
Αφιερωμένο σε όσους έχουν την κακή τύχη
να πρέπει να διασχίσουν το δρόμο Κόρινθο - Πάτρα
Εγέρασα μωρέ παιδιά τον οδηγό να κάνω.
Να βλέπω χωματόδρομους που άσφαλτοι γινήκαν.
Να βλέπω εθνικές οδούς παντού να ξεφυτρώνουν,
και μερικές να γίνονται κι’ αυτοκινητοδρόμοι.
Να βλέπω τ’ αυτοκίνητα να γίνονται μιλιούνια,
τους δρόμους να γεμίζουνε, ουρές να σχηματίζουν.
Μα ένα δρόμο μοναχά δεν βλέπω να τελειώνει.
Κι’ είναι ο πιο σημαντικός κι’ ο πιο αιματοβαμμένος.
Ήμουνα νιός σαν άρχισε κι’ ακόμα είναι στη μέση.
Για τούτο αποφάσισα ποίημα γι’ αυτόν να γράψω,
να πάρω κι’ άδεια σχετική, ποιητική που λένε,
για να μπορώ ελεύθερα να γράφω ότι θέλω.
Το ποίημα το ονόμασα της Άπιας το γιοφύρι.
Δεν ειν’ γιοφύρι φυσικά, δρόμος μονάχα είναι,
μα με την άδεια του ποιητή το λέω όπως θέλω.
Και για να μην πολυλογώ το ποίημα τούτα λέει:
Χιλιάδες μηχανήματα κι’ εξήντα εργολάβοι
χρόνια πολλά δουλεύουνε το δρόμο για να φτιάξουν,
την Πάτρα με την Κόρινθο αυτόν που τις ενώνει.
Δρόμος υπήρχε βέβαια και εθνική λεγόταν,
μα ήταν αρκετά στενός και πλέον δεν μπορούσε
τα τόσα αυτοκίνητα να εξυπηρετήσει.
Ουρές μεγάλες γίνονταν και κόσμος σκοτωνόταν,
κι’ ήταν ο πρώτος π’ έπρεπε σύγχρονος να γινόταν.
Τι είναι κείνο άραγε όπου τον κατατρέχει,
και δεν μπορεί ο έρημος ποτέ του να τελειώσει;
Μην είναι τόσο δύσκολος, μην ειν’ καταραμένος;
Μήπως δεν φτάνουν τα λεφτά που δίνουμε για δαύτον;
Μπα, ούτε είναι δύσκολος ούτε καταραμένος.
Εδώ στ’ απόκρημνα βουνά, σε άγρια φαράγγια,
σύγχρονους δρόμους φτιάξαμε που όλοι τους θαυμάζουν.
Εδώ φτιάξαμε γέφυρες σε θάλασσες επάνω,
κι’ από λεφτά τόσα πολλά αλλού δεν έχουν πάει.
Κατά τη γνώμη του ποιητή, άλλη είναι η αιτία,
και μην κόμπο τη δέσετε, ποίημα μονάχα είναι.
Απ’ την αρχή κατάλαβαν Υπουργοί κι’ εργολάβοι,
τούτος ο δρόμος πως φαί πολύ για όλους έχει.
Και συμφωνία κάνανε όλοι για να πλουτίσουν,
ο δρόμος έτσι να γενεί ώστε να μην τελειώνει.
Την μια τον πάνε από δω, την άλλη από πέρα.
Τη μία φτιάχνουν σήραγγες, την άλληνε γιοφύρια.
Τη μία δρόμο σκάβουνε την άλλη τον μπαζώνουν.
Μήπως κινούνται τα βουνά, μήπως φυτρώνουν βράχια;
Μήπως ανοίγουν ρέματα εκεί που δεν υπήρχαν;
Μπα, τίποτα δεν γίνεται όλα είναι στο κόλπο.
Γίνεται ράβε ξήλωνε δουλειά να μην τους λείπει,
γιατί για όλες τις δουλειές πληρώνονται ατάκα,
έστω κι’ αν είναι άχρηστες, κι’ αν γίναν κατά λάθος.
Κι’ αυτό το χώμα τ’ απαλό χρυσάφι γι’ αυτούς είναι.
Πέντε φορές πληρώνονται για ένα και μόνο χώμα,
όπου το σκάβουν από δω και το πετάνε δίπλα.
Πληρώνονται σαν σκάψιμο, σαν μπάζωμα επίσης,
πληρώνονται να το πετάν, ξανά για να το φέρνουν.
Όσο για μεταφορικά πληρώνονται και κείνα.
Κι’ είναι πολλά τα κυβικά κι’ είναι πολύ το χρήμα!
Κι’ αν πει κανείς για το μπετόν, εκεί δεν βρίσκει άκρη.
Όγκοι τεράστιοι απ’ αυτό χωρίς να υπάρχει λόγος.
Μπετόν για να στηρίζονται πλαγιές μην ολισθήσουν,
και πιότερο είναι το μπετόν απ’ της πλαγιάς το χώμα.
Κι’ αν δεν υπάρχουνε πλαγιές τις φτιάγνουμε οι ίδιοι,
με χώμα που περίσσεψε και που θα πληρωθούμε.
Κι’ αν θέλουμε κι’ άλλο μπετόν φτιάγνουμε μια καμάρα,
εκεί στην άκρη της πλαγιάς έτσι για να υπάρχει.
Κι’ αν πείτε για προσβάσεις δε, εκεί μπετόν να δείτε.
Δρόμοι φαρδείς, θεόρατοι σαν τον κυρίως δρόμο,
γέφυρες, παραγέφυρες, μπαζώματα και βάλε,
για λίγα αυτοκίνητα που μπαίνουν είτε βγαίνουν.
Κι’ είναι πολλά τα κυβικά κι’ είναι πολύ το χρήμα!
Και όλα τούτα γίνονται πριν τον κυρίως δρόμο,
για να μαζεύουνε λεφτά κι’ ο δρόμος μην τελειώνει.
Κι’ αν πεις για μηχανήματα, αυτά φαί κι’ αν θέλουν.
Δεν τρώνε χόρτα και σανό, Ευρώ μονάχα τρώνε.
Ευρώ να ξεσκουριάσουνε, ευρώ να κινηθούνε,
κι’ αν τύχει και δουλεύουνε όσα κι’ αν τρων δεν φθάνουν.
Κι’ όταν σωθούνε τα λεφτά το έργο σταματάει,
και για να ξαναρχίσουνε άλλα λεφτά ζητάνε,
παρότι μ’ όσα πήρανε έπρεπε να τελειώσει.
Και αν διερωτηθεί κανείς, ευθύνη πώς δεν έχουν,
γιατί δεν πάνε φυλακή γιατί δεν δίνουν λόγο,
οι Υπουργοί που εγκρίνανε τα άχρηστα τα έργα,
κι’ αυτοί που τα πληρώσανε και κείνοι που τα πήραν,
έχουν φροντίσει προ πολλού το θέμα το θέμα να το λύσουν,
δύο σπουδαίοι νομικοί, Βαγγέλης και Προκόπης.
Νόμο σοφό εφτιάξανε, καλά μελετημένο,
τον’ βάλαν και στο Σύνταγμα, κανείς μην τον πειράξει.
Νόμο Ευθύνης Υπουργών θαρρώ πως τον βαφτίσαν,
σίγουρα κατ’ ευφημισμόν, όπως και οι αρχαίοι.
Γιατί εδώ δεν πρόκειται βέβαια για ευθύνη,
για αμνηστία πρόκειται και δη καραμπινάτη.
Και λέει ο νόμος ο σοφός ο περισπουδαγμένος,
ότι μπορούν οι Υπουργοί να τρώνε όσα θέλουν,
κλεμμένα, μίζες, αρπαχτές και τα λεφτά του κράτους,
αρκεί να μην τους πιάσουνε, προτού να τα χωνέψουν.
Γιατί σαν τα χωνέψουνε ειν’ παραγεγραμμένα,
νόμιμα, καλοφάγοτα, κι’ ευθύνη πια δεν έχουν.
Πόσο κρατά το χώνεμα, κανείς αν συλλογιέται,
αυτός ο νόμος ο σοφός το’ χει κι’ αυτό προβλέψει.
Δύο περίοδους κρατά, βουλευτικές που λένε.
Κι’ αν απορία έχετε πόσο κρατάν εκείνες,
εδώ είναι η σοφία του, εδώ το μεγαλείο:
Κρατάν όσο χρειάζεται ποτέ να μην τους πιάνουν!
Αυτό το νόμο το σοφό, που σκάνδαλο κι’ αν είναι,
όλοι αποδοκιμάζουνε και όλοι τον εξορκίζουν,
και όλοι τους υπόσχονται πως υπουργοί σαν γίνουν,
ευθύς θα καταργήσουνε κι’ ευθύνες θα ζητήσουν.
Μόνο που αν γίνουν Υπουργοί αμέσως το ξεχνάνε,
γιατί τον βρίσκουν βολικό λεφτά κι’ αυτοί να φάνε,
χωρίς να κινδυνεύουνε στη φυλακή να πάνε.
Και συ λαέ περήφανε και χιλιοπροδομένε,
πλήρωνε και και περίμενε στης Άπιας το γεφύρι,
κάποιος να θυσιαστεί γι’ αυτό, ώστε να τελειώσει.
Περίμενε και πλήρωνε διόδια και φόρους,
και ζήσε το οδήγημα και τη ζωή μαρτύριο.
Όσο για με τον ποιητή μια τρελή σκέψη μούρθε,
καθώς περνούσα επροχθές χιλιοαγανακτισμένος,
από το θαύμα τεχνικής, τη γέφυρα του Ρίου.
Αντί για δρόμο, σκέφτηκα, απ’ την αρχή αν φτιάχναν,
γέφυρα ψηλοκρεμαστή, όπως αυτή του Ρίου,
την Πάτρα με την Κόρινθο γρήγορα να ενώνει,
πιο λίγο θα μας κόστιζε και θα’ χε τελειώσει,
χώρια την ταλαιπώρια που θα’ χαμε γλυτώσει.
Ετούτα είχα να σας πω, κι’ αν όσοι ξέρουν βλέπουν,
ονόματα και πράγματα, πίσω απ’ αυτό το ποίημα,
το λέω πάλι φωναχτά, πως ποίημα είναι μόνο,
και όλα όσα σκέφτονται, πρόκειται για συμπτώσεις.