
Η συγγενής μορφή της τοξοπλάσμωσης προκαλείται από την μόλυνση στην ενδομήτριο ζωή του εμβρύου ή κατά την γέννηση, από το παράσιτο Toxoplasma gondii.
Η σοβαρότητα της λοίμωξης εξαρτάται από το στάδιο της κύησης που συμβαίνει η λοίμωξη.
Στο πρωϊμότερο στάδιο της κύησης το έμβρυο αναπτύσσει βαρειά νόσο με ποσοστό 66% για το 1ο τρίμηνο κύησης, 5% - 10% για το 3ο τρίμηνο κύησης.
Επίσης η προσβολή του εμβρύου από τοξοπλάσμωση κατά το 1ο τρίμηνο της κύησης μπορεί να καταλήξει σε ενδομήτριο θάνατο, γέννηση θνησιγενούς εμβρύου με βαρειά συγγενή νόσο (μικροκεφαλία, υδροκέφαλο, ενδοκρανιακές αλλοιώσεις (αποτιτανώσεις, διάταση κοιλίων εγκεφάλου), διανοητική καθυστέρηση, χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, λεμφαδενοπάθεια, ηπατοσπληνική διόγκωση, ίκτερο.
Επίσης αναφέρονται συγγενής καταρράκτης, διάρροια, εμετοί, εξάνθημα, ηπατίτιδα, αιμορραγικές εκδηλώσεις.
Αν η λοίμωξη από ΤΣΣ γίνει στο τέλος της εγκυμοσύνης, οι συνέπειες είναι πολύ μικρές και το νεογνό είναι ασυμπτωματικό ή εμφανίζει μόνο χοριοενδοαμφιβληστροειδοπάθεια. Η συγγενής πάντως τοξοπλάσμωση ενοχοποιείται σαν αίτιο συγγενούς κώφωσης.
Η συγγενής τοξοπλάσμωση και η μόλυνση του εμβρύου δια της πλακουντίου κυκλοφορίας συμβαίνει μετά οξεία λοίμωξη της μητέρας που εμφανίζει ανεπάρκεια του ανοσολογικού συστήματος η πιο σπάνια από επανεργοποίηση λανθάνουσας λοίμωξης.
Η πιθανότητα μετάδοσης του παράσιτου στο έμβρυο είναι μεγαλύτερη αν πιο προχωρημένη είναι η κύηση.
Η τοξοπλάσμωση εμφανίζει παγκόσμια κατανομή σε θηλαστικά και πουλιά με τελικό ξενιστή τις γάτες και άλλα αιλουροειδή τα οποία μολύνονται τρώγοντας τρωκτικά ή πουλιά.
Όπως επίσης και ωοκύστες του παράσιτου που βρίσκονται στα περιτώματα από γάτες.
Σαν ενδιάμεσος ξενιστής* του παράσιτου είναι τα πρόβατα, οι κατσίκες, τα βοοειδή, χοίροι, κοτόπουλα και πουλιά, που μεταφέρουν το Trypasiosma gondii εγκυστημένο στους μύς και εγκέφαλο.
Ξενιστής : Οργανισμός σε βάρος του οποίου επιβιώνει ένα παράσιτο.
ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΣΥΓΓΕΝΗΣ ΤΟΞΟΠΛΑΣΜΩΣΗΣ
Οι ανοσοϋγιείς μητέρες με οξεία λοίμωξη κατά την εγκυμοσύνη έχουν συνήθως θετικά αντισώματα IgM και IgG.
Όταν οι τίτλοι IgM στο βρέφος είναι αρνητικοί ή μη αξιολογήσιμοι θα πρέπει να γίνεται έλεγχος και IgA, IgE (μέθοδος ELISA) που θεωρείται πιο ευαίσθητη σαν μέθοδος. Η επανάληψη των παραπάνω εξετάσεων μετά 10 ημέρες βοηθάει διαγνωστικά.
Οι τίτλοι IgM και IgA σε βρέφη που δεν έχει μολυνθεί βοηθάει διαγνωστικά.
Έτσι χαμηλοί θετικοί τίτλοι IgM, IgA σαν αποτέλεσμα της διαπλακουντίου κυκλοφορίας, ανεύρεση αυτών στο βρέφος μειώνονται με ταχύ ρυθμό, ενώ παραμένουν θετικοί για διάστημα εβδομάδων και μηνών στο βρέφος με ενδομήτρια λοίμωξη.
Πάντως τακτικοί ορολογικοί έλεγχοι κατά το 1ο έτος της ζωής του βρέφους είναι απαραίτητος, κυρίως όταν τα πρώτα στοιχεία δεν είναι διαγνωστικά.
Οι τίτλοι IgG οι οποίοι προήλθαν από την μητέρα δια της πλακουντίας κυκλοφορίας συνήθως μειώνονται σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα στους 6 – 12 μήνες ενώ αντίθετα στα βρέφη με συγγενή λοίμωξη διατηρούνται αυξημένοι και πέραν του 1 έτους.
Προγεννητική διάγνωση τοξοπλάσμωσης γίνεται με την ανίχνευση DNA του Τ. Gondii με PCR ή RT-PCR (Reverse Transcription Polymerase Chain Reaction) χρησιμοποιείται στη μοριακή βιολογία για προσδιορισμό RNA στο αμνιακό υγρό (ευαισθησία μεθόδου μικρότερη στις αρχές κύησης).
Επίσης υπερηχογραφικός έλεγχος του εμβρύου για ανεύρεση υπερηχογόνων ενδοκρανιακών εστιών αποτιτανώσεων, διάταση των κοιλίων δίνει σημαντικά στοιχεία για την πιθανή υποχρεωτική διακοπή της κύησης και για τη διάγνωση της συγγενούς τοξοπλάσμωσης.
Προληπτικά μέτρα κατά την κύηση για την αποφυγή της συγγενής λοίμωξης από T. Gondii, περιλαμβάνουν :
1. ΠΡΩΤΟΓΕΝΗ ΠΡΟΛΗΨΗ
Ενημέρωση των εγκύων γυναικών (κατανάλωση καλομαγειρεμένου κρέατος – συντήρηση πουλερικών και κρεάτων στους -30οC για 24 ώρες. Σχολαστικό πλύσιμο χεριών κάθε φορά πριν το φαγητό. Αποφυγή της εγκύου με περιττώματα γάτας (χρήση γαντιών για την αποκομιδή των περιττωμάτων ή κατά την αλλαγή του δοχείου με άμμο που περιέχει τα περιττώματα αυτής). Οι γάτες του σπιτιού καλύτερα να σιτίζονται με ξηρά τροφή, κονσέρβες καλομαγειρεμένου κρέατος.
2. ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΠΡΟΛΗΨΗ
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Επιβεβαιωμένη λοίμωξη της εγκύου γυναίκας μετά τις 6 εβδομάδες, αντιμετοπίζονται με χορήγηση σπιραμυκίνης θα μειώνει τον κίνδυνο μετάδοσης της λοίμωξης στο έμβρυο μέχρι το τέλος της κύησης.
Μετά την 2η εβδομάδα γίνεται έλεγχος του αμνιακού υγρού με PCR και ταυτόχρονη υπερηχογραφική απεικόνιση του εμβρύου.
Στην περίπτωση προσβολής του εμβρύου χορηγείται σουλφαδιαζίνη – πυριμεθαμίνη στη μητέρα από 30η εβδομάδα κύησης μέχρι τον τοκετό. Αν υπάρχει συγγενής λοίμωξη του νεογέννητου χορηγείται συνδυασμός σουλφαδιαζίνης – πυριμεθαμίνης μέχρι την ηλικία του ενός (1) έτους.
Αν παρουσιάσει τοξικότητα και παρενέργειες των φαρμάκων αυτών, χορηγείαι σπυραμυκίνης.
Στην περίπτωση οφλαμικής προσβολής χορηγούνται στεροειδή. Συνιστάται σύγχρονη χορήγηση πυριμεθαμίνης και φυλλικού οξέος.
Ref. : ΚΕΕΛΠΝΟ