
Στην Ελλάδα, εν μέσω μιας ακόμα αξιολόγησης του οικονομικού προγράμματος διάσωσης που έχει επιβληθεί από ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ, άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου μετά την απόφαση της κυβέρνησης να παρέμβει ενεργά στο ζήτημα χορήγησης νόμιμων αδειών λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών. Ο διαγωνισμός θα είναι διεθνής και ήδη ένας Τούρκος ιδιοκτήτης τηλεοπτικού σταθμού και πρώην παρουσιαστής έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον. Τουλάχιστον αυτό φημολογείται έντονα στην Αθήνα.
Θα θέσουμε εξαρχής ένα ερώτημα, μία υπόθεση εργασίας: Μπορεί η ελληνική κυβέρνηση, η οποιαδήποτε κυβέρνηση, να βάζει τους δικούς της όρους για το πόσες άδειες θα χορηγήσει και σε ποιους;
Είναι γεγονός ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί στην Ελλάδα χρησιμοποιούσαν μέχρι πρότινος ένα δημόσιο αγαθό (τις αναλογικές συχνότητες εκπομπής) χωρίς ποτέ να πληρώσουν τίποτε. Η συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών τηλεοπτικών σταθμών είναι υπερχρεωμένες επιχειρήσεις με υπέρογκα δάνεια που δεν μπορούν να αποπληρώσουν στις τράπεζες. Επειδή μάλιστα τα έσοδα από τις διαφημίσεις στα χρόνια της οικονομικής κρίσης έχουν μειωθεί δραματικά, η οικονομική τους κατάσταση έχει χειροτερέψει και το μέλλον τους δεν είναι καθόλου αισιόδοξο.
Είναι επίσης γεγονός ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να βάζει φραγμούς, πρέπει να υπάρχει πολυφωνία και πλουραλισμός. Αρκεί, μέσα στον ωκεανό των πληροφοριών και των απόψεων να μην θίγονται ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Η δημοκρατία επομένως μπορεί να μη βάζει φράχτες, έχει όμως κανόνες. Και ακριβώς αυτούς τους κανόνες η ελληνική κυβέρνηση υπερασπίζεται πως προσπαθεί να βάλει.
Αλλά με λάθος τρόπο και λάθος κανόνες!
Η εξέλιξη της τεχνολογίας έχει αλλάξει τα πάντα. Σήμερα, όλοι οι τηλεοπτικοί σταθμοί στην Ελλάδα εκπέμπουν ψηφιακά. Το ψηφιακό φάσμα όμως θεωρητικά είναι άπειρο και δεν βάζει περιορισμούς. Η κυβέρνηση επιμένει ότι μόνο 4 τηλεοπτικοί σταθμοί πανελλήνιας εμβέλειας και γενικού περιεχομένου θα μπορούν να εκπέμπουν. Σε δεύτερη φάση θα ασχοληθεί με τους περιφερειακούς σταθμούς και τα θεματικά κανάλια (αθλητικά, μουσικά, ιστορικά, ψυχαγωγικά κλπ).
Το γιατί 4 τηλεοπτικοί σταθμοί και όχι 8, 12 ή 16, η κυβέρνηση δεν μπορεί να το εξηγήσει ούτε επαρκώς ούτε πειστικά. Στηρίζεται σε αόριστες μελέτες και σε προσωπικές εκτιμήσεις κάποιων εμπλεκομένων ατόμων.
Η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης εστιάζεται στο γεγονός ότι η αγορά δεν μπορεί να “σηκώσει” περισσότερους τηλεοπτικούς σταθμούς. Η διαφημιστική πίτα άλλωστε είναι μικρή. Σε αυτό έχει μάλλον δίκιο. Αλλά αν ένας επιχειρηματίας θέλει να επενδύσει, ακόμα και σε μια μη τόσο κερδοφόρα δραστηριότητα, γιατί θα πρέπει να αποκλειστεί; Η επιχειρηματική δραστηριότητα, εφόσον δεν πλήττει δικαιώματα άλλων, ασκείται ελεύθερα και προστατεύεται από τους νόμους του κράτους και το Σύνταγμα.
Η κυβέρνηση όμως βάζει ακόμα μια παράμετρο: το περιεχόμενο των τηλεοπτικών προγραμμάτων. Εστιάζει στο γεγονός ότι το περιεχόμενο των εκπομπών πρέπει να είναι “ποιοτικό” και “αντικειμενικό”. Αλλά πώς ορίζεται η ποιότητα και η αντικειμενικότητα και ποιος την ορίζει τελικά; Σίγουρα όχι μια κυβέρνηση. Η κυβέρνηση, η οποιαδήποτε κυβέρνηση, το μόνο που δεν θέλει είναι η αντικειμενικότητα. Θέλει πολλούς και μόνιμους υπερασπιστές του κυβερνητικού έργου.
Στην Ελλάδα υπάρχει μια Ανεξάρτητη (από τις κυβερνήσεις) Αρχή που ασχολείται με το περιεχόμενο των προγραμμάτων και συχνά βάζει μεγάλα πρόστιμα όταν ένα πρόγραμμα υποτιμά την νοημοσύνη του τηλεθεατή ή προωθεί την παράνομη διαφήμιση και τον τζόγο. Γιατί λοιπόν μια κυβέρνηση πρέπει να εμπλέκεται στο έργο μιας Ανεξάρτητης Αρχής;
Μία από τις πολλές προεκλογικές ρητορικές της κυβέρνησης, όταν ακόμα ήταν αντιπολίτευση, ήταν ότι πολεμά την “διαπλοκή”: οικονομικές σχέσεις και σχέσεις εξάρτησης μεταξύ επιχειρηματιών και ιδιοκτητών τηλεοπτικών σταθμών με κυβερνητικά στελέχη. Ο ΣΥΡΙΖΑ είπε ότι θα καθαρίσει την πληγή της διαπλοκής.
Σήμερα, μετά από 13 μήνες διακυβέρνησης επανέρχεται στην ίδια ρητορική, αφήνοντας όμως έξω από την ατζέντα άλλα πολύ πιο σημαντικά ζητήματα. Γιατί ούτε η αξιολόγηση του οικονομικού προγράμματος είναι το μείζον θέμα. Το κύριο ζήτημα είναι η ανάπτυξη της παραγωγικής δραστηριότητας και η επανεκκίνηση της οικονομίας σε όλα τα επίπεδα.
Επομένως, η ελληνική κυβέρνηση στο θέμα των τηλεοπτικών σταθμών είναι θύμα της ρητορικής της. Μια δημοκρατική κυβέρνηση δεν βάζει περιορισμούς αλλά κανόνες αποδεκτούς από όλους.
-Ο Θωμάς Σίδερης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας και αυτή την περίοδο κάνει το μεταπτυχιακό του στο αντικείμενο της “Ανθρωπογεωγραφίας” στο Παν/μιο Αιγαίου.
[1]Το άρθρο θα δημοσιευθεί στην αγγλόφωνη εφημερίδα TODAY'S ZAMAN. Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τον συντάκτη του άρθρου.