
Εἶναι παρήγορο πού μέσα στήν ταραγμένη ἐποχή πού διανύει ἡ Ἑλλάδα,
ὑπάρχουν Ἓλληνες ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται σοβαρά μέ τόν
Ὃμηρο, καί μάλιστα οἱ περισσότεροι εἶναι ἀστροφυσικοί, γεωφυσικοί,
γεωμυθολόγοι, ἀρχαιολόγοι ἀλλά καί φιλόλογοι, πού ἀποφαίνονται, ἐπί
τέλους, ὃτι ὁ Ὃμηρος ἀφηγεῖται πραγματικά περιστατικά καί ὂχι
μυθεύματα, ὃπως μᾶς ἒχει συνηθίσει το φιλολογικό κατεστημένο, ἐγχώριο
καί διεθνές.
Προκάλεσε εὐχάριστη ἒκπληξη τό ἂρθρο συγγραφικῆς ὁμάδος ἐπιστημόνων μέ
θέμα ΝΕΑ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ.
Οἱ ἐπιστήμονες κατέληξαν στό συμπέρασμα ὃτι ὁ Ὀδυσσέας ἒφθασε στήν
Ἰθάκη στίς 30 Ὀκτωβρίου του 1207 π.Χ., ἐπικαλούμενοι μία μερική
ἒκλειψη ἡλίου πού συνέβη τόν καιρό ἐκεῖνο, καθώς οἱ ἀστρονομικές
γνώσεις καί τά ἐπιστημονικά ὂργανα ἐπιτρέπουν σήμερα νά ἐξακριβώσουμε
ἀστρονομικά φαινόμενα τοῦ ἀπωτέρου παρελθόντος.
Ἰσχυρίζονται λοιπόν οἱ ἐπιστήμονες τά ἑξῆς:
«Ὁ Ὀδυσσέας ἒφθασε στήν Ἰθάκη στίς 25 Ὀκτωβρίου του 1207 π.Χ. Πέντε
ἡμέρες ἀργότερα ἒγινε ἒκλειψη ἡλίου σέ ποσοστό 75%, ἡ ὁποία σκέπασε τό
Ἰόνιο καί τότε συνέβη ἡ μνηστηροφονία. Ἀπό τό 1300 π.Χ. ἓως τό 1130
π.Χ., πού είναι τά χρόνια πού τοποθετούνται τά ὁμηρικά ἒπη, ἒγιναν 14
ἐκλείψεις ἡλίου. Ὁρατές στό Ἰόνιο ἦσαν μόνο πέντε. Δύο ἀπό αὐτές ἦσαν
στό 2%, ὁπότε δέν ἒγιναν ἀντιληπτές. Ἂλλη μία ἒγινε μέ τήν Δύση, ὁπότε
μένουν δύο. Ἡ μία ἒγινε το 1143 π.Χ., πολύ κοντά στήν παρακμή τοῦ
Μυκηναϊκοῦ πολιτισμοῦ καί ἡ ἂλλη στίς 30 Ὀκτωβρίου τοῦ 1207 π.Χ,, ἀπό
τίς 14:30 ἓως τίς 17:30».
Στό σημεῖο αὐτό ἐπικαλοῦνται ἀπόσπασμα μετάφρασης του Καζαντζάκη πρός
ἐπιβεβαίωση τῶν ἰσχυρισμῶν τους.
Η ΜΑΝΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΥ
Ἐπ᾽ αὐτῶν ἒχω νά παρατηρήσω τά ἑξῆς:
Κατ᾽ ἀρχάς οἱ ἐπιστήμονες ἒπρεπε νά μελετήσουν ἀπ᾽ εὐθείας τά κείμενα
τοῦ Ὁμήρου καί ὂχι νά χρησιμοποιήσουν μεταφράσεις καί μάλιστα του
Καζαντζάκη, ὁ ὁποῖος ἒχει ἀντικαταστήσει τίς ὑπέροχες καί ἀπολύτως
κατανοητές λέξεις τοῦ Ὁμήρου μέ λέξεις μιᾶς ντοπιολαλιᾶς καθώς καί
ψυχαρικές λέξεις ἀκροτάτης δημοτικῆς, πού θέλουν καί οἱ ἲδιες λεξικό
γιά νά γίνουν κατανοητές.
Ἡ περικοπή τῆς Ὀδυσσείας λοιπόν στήν ὁποία στηρίχθηκαν οἱ ἐπιστήμονες,
λέει ἀκριβῶς τά ἑξῆς: Ραψωδία Ὀδ. υ, 351-357. Ὁμιλεῖ ὁ Θεοκλύμενος,
ἓνας μάντις πίσω ἀπό τόν ὁποῖο κρύβεται μᾶλλον ἡ θεά Ἀθηνᾶ καί,
ἀπευθυνόμενος στούς μνηστῆρες, οἱ ὁποῖοι ἒχουν φθάσει στό ἒσχατο
σημεῖο τῆς κτηνωδίας, παρουσία τοῦ ψευδοεπάιτη Ὀδυσσέα, λέει:
«Α, δειλοί, ἀπό τί κακό πάσχετε; Ἡ νύχτα σκέπασε τίς κεφαλές σας καί
πρόσωπα καί κάτω τά γόνατα καί οἰμωγή ἀκούγεται, δακρυσμένες καί οἱ
παρειές, καί μέ αἷμα ραντισμένοι οἱ τοῖχοι καί τά καλά μεσοδόκια. Κι
ἀπό εἲδωλα γεμάτο τό πρόθυρο, γεμάτη καί ἡ αὐλή, καθώς τραβοῦν στό
Ἒρεβος ὑπό τόν Ζόφο. Κι ὁ ἣλιος ἀπό τόν ούρανό ἀπωλέσθη, κι ἁπλώθηκε
κακή ἀχλύς».
Οἱ ἐπιστήμονες διατείνονται ὃτι ἡ φράση τοῦ Ὁμήρου «ἠέλιος δέ ἐξ
οὐρανοῦ ἐξαπόλωλε» σηματοδοτεῖ μία ἒκλειψη ἡλίου. Ἀλλά ἡ ἒκλειψη τοῦ
ἡλίου, τό κρύψιμό του, δέν γίνεται μόνο ἀπό ἀστρονομικά αἲτια. Μπορεῖ
νά κρυφτῆ καί ἀπό τά σύννεφα.
Ὁ Θεοκλύμενος λοιπόν ἐδῶ δέν ὑπονοεῖ κατ᾽ ἀνάγκη ἒκλειψη ἡλίου, πού
κατά τούς ἐπιστήμονες σηματοδοτεῖ τήν ἒλευση τοῦ Ὀδυσσέα στἠν Ἰθάκη,
ἀλλά διατυπώνει μαντεία γιά τό οἰκτρό τέλος πού περιμένει μετ᾽ ὀλίγον
τούς μνηστῆρες, καθώς σέ λίγο συντελεῖται ἡ μνηστηροφονία.
Ὁ Θεοκλύμενος λοιπόν βλέπει εἲδωλα, πού στήν ὁμηρική διάλεκτο εἶναι οἱ
νεκροί, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται στό πρόθυρο καί στήν αὐλή, γεμάτοι
αίματα.
Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές, ὀφείλουμε νά ἐτυμολογήσουμε τίς λέξεις τοῦ
Ὁμήρου πού χρησιμοποιοῦνται στήν ἐπίμαχη περικοπή.
Νύξ = νύχτα, σκότος, ὃπως καί σήμερα. Καλεῖται καί ὀλοή (Λ 19) καί
μνημονεύεται ὡς κακός δαίμων. Ἀλλά ἡ νύξ εἶναι καί ἀμβροσίη, καθώς ὁ
Ὃμηρος ἀναγνωρίζει καί τήν ζωογόνο δύναμη αὐτῆς.
Εἲδωλον: Φάσμα, ὁμοίωμα, εἰκόνα. Εἲδωλα καμνόντων: Σκιές ἀποθανόντων.
Ὁ Θεοκλύμενος ὡς μάντις βλέπει νεκρούς νά πλημμυρίζουν τό πρόθυρο καί
τήν αὐλή, προκειμένου οἱ ψυχές νά πάρουν τήν ἂγουσα πρός τόν κάτω
κόσμο, τοῦ Ἃδη, πού καί αὐτός παρομοιάζεται μέ τήν νύχτα, καί
ἀνεφέρεται εὐθύς ἀμέσως: ἱεμένων Ἒρεβόσδε ὑπό ζόφον, ὃπου δηλαδή
πηγαίνουν οἱ ψυχές τῶν θανόντων. Καί ἀκολούθως ἠέλιος δέ οὐρανοῦ
ἐξαπόλωλε, ἢτοι ἐξαφανίστηκε, ἀπωλέσθη, ἒγινε ἂφαντος, ἒγινε ἒκλειψη.
Η ΔΙΟΣΗΜΙΑ
Δέν εἶναι ἀναγκαῖο λοιπόν νά ἒγινε ἒκλειψη ἡλίου τήν ἡμέρα τῆς
μνηστηροφονίας, ὣστε νά σκοτεινιάσει ὁ οὐρανός. Ἀναμφιβόλως ἒγινε ἡ
μερική ἒκλειψη ἡλίου στίς 30 Ὀκτωβρίου του 1207 π.Χ σύμφωνα μέ τά
ἐπιστημονικά δεδομένα, ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει κατ᾽ ἀνάγκη ὃτι τά
λεγόμενα ὑπό τοῦ Θεοκλυμένου (Ἀθηνᾶς) περιγράφουν ἒκλειψη ἡλίου, ἀλλά
ἐνδεχομένως κάποιο μετεωρολογικό φαινόμενο, ἢ προλέγει τό ζοφερό τέλος
τῶν μνηστήρων.
Τήν ἐκδοχή αὐτή ἐνισχύουν καί οἱ στίχοι Οδ. υ 91-119, ὃταν ὁ Ὀδυσσέας,
λίγο πρίν μεταβεῖ στήν αἲθουσα τοῦ ἀνακτόρου, ὃπου ἀσχημονοῦν οἱ
μνηστῆρες καί προκαλοῦν τήν μαντεία τοῦ Θεοκλυμένου, βρίσκεται ἒξω ἀπό
τό ἀνάκτορο, στόν χῶρο ὃπου γίνεται ἡ ἂλεση τῶν γενημάτων του ἂνακτος,
στούς μύλους του, ὃπου δουλεύουν οἱ γυναῖκες ἀλετρίδες. Ὃλες ἒχουν
τελειώσει τήν δουλειά τους καί ἒχουν ἀποσυρθῆ, πλήν μιᾶς, πού
συνεχίζει νά ἐργάζεται. Τότε ὁ Ὀδυσσέας ζητεῖ ἀπό τόν Δία, πού τόν
βοήθησε νά φθάση σῶος στήν Ἰθάκη, νά τοῦ δείξει ἓνα σημάδι, γιά νά
καταλάβη ἂν θά τοῦ συμπαρασταθῆ στήν ἐξόντωση τῶν μνηστήρων. Καί ὁ
Ζεύς τόν ἂκουσε καί μεγαλοβρόντησε, ἐνῶ ὁ οὐρανός ἦταν καταγάλανος.
Καί ἡ ἀλετρίς ἀνεφώνησε:
«Δία Πατέρα, πού σέ θεούς καί ἀνθρώπους ἀνάσσεις, μεγαλοβρόντησες ἀπό
τόν ἀστερόεντα ούρανό, οὐδέ πουθενά νέφος ὑπάρχει. Σημάδι μέ τοῦτο ἐδῶ
φανερώνεις. Τέλεσε τώρα καί σέ μένα τήν δύστυχη τόν λόγο μου. Στούς
μνηστῆρες ἀς εἶναι τούτη ἡ ἐσχάτη καί ἡ ὑστάτη ἡμέρα τους, πού στά
μέγαρα τοῦ Ὀδυσσέα θά πάρουν δεῖπνο τερπνό, οἱ ὁποῖοι μέ ἀλγεινό
θάνατο τά γόνατά μου ἒλυσαν, ἂλευρα νά φτιάνω. Τώρα τό ὓστατο δεῖπνο
τους».
Ὃσοι ζοῦν στά ἑπτάνησα καί δή στήν Λευκάδα, τήν Κεφαλληνία καί τήν
Ἰθάκη, ἀπό ὃπου ἀρχίζουν νά ἐκδηλώνονται τά ἐπερχόμενα βαρομετρικά
χαμηλά τῆς Δυτικῆς Μεσογείου, ἀκοῦν πολλές φορές βροντές μέ καταγάλανο
οὐρανό καί μετ᾽ ὀλίγον ἒρχεται καταχνιά, συννεφιά καί καταρρακτώδεις
βροχές.
Ἂν ὂντως συνέβη τέτοιο μετεωρολογικό φαινόμενο λίγο ἢ κατά τήν
διάρκεια τῆς μνηστηροφονίας, τότε ὁ Θεοκλύμενος μᾶς περιγράφει ἁπλῶς
τίς ἀτμοσφαιρικές συνθῆκες καί τήν ἒκλειψη του ἡλίου μέσα στά σύννεφα.
Ἢ ἀκόμη ἐπωφελεῖται τοῦ φαινομένου γιά νά προβῆ σέ δυσμενή μαντεία γιά
τούς μνηστῆρες, ἀφοῦ ὁ Θεοκλύμενος εἶναι ἡ ἲδια ἡ θεά Ἀθηνᾶ.
Ἡ διοσημία ἒγινε τίς πρωινές ὣρες. Ἀκολούθως ὁ Ὀδυσσέας μεταβαίνει στό
ἀνάκτορο, ὃπου γίνεται ἡ συνάντηση μέ τούς τρεῖς βοσκούς λίγο πρίν τήν
μνηστηροφονία. Ἀκόμη καί νά εἶχε ἀρχίσει ἡ ἒκλειψη ἡλίου γύρω ἀπό τίς
2 μμ δέν θά εἶχε καλυφθῆ ὁ δίσκος, ὣστε νά εἶχε δοθῆ ἡ ἀφορμή στόν
Θεοκλύμενο νά ἐπικαλεσθῆ νύχτα, εἲδωλα, ἀχλύ, ζόφο κλπ. Γι᾽ αὐτό θά
πρέπει οἱ ἐπιστήμονες πού ἀσχολήθηκαν μέ τήν ἐπιστροφή τοῦ Ὀδυσσέα
στήν Ἰθάκη, ὂχι ἁπλῶς νά διαβάζουν, ἀλλά νά ἐντρυφοῦν στά κείμενα τοῦ
Ὁμήρου καί νά μή στηρίζονται σέ μεταφράσεις.
Ἀς ἀφήσουμε βέβαια τό σοβαρό ἐνδεχόμενο ὀ Τρωικός πόλεμος νά ἒγινε σέ
πολύ παλαιότερη ἐποχή καί ὂχι στήν συμβατική ἡμερομηνία τοῦ 1230 π.Χ.
ὃπως προκύπτει ἀπό πολλά χωρία τῆς τῆ Ἰλιάδος καί τῆς Ὀδυσσείας. Ἀλλά
αὐτό εἶναι μιά ἂλλη ἱστορία.