
Η αρρώστια: σε περιβάλλον άφθονου και φτηνού χρήματος το δημόσιο και οι ιδιώτες δανείστηκαν ανεξέλεγκτα. Το σύμπτωμα που πρόδωσε την αρρώστια ήταν η αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων. Μέχρι εκείνη την στιγμή οι τράπεζες και δημόσιο φέρθηκαν με τον ίδιο τρόπο: δεν εκτίμησαν κανένα ρίσκο, απλά θεώρησαν πως το πάρτι με ξένα λεφτά μπορούσε να συνεχιστεί απ’ άπειρον. Πρόθυμος συνένοχος άπασα η ελληνική κοινωνία. Με τσαμπουκά και ημιμάθεια έζησε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα. Μόνο που ξέχασε πως ο μήνας τελειώνει σε 30 ημέρες.
Η πρώτη γιατρειά: σε περιβάλλον γενικευμένης κρίσης η Ε.Ε. αντιμετώπισε πρωτόγνωρο πρόβλημα. Πολλοί αρθρογράφοι του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» είχαμε προειδοποιήσει ήδη από το 2002 πως χωρίς το όπλο της υποτίμησης η διαχείριση διπλής (στην ουσία άρρηκτα συνδεδεμένης) κρίσης στα δημοσιονομικά και στο ισοζύγιο πληρωμών θα ήταν δυσχερής και επώδυνη. Αυτό και συνέβη. Η Ευρώπη δεν μπορούσε και ζήτησε την βοήθεια του ΔΝΤ, αλλά ούτε το Ταμείο είχε παρόμοια εμπειρία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι όλοι μάθανε «στου κασίδη το κεφάλι». Κάτι για λάθος πολλαπλασιαστές, κάτι για έλλειψη γνώσης όσον αφορά τις πολιτικές στρεβλώσεις, κάτι λάθος προτεραιότητες και το αποτέλεσμα ήταν η απώλεια του 25% του εισοδήματος μας μέσα σε λιγότερο από 4 χρόνια.
Η ευθύνη: μας κολακεύει να αποδίδουμε ευθύνες σε άλλους, εμάς τον εξυπνότερο λαό στον κόσμο. Αλλά, πως και τα ίδια προγράμματα, με τα ίδια λάθη της Ε.Ε. και του ΔΝΤ απέδωσαν στην Κύπρο, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Ιρλανδία; Όποιες και να ήταν οι διαφορές στην μορφή και δομή της κρίσης, η απόκλιση αυτή – σε σύγκριση με τόσες άλλες χώρες και για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα—δεν δικαιολογείται. Η απάντηση βέβαια είναι απλή: για πολλούς λόγους (που ξεφεύγουν από τον διαθέσιμο για το άρθρο αυτό χώρο) οι αντιστάσεις στον εκσυγχρονισμό είναι ισχυρές, ακαταπόνητες και άκρως αποτελεσματικές. Τι καλύτερο παράδειγμα από την μετεξέλιξη της ριζοσπαστικής αριστεράς σε συστημικό κόμμα και μάλιστα μέσα στο ελάχιστο χρονικό διάστημα μερικών μηνών;
Η έξοδος από τα μνημόνια: τα μνημόνια ήταν μία προσπάθεια να επιβληθεί στην χώρα μία γιατρειά – καθώς η χώρα σχέδιο δικό της δεν είχε. Δυστυχώς, ακριβώς επειδή υποεκτιμήθηκε η ισχύς της αντίστασης, αντί η χώρα να σχεδιάσει δικό της πρόγραμμα αντιμετώπισης της δημοσιονομικής και της εξωτερικής κρίσης, έκανε πρόγραμμα την αντίσταση στα μνημόνια. Από το 2010 μέχρι το 2018 δεν έχουμε ποτέ υποβάλλει δική μας πρόταση –τουλάχιστον μία που να εξυπηρετεί τον στόχο της σταθεροποίησης. Όλες οι κυβερνήσεις κατέφυγαν σε στείρες αντιρρήσεις, καθυστερήσεις, υπεκφυγές, ψέματα, διαστρεβλώσεις στοιχείων. Αυτή ήταν η δική μας «θετική» συνεισφορά στην αντιμετώπιση της κρίσης. Έτσι, σήμερα, πανηγυρίζουμε την έξοδο από τα μνημόνια όχι διότι έχουμε κάποιο δικό μας σχέδιο που μπορούμε τώρα να το εφαρμόσουμε (λες και οι δανειστές μας είχαν ποτέ αρνηθεί αυτήν την επιλογή) αλλά, πολύ απλά, διότι…δεν έχουμε μνημόνια!
Η νέα γιατρειά: πρόκειται για γιατρειά που είναι χειρότερη από την αρχική αρρώστια. Με αυτά που σκέπτεται και προωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταλήξουμε σε χειρότερη μοίρα απ’ ότι το 2010. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος πρέπει πρώτα να δούμε τα στηρίγματα του. Συγκεκριμένα:
Η δεύτερη παρατήρηση αφορά τις αντιδράσεις των αγορών. Καταρχάς ας σταματήσουμε να μιλάμε για «εισαγόμενη αναταραχή»: επειδή έχει πρόβλημα η Ιταλία υποφέρουμε κι εμείς. Αλλά, στην σημερινή εξαιρετικά ατελή και εξαιρετικά αναποτελεσματική Ευρωπαϊκή Ένωση οι αναταραχές θα είναι ο κανόνας. Και, η Ελλάδα, ως ο πλέον αδύναμος κρίκος πάντα θα υποφέρει. Δεύτερον, η κυβέρνηση δεν καταλαβαίνει, ή μάλλον αδιαφορεί, για το βέβαιο γεγονός πως την πρώτη φορά που θα χρησιμοποιήσει το μαξιλάρι ασφαλείας οι αγορές θα το θεωρήσουν ως επιβεβαίωση της ελληνικής αδυναμίας και τα spreads θα αυξηθούν – κάνοντας πλέον την πρόσβαση μας στις αγορές θεωρητική και ανέφικτη.
Σε σύντομο χρονικό διάστημα η χώρα θα ξαναβρεθεί στο 2010. Δεν θα μπορεί να δανειστεί. Το μαξιλάρι θα αφανίζεται μέρα με τη μέρα. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι στην εξουσία όταν το μαξιλάρι θα είναι σε γοργή πτωτική τάση, τότε η έξοδος από το ευρώ θα είναι μία λύση –γιατί μπορούμε να πούμε με απόλυτη σιγουριά πως, τούτη τη φορά, οι εταίροι μας δεν θα μας σώσουν –πολύ περισσότερο δεν θα θέλουν να σώσουν τον ανακόλουθο και αναξιόπιστο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα. Αν είναι η Νέα Δημοκρατία τα πάντα θα εξαρτηθούν από τα βήματα που ίσως έχει προλάβει να πάρει πριν την εξάντληση του μαξιλαριού.
Το συμπέρασμα είναι ένα: με τον ΣΥΡΙΖΑ και τη γιατρειά του οδηγούμαστε σε νέες περιπέτειες με ανυπολόγιστες εθνικές συνέπειες. Με τη Νέα Δημοκρατία οι συνθήκες που θα κληρονομήσει της προσφέρουν μία διέξοδο και μόνο: να σταματήσει να συμπεριφέρεται ως ελληνικό, συστημικό κόμμα της μεταοπίτευσης. Τι σημαίνει αυτό; Με όποιο βραχυχρόνιο πολιτικό κόστος να υπερκεράσει τις πάγιες και γνωστές αντιδράσεις στον εκσυγχρονισμό της χώρας. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει πως θα έχει πρώτα μεταρρυθμίσει τον εαυτό της.
‘Όλα τα υπόλοιπα, συζητήσεις, ανακοινώσεις, δημοσκοπήσεις, συγκρούσεις, αντιδράσεις τύπου Πολλάκη, τσιτάτα από τον Καρανίκα, υπονόμευση των θεσμών από τον Καμμένο, καλές προθέσεις από το (περίπου ανύπαρκτο) πολιτικό κέντρο και ευνοϊκές δημοσκοπήσεις από την Ν.Δ. είναι απλά φληναφήματα.