Παρασκευή
24 Σεπτεμβρίου 2021
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 4023RSS FEED
Ζητήματα κατανομής και αναδιανομής πόρων στην ΕΕ
Γράφει ο
Γιάννης Βασιλείου

      Ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) αποτελεί την πυξίδα χρηματοδότησης όλων των επιμέρους πολιτικών. Η λεπτομερής μελέτη του παρέχει πληροφορίες σχετικά με τα προβλήματα και τις ανάγκες της ΕΕ, οι οποίες καθορίζουν και το ποσοστό των δαπανών. Μέσω του προϋπολογισμού καταδεικνύεται το ειδικό βάρος των εκάστοτε πρωτοβουλιών και δραστηριοτήτων, όπως επίσης και ο βαθμός επιτυχίας των παρελθόντων πολιτικών.

       Σε γενικές γραμμές, οι κυριότερες πηγές εσόδων είναι τρεις. Η πρώτη είναι ένα ποσοστό, συνήθως περίπου 0,7% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος (ΑΕΕ) κάθε κράτους-μέλους. Τονίζεται πάντως ότι αν η συνεισφορά αυτή δημιουργεί προβλήματα σ’ ορισμένα κράτη, λαμβάνουν χώρα κάποιες προσαρμογές. Η δεύτερη πηγή είναι ένα ποσοστό της τάξεως περίπου του 0,3% των εσόδων από τον εναρμονισμένο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) κάθε κράτους, ενώ η τρίτη είναι ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό εισαγωγικών δασμών, οι οποίοι επιβάλλονται σε προϊόντα τρίτων χωρών[1] (Europa/Πως χρηματοδοτείται η ΕΕ, 2017).

       Ταυτόχρονα, η Ένωση εισπράττει α) συνεισφορές τρίτων χωρών σε προγράμματα της ΕΕ, β) φόρους που καταβάλλει το προσωπικό των οργάνων της επί των μισθών και γ) τα πρόστιμα στις εταιρείες που παραβιάζουν τους κανόνες της Ένωσης (Europa/Πως χρηματοδοτείται η ΕΕ, 2017).

       Υπογραμμίζεται ότι τα κράτη-μέλη προβαίνουν σε εκ των προτέρων συμφωνίες όσον αφορά όχι μόνο το μέγεθος του Ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, αλλά και τους τρόπους χρηματοδότησής του για περίοδο αρκετών ετών. Επιπροσθέτως, έμφαση δίνεται στο ότι ο προϋπολογισμός της Ένωσης συμβάλλει ενεργά στην καταπολέμηση της μάστιγας της ανεργίας, αφού προωθεί την ανάπτυξη και υποστηρίζει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, πρωτοβουλία απείρως σημαντική στις δύσκολες μέρες που διανύουμε. Παράλληλα, στηρίζει την αποτελεσματική ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών της «Γηραιάς Ηπείρου» και χρηματοδοτεί επενδύσεις για ελάττωση των οικονομικών διαφορών μεταξύ κρατών και περιφερειών εντός της Ένωσης, στα ευρύτερα πλαίσια της πολιτικής συνοχής (Europa/Πως χρηματοδοτείται η ΕΕ, 2017).

      Ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης είναι η μια από τις τρεις συνιστώσες του δημοσιονομικού συστήματός της, καθώς οι άλλες δυο είναι α) το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ), το οποίο ευθύνεται για τον καθορισμό ορίων στις επενδύσεις (ανώτατα όρια) για ορισμένα έτη και β) οι κανόνες για τους «ιδίους πόρους» που αποτελούν το εισόδημα της Ένωσης. Πιο συγκεκριμένα, στον ετήσιο προϋπολογισμό περιλαμβάνονται όλα τα έσοδα και οι δαπάνες της ΕΕ για ένα έτος, ενώ υπογραμμίζεται ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός διασφαλίζει και τη χρηματοδότηση δράσεων και προγραμμάτων της Ένωσης σ’ όλους τους τομείς πολιτικής της. Πέραν αυτού, εξασφαλίζει ότι η Ένωση εισπράττει τα έσοδα τα οποία είναι αναγκαία για χρηματοδότηση των οικείων δαπανών. Είναι προφανές ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός επιβάλλεται να είναι ισοσκελισμένος, αλλιώς προκύπτουν προβλήματα και δυσχέρειες (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο/Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Προϋπολογισμός, 2016).

      Επισημαίνεται ιδιαιτέρως το γεγονός ότι ο προϋπολογισμός υπόκειται σε συγκεκριμένα όρια. Αυτά καθορίζονται επακριβώς από το ΠΔΠ, που ορίζει τα μέγιστα ετήσια ποσά που δύνανται να δαπανηθούν από την Ένωση στις εκάστοτε πολιτικές σε δεδομένο διάστημα, το οποίο συνήθως είναι επτά χρόνια. Ουσιαστικά, το ΠΔΠ καθίσταται υπεύθυνο για την αποτελεσματική θέσπιση των ανώτατων ετήσιων ορίων δαπανών της Ένωσης (που λαμβάνουν την ονομασία «οροφές»), στους διάφορους τομείς πολιτικής που είναι γνωστοί ως «γραμμές». Όσον αφορά κάθε «γραμμή» του προϋπολογισμού, η χρηματοδότηση παρέχεται είτε στο πλαίσιο ταμείων, είτε προγραμμάτων (Ευρωπαϊκή Επιτροπή/Προϋπολογισμός, 2014· Europa/Προϋπολογισμός, 2017). Αντιλαμβανόμαστε πλήρως τη σπουδαιότητα του ΠΔΠ, αφού πρακτικά αποτελεί τον κατευθυντήριο μοχλό του προϋπολογισμού.

       Όσον αφορά τις δαπάνες της Ένωσης, τόσο οι μακροπρόθεσμες προτεραιότητες, όσο και οι περιορισμοί καθορίζονται επακριβώς από το ΠΔΠ. Η Επιτροπή, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο συμμετέχουν όχι μόνο στον καθορισμό του μεγέθους του προϋπολογισμού, αλλά και σ’ αυτόν της μεθόδου κατανομής των δαπανών. Η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για τις δαπάνες (Europa/Πως διατίθεται ο προϋπολογισμός της ΕΕ, 2017).

       Ο προϋπολογισμός εγκρίνεται σε ετήσια βάση. Η Επιτροπή καταρτίζει ένα σχέδιο προϋπολογισμού και το υποβάλλει σε Κοινοβούλιο και Συμβούλιο, τα οποία συναποτελούν τη λεγόμενη «αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή». Έπειτα, το σχέδιο τροποποιείται και εγκρίνεται και από τα δυο θεσμικά όργανα (Συμβούλιο και Κοινοβούλιο). Αν υπάρξει διαφωνία μεταξύ Συμβουλίου και Κοινοβουλίου, τότε συγκαλείται ειδική επιτροπή συνδιαλλαγής μ’ επιδίωξη τη συμφωνία επί κοινού σχεδίου μέσα σε 21 μέρες. Σε περίπτωση που υπάρξει απόρριψη του κοινού σχεδίου από το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο έχει δικαίωμα τελικής έγκρισης του προϋπολογισμού. Σε περίπτωση απόρριψης του κοινού σχεδίου από το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να υποβάλλει καινούργιο σχέδιο προϋπολογισμού (Ευρωπαϊκή Επιτροπή/Προϋπολογισμός, 2014· Europa/Προϋπολογισμός, 2017).

       Επισημαίνουμε ιδιαιτέρως το γεγονός ότι αν ο προϋπολογισμός δεν έχει εγκριθεί μέχρι την έναρξη του νέου έτους, δύναται να δαπανάται κάθε μήνα υπό συγκεκριμένες και σαφείς προϋποθέσεις το ένα δωδεκατημόριο του προϋπολογισμού του προηγούμενου έτους μέχρι να επέλθει η οριστική έγκριση του νέου προϋπολογισμού. Η Επιτροπή είναι επιφορτισμένη με την τελική ευθύνη της εκτέλεσης του προϋπολογισμού (Ευρωπαϊκή Επιτροπή/Προϋπολογισμός, 2014· Europa/Προϋπολογισμός, 2017).

       Υπογραμμίζουμε ότι στην πράξη σχεδόν το 80% των κονδυλίων της Ένωσης δαπανάται από κοινού με τα κράτη-μέλη, στα πλαίσια της επιμερισμένης διαχείρισης, όπου η διαχείριση των δαπανών δεν πραγματοποιείται απευθείας από την Επιτροπή, αλλά από τις αρχές των κρατών-μελών υπό την εποπτεία της Επιτροπής (Ευρωπαϊκή Επιτροπή/Προϋπολογισμός, 2014· Europa/Προϋπολογισμός, 2017).

       Σύμφωνα με στοιχεία του 2015, ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης αγγίζει τα 145 δισεκατομμύρια ευρώ, αλλά αξίζει να επισημανθεί ότι το νούμερο αυτό αντιστοιχεί μονάχα στο 1% του ανά έτος παραχθέντος «πλούτου» των κρατών-μελών. Πιο συγκεκριμένα, επί του παρόντος, ο προϋπολογισμός της ΕΕ αντιπροσωπεύει σχεδόν το 1% του ΑΕΕ της Ένωσης, αλλά οι εθνικοί προϋπολογισμοί των κρατών-μελών της ΕΕ αντιπροσωπεύουν περίπου το 49% του ΑΕΕ (Ευρωπαϊκή Επιτροπή/Προϋπολογισμός, 2014· Europa/Προϋπολογισμός, 2017).

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ευρωπαϊκή Επιτροπή/Προϋπολογισμός (2014), «Η Ευρωπαϊκή Ένωση με απλά λόγια-Προϋπολογισμός, διαθέσιμο σε file:///C:/Users/user/Downloads/budget_el.pdf (πρόσβαση στις 5/1/17).

Ευρωπαϊκό Συμβούλιο/Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Προϋπολογισμός (2016), «Προϋπολογισμός της ΕΕ», διαθέσιμο σε http://www.consilium.europa.eu/el/policies/eu-annual-budget/ (πρόσβαση στις 31/1/17). 

Europa/Προϋπολογισμός (2017), «Προϋπολογισμός», διαθέσιμο σε https://europa.eu/european-union/topics/budget_el (πρόσβαση στις 4/1/17).

Europa/Πως διατίθεται ο προϋπολογισμός της ΕΕ (2017), «Πως διατίθεται ο προϋπολογισμός της ΕΕ», διαθέσιμο σε https://europa.eu/european-union/about-eu/money/expenditure_el (πρόσβαση στις 4/2/17).

Europa/Πώς χρηματοδοτείται η ΕΕ (2017), «Πως χρηματοδοτείται η ΕΕ», διαθέσιμο σε https://europa.eu/european-union/about-eu/money/revenue-income_el (πρόσβαση στις 4/2/17).

(Από το βιβλίο του συγγραφέα «Προϋπολογισμός της ΕΕ – Ζητήματα κατανομής και αναδιανομής πόρων στην ΕΕ. Εκδόσεις HISTORICAL QUEST -2017)

 


[1] Το κράτος το οποίο συλλέγει το δασμό παρακρατεί κάποιο μικρό ποσοστό.