Γράφει η Μαρίνα Κουρμπέλα
Στεκόταν με το ένα πόδι στην είσοδο της πολυκατοικίας, και με το άλλο στο πεζοδρόμιο. Έδειχνε πως διάβαζε στα κουδούνια, τα ονόματα, σαν κάτι να έψαχνε
Τον γνώρισα πριν τον πλησιάσω και πέρασα απέναντι. Δεν ήθελα να με δει. Είναι, γνωστός μου , και έχω δει δύο-τρείς φορές να δείχνει ότι ψάχνει κάποιο όνομα. Στην είσοδο της πολυκατοικίας, όπως και τις άλλες φορές που τον είδα, ήταν ο κάδος των απορριμμάτων, και στο χερούλι κρεμόταν η γνωστή στα χρόνια της κρίσης σακουλίτσα.
Στάθηκα, απέναντι πίσω από ένα περίπτερο, που έκλεισε και αυτό με την κρίση, παρακολουθώντας τις κινήσεις του.
Σε κάποια στιγμή έπαψε να ψάχνει, κοίταξε γύρω γύρω, πάνω κάτω στο δρόμο, πλησίασε τη σακουλίτσα, την πήρε, και την έβαλε μέσα σε ένα καρότσι για ψώνια, που είχε μαζί του. Μετά, κατηφόρισε με σιγανά βήματα, κοιτάζοντας και τους άλλους κάδους που περνούσε.
Δε βρήκε άλλη σακουλίτσα. Σε περίοδο διακοπών έτσι συμβαίνει. Είναι λιγότεροι άνθρωποι στη γειτονιά.
Άλλωστε, χρόνο με το χρόνο αυξάνονται όσοι ψάχνουν μια σακουλίτσα. Πριν, πριν από την κρίση, δεν υπήρχε. Η σακουλίτσα καθιερώθηκε μέσα στα τελευταία εφτά χρόνια. Στην αρχή τις έψαχναν περισσότερο οι μετανάστες. Μετά, καθώς οι μετανάστες τακτοποιήθηκαν εδώ και εκεί, και η κρίση καλά κρατούσε, πήραν τη θέση τους φτωχοποιημένοι Έλληνες. Νοικοκυραίοι άνθρωποι με τακτική ζωή, με παιδιά και εγγόνια, με διακοπές, είχαν τον τρόπο τους..Φτωχοποιήθηκαν, όμως.. Η σύνταξη δε φθάνει για όλους.
Την ημέρα πολλοί, χωρίς να τους ενδιαφέρει αν τούς βλέπουν, κρατώντας ένα μακρύ ξύλο με γάντζο. ψάχνουν μέσα στους κάδους.
Μόλις πέσει ο Ήλιος βγαίνουν οι σακουλίτσες. Οι άνθρωποι, άλλοι από το υστέρημα, άλλοι από το περίσσευμα, βάζουν λίγο φαγητό, ψωμί, και μερικές φορές και φρούτα.
Σπάνια βλέπεις παραφουσκωμένη σακουλίτσα. Μια - δυο φορές έτυχε να δώ. Ηταν ημέρες του Πάσχα.
Blog: marina anastas.kourbela