
Η αϋπνία είναι πρόβλημα που επηρεάζει μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Προκαλεί υπνηλία και μείωση της ενέργειας του ατόμου κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Υπολογίζεται ότι 1 στους 3 ενήλικες παρουσιάζει περιστασιακά αϋπνία. Περίπου 1 στους 10 ενήλικες έχει χρόνια αϋπνία. Το πρόβλημα είναι συχνότερο στις γυναίκες από ότι στους άνδρες και μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Όμως στους ηλικιωμένους παρουσιάζεται πιο συχνά από ότι στους νεότερους.
Η μακροχρόνια αϋπνία είναι αιτία κατάθλιψης και ευερεθιστότητας. Προκαλεί προβλήματα στην προσοχή και συγκέντρωση του ατόμου, μειώνει τις δυνατότητες μάθησης και μνήμης.
Είναι αιτία μειωμένης σχολικής απόδοσης και ακαδημαϊκών επιτεύξεων. Στον επαγγελματικό τομέα, εξασθενεί την παραγωγικότητα, χειροτερεύει την ποιότητα εργασίας και αυξάνει τον κίνδυνο ατυχημάτων.
Ταυτόχρονα η αϋπνία επηρεάζει την οικογενειακή ατμόσφαιρα. Αυξάνει τη νευρικότητα στο σπίτι, μειώνει την ενέργεια και χρόνο που μπορεί να προσφέρει το άτομο στην οικογένεια και στους φίλους του.
Υπάρχουν βασικά δύο μορφές αϋπνίας. Η συχνότερη μορφή είναι η δευτερογενής αϋπνία. Επηρεάζει το 80% των ανθρώπων που υποφέρουν από την πάθηση. Δευτερογενής σημαίνει ότι αϋπνία είναι σύμπτωμα ή συνέπεια κάποιου άλλου προβλήματος.
Μεταξύ των παραγόντων που δυνατόν να προκαλούν δευτερογενή αϋπνία περιλαμβάνονται σωματικές παθήσεις, συναισθηματικές διαταραχές, φάρμακα και ουσίες όπως για παράδειγμα:
Αντίθετα η πρωτογενής αϋπνία, δεν είναι συνέπεια ενός άλλου ιατρικού προβλήματος, συναισθηματικής διαταραχής ή παρενέργεια ενός φαρμάκου ή μιας ουσίας. Είναι νόσος με το δικό της παθολογικό μηχανισμό και συνήθως διαρκεί για τουλάχιστον ένα μήνα ή περισσότερο.
Δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο κατά πόσο κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται με περισσότερες πιθανότητες για να παρουσιάζουν αϋπνία. Ορισμένες καταστάσεις στη ζωή, είναι δυνατόν να είναι αιτίες έναρξης της πρωτογενούς αϋπνίας όπως:
Ακόμη και όταν οι αιτίες αυτές εκλείψουν, η αϋπνία μπορεί να παραμένει. Ορισμένες συνήθειες που αναπτύσσει το άτομο για να αντιμετωπίζει την αϋπνία (ανησυχία για τον ύπνο, νωρίς στο κρεβάτι, ύπνος την ημέρα), μπορεί να διαιωνίζουν το πρόβλημα.
Η αϋπνία μπορεί να είναι ήπιας μέχρι σοβαρής μορφής ανάλογα με το πόσο συχνά συμβαίνει ή για πόσο καιρό ταλαιπωρεί τον ασθενή. Μιλούμε για χρόνια αϋπνία όταν συμβαίνει για τουλάχιστον 3 νύκτες την εβδομάδα για περισσότερο από 1 μήνα. Βραχυπρόθεσμη ή οξεία αϋπνία ονομάζεται όταν διαρκεί για μικρότερο χρονικό διάστημα.
Οι παθήσεις που συνοδεύονται από δευτερογενή αϋπνία περιλαμβάνουν:
Οι συναισθηματικές καταστάσεις που μπορούν να προκαλούν δευτερογενή αϋπνία περιλαμβάνουν:
Φάρμακα και ουσίες που ευθύνονται για δευτερογενή αϋπνία είναι:
Εάν πάσχετε από αϋπνία είναι σημαντικό να ζητήσετε τη συμβουλή του γιατρού σας. Με βάση το ιατρικό σας ιστορικό, το είδος των διαταραχών του ύπνου που παρουσιάζετε, την κλινική σας εξέταση και τον τρόπο ζωής σας, ο γιατρός θα μπορέσει πολύ πιθανόν να βρει την αιτία του προβλήματος. Εάν υπάρχει πρόβλημα στην ανεύρεση της αιτίας, πιθανόν να ζητήσει να γίνουν μελέτες του ύπνου σας.
Για την αντιμετώπιση της αϋπνίας, συστήνονται αλλαγές του τρόπου ζωής, η συμπεριφορική γνωσιακή θεραπεία και φάρμακα για τον ύπνο που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της αϋπνίας. Χρειάζεται προσοχή με τα φάρμακα διότι ενώ βοηθούν εντούτοις σε μερικές περιπτώσεις, μπορεί να προκαλούν αδυναμία την επομένη ιδιαίτερα εάν δεν κοιμηθείτε τη νύκτα για 7 ή 8 ώρες.