
Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν, αναλύοντας τα οικονομικά και δημοσιονομικά δεδομένα ότι, το θέμα της μη επίλυσης του ασφαλιστικού αποτελεί τη μείζονα αιτία της δημοσιονομικής μας εκτροπής.
Αν αναλογιστούμε τα βαθύτερα αίτια αυτής της εθνικής κακοδαιμονίας, ανεπιφύλακτα θα τα εντοπίσουμε στην αδυναμία όλων των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων και κομμάτων να διαχειριστούν τη μακρόχρονη και βιώσιμη λύση του ασφαλιστικού, στο πλαίσιο μιας εθνικής συνεννόησης.
Για να πειστούμε ας ανατρέξουμε, σε τρεις τέτοιες πολιτικές πρωτοβουλίες, από το 1990 μέχρι σήμερα.
Στο Νόμο Σιούφα, στο μετέωρο βήμα Γιαννίτση και στον τελευταίο Νόμο Λοβέρδου – Κουτρουμάνη, το 2010.
Και οι τρεις αυτές πολιτικές πρωτοβουλίες, ήταν κατά βάση ορθές, ωστόσο στερούνταν της ανάπτυξης ουσιαστικού διαλόγου, με στόχο τη συναίνεση ή έστω την ανοχή από την αντιπολίτευση.
Με μία ψύχραιμη και απαλλαγμένη από κομματικές σκοπιμότητες αξιολόγηση των πολιτικών πρωτοβουλιών Σιούφα, Γιαννίτση, Λοβέρδου - Κουτρουμάνη μπορούμε σήμερα να οδηγηθούμε στα ακόλουθα συμπεράσματα:
Ο Νόμος Σιούφα, με τον βασικό του πυρήνα, συνέβαλε θετικά:
- στη διαχείριση της βιωσιμότητας του συστήματος ως σήμερα τουλάχιστον,
- στη δημιουργία βάσης για τις ενοποιήσεις που έχουν υλοποιηθεί έως σήμερα.
Η πολιτική πρόταση Γιαννίτση κατέρρευσε άδικα, ως χάρτινος πύργος, κάτω από την καθολική αντίδραση κομμάτων και συνδικάτων θρυμματίζοντας κάθε ελπίδα μη καταστροφικής επίδρασης στη δημοσιονομική κρίση που βιώνουμε σήμερα.
Ο Νόμος Λοβέρδου - Κουτρουμάνη (3863/10), αντιμετώπισε σκληρή και άδικη κριτική και μόλις σήμερα, πέντε χρόνια μετά, το πολιτικό μας σύστημα αξιολογεί θετικά τις δυνατότητές του και ο νόμος αυτός θεωρείται επαρκής για την εξεύρεση μίας βιώσιμης λύσης του ασφαλιστικού.
Στην κρίσιμη φάση που διέρχεται η χώρα, η αποτίμηση αυτών των εθνικών λαθών, θα μπορούσε να αποδειχθεί ωφέλιμη, μόνο στην περίπτωση που θα μας οδηγούσε στην καθολική υπέρβασή τους τις επόμενες εβδομάδες.
Σήμερα δεν υπάρχουν περιθώρια επανάληψης των μεγάλων εθνικών μας λαθών.
Η λύση του ασφαλιστικού και μάλιστα, ως τα μέσα του Ιανουαρίου 2016, επιβάλει εθνική συνεννόηση, δίχως προαπαιτούμενα νίκης ή ήττας από κανέναν.
Το Γενάρη του 2016, αν δεν λύσουμε το ασφαλιστικό δεν θα υπάρχουν νικητές, δυστυχώς θα υπάρχουν μόνο ηττημένοι.
Οι μέρες που έχουμε μπροστά μας είναι λίγες, ελάχιστες θα έλεγα.
Ο χρόνος ως τον Ιανουάριο του 2016 μπορεί να είναι επαρκής μόνο αν αξιοποιηθεί ως χρόνος εθνικής συνεννόησης για την αναζήτηση μιας ειλικρινούς και κοινωνικά έντιμης συναίνεσης.
Σε ένα τέτοιο εγχείρημα εθνικού διαλόγου, μεταξύ της κυβέρνησης και των κομμάτων, που στηρίζουν την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, πρέπει να κυριαρχήσουν δύο κρίσιμα προαπαιτούμενα:
Πρώτον, καμία παραπέρα μείωση των κύριων συντάξεων (αυτό αποτελεί τη βάση της κοινωνικής εντιμότητας) και δεύτερον, τολμηρή προώθηση όλων των μεταρρυθμιστικών αλλαγών που άλλωστε απαιτούνται για την ενίσχυση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.
Αν η κυβέρνηση και τα κόμματα του ευρωπαϊκού πολιτικού τόξου συνομολογήσουν τολμηρές μεταρρυθμίσεις μόνο τότε, οι θεσμοί θα αναγκαστούν να υποχωρήσουν από την ανελαστική εμμονή τους για επιβολή μονοσήμαντων μειώσεων στις συντάξεις.
Έτσι θα απαντούσαμε αποστομωτικά και στον κ. Ντάισελμπλουμ, που με πρόσφατες δηλώσεις του προτρέπει για συναίνεση ευρύτερης πλειοψηφίας, ζητώντας του όμως, διαφορετικό τρόπο διαχείρισης των περιοριστικών όρων που μας θέτουν οι θεσμοί.
Προτάσεις μεταρρυθμιστικών αλλαγών υπάρχουν ήδη επεξεργασμένες σε όλα σχεδόν τα κόμματα και σίγουρα, στη Ν.Δ., στη Δημοκρατική Συμπαράταξη, στο Ποτάμι και στην Ένωση Κεντρώων.
Το κρίσιμο ζητούμενο είναι ένα: Μπορούν η κυβέρνηση και τα προαναφερόμενα κόμματα να συνεργαστούν με ειλικρινή διάθεση για την αναζήτηση κοινά αποδεκτής μεταρρυθμιστικής πρότασης;
Την πρωτοβουλία αναμφίβολα πρέπει να αναλάβει η κυβέρνηση και βέβαια την ευθύνη, αν αυτό συμβεί, οφείλουν με τη σειρά τους να την επωμιστούν, Ν.Δ., Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων.
Οι μέρες που έχουμε εμπρός μας δεν είναι πολλές, ωστόσο αρκούν, αν η πολιτική επιδίωξη της κυβέρνησης και των υπολοίπων κομμάτων είναι η συναίνεση και όχι η κοντόφθαλμη επιλογή μετατροπής του ασφαλιστικού σε πεδίο μάχης, στον «πόλεμο» κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Τον Ιανουάριο του 2016 ή θα οδηγηθούμε σε εθνική νίκη με υπερψήφιση του ασφαλιστικού, με 250 ψήφους, ή σε μια νέα εθνική ήττα με 153 ή το χειρότερο, με ακόμα λιγότερες ψήφους.
Δίχως καμία διάθεση κομματικής υστεροβουλίας προτρέπω τη κυβέρνηση να μελετήσει πολιτικά τις προτάσεις της Φώφης Γεννηματά στη σύσκεψη των κοινωνικών φορέων, που πραγματοποιήθηκε στις 24 Νοεμβρίου στο ξενοδοχείο «Τιτάνια».
Ίσως οι προτάσεις αυτές να συγκροτούν ένα σοβαρό πλαίσιο έναρξης και διεξαγωγής εθνικού διαλόγου.