως των αιρετικών τούτων καινοτομιών και επανόδου εις το αρχαίον καθεστώς της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας...» (Σημ. Οι υπογραμμίσεις του γράφοντος).

         Δια την ιστορία αναφέρονται οι συνυπογράψαντες την Εγκύκλιο Μητροπολίτες: Κυζίκου Νικόδημος, Νικομηδείας Φιλόθεος, Νικαίας Ιερώνυμος, Προύσης Ναθαναήλ, Σμύρνης Βασίλειος, Φιλαδελφείας Στέφανος, Λήμνου Αθανάσιος, Δυρραχίου Βησσαρίων, Βελεγράδων Δωρόθεος, Ελασσώνος Νικόδημος, Καρπάθου και Κάσου Σωφρόνιος και Ελευθερουπόλεως Διονύσιος. Η συγκεκριμένη Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος ουδέποτε αναιρέθηκε και με βάση τα υποστηριζόμενα από τον κ. Βαρθολομαίο για τις αποφάσεις της Πατριαρχικής Συνόδου,  αυτή έχει ισχύ κανόνα. Επομένως οι περί του πρωτείου του Κωνσταντινουπόλεως απόψεις  των Περγάμου και Αμερικής, με τη σύμφωνη γνώμη του Οικ. Πατριάρχου, ελέγχονται ως «αιρετικές καινοτομίες».

         Με την ευκαιρία της εκλογής του κ. Ελπιδοφόρου στην Αρχιεπισκοπή Αμερικής κυκλοφορήθηκε το βιογραφικό του. Σε αυτό αναγράφεται ότι γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1967 και  αποφοίτησε  από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης το 1991. Δεν αναφέρεται πως στα ενδιάμεσα χρόνια δεν ήταν στην Κωνσταντινούπολη, αλλά στην Αθήνα, στην Καλλιθέα συγκεκριμένα, όπου και έλαβε την εγκύκλια μόρφωση και του αναπτύχθηκε ο πόθος της ιεροσύνης. Ελπίζεται να είναι ακούσια η παράλειψη και όχι γιατί θεωρεί  μειονέκτημά του ότι μεγάλωσε στην Ελλάδα.