
Επάλεψες ηρωικά εις τη ζωή σου όλη
ποτέ σου δεν εδείλιασες καθημερινή και σχόλη
κι η δράση σου, ιστορική, θα παραμείνει πάντα,
που στάθηκες ακλόνητη σε όλα τα συμβάντα
και στα δεινά της κατοχής αλύγιστη και πρώτη
στον κίνδυνο αντιστάθηκες αντρίκια και παρ’ ότι
υπήρχαν οι αδίστακτοι ακόμη κι οι Γραικύλοι
κι αδιαφοροι πάρα πολλοί, μα υπήρχανε και φίλοι.
Ο Καπετάν ο Μπαντουβάς που ήταν η φοβέρα
των Γερμανών κατακτητών τη νύχτα και τη μέρα
εσένα πρώτη επαινεί και όχι καμμια άλλη,
απ’ τις γυναίκες που έλαβαν μέρος σε αυτή την πάλη,
σ΄εκείνα τα απέριττα τα απομνημονεύματά του
και είναι ενδιαφέροντα, αλήθεια, τα γραπτά του.
Κι ο Λοχαγός ο Μπίλι Μος και όλη η πάρεα
που είχανε τον Γερμανό τον Στρατηγό Κράιπε απαγάγει
με τον Λη Φέρμορ, τον γνωστό, έγραψαν τόσο ωραία
για σένα, τον πατέρα σου, την οικογένειά σου
τιμή και για τον άντρα σου και τα οχτώ παιδιά σου,
που τέτοια μάνα είχανε στα χρόνια τα δικά σου.
Κι εγώ που δεν παρέμεινα κι έφυγα για τα ξένα
ήξερα για το θάρρος σου και άφησα εσένα
βέβαιος πως αδίστακτα και, ίσως σαν κι εμένα
θα προχωρούσες άφοβα και όρθια ως τι τέλος.
Και ο Τζιφάκης, ο Αρχηγός, σ’ ετίμησεν ως μέλος
της Κρητικής Αντίστασης και με άλλους Άγγλους πάλι
στο Ρέθυμνο που εδώσανε δεξίωση μεγάλη
σαν τελείωσε ο πόλεμος και πρώτος ο πατέρας
κι οι δυο μαζί τα φέρατε όλα σε αίσιο πέρας!
Ήσουν καλή Χριστιανή αγνή με παρρησία
και ο Θεός α’ αξίωσε να χτίσεις Εκκλησιά
στην μνήμη του αξέχαστου συζήγου σου του Κώστα
εις την Πατσό, στον «Χάρακα», εκεί προς το λημέρι
που οι ξένοι μας κρυβόντουσαν χειμώνα, καλοκαιρί
κι όπου θα μνημονεύεστε σ’ ετήσιο πανηγύρι
για να θυμίζει την Πατσό και το Χρωμοναστήρι,
όπου και αναπαύεστε στο ίδιο κοιμητήρι
και από κει ως τον Βρύσινα πάνω με περηφάνεια
και από εκεί ψηλότερα, μέχρι τα Επουράνια.
Γεώργιος Χαροκόπος, ο αδερφός σου.