Τρίτη
4 Αυγούστου 2020
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 3607RSS FEED
Αυτός ήταν ο Νίκος Παππάς
08/04/2013
Γράφει η Σοφία Βούλτεψη
Ρώμη, Πανσιόν Ακρόπολις, Ιούλιος 1974. Ο κυβερνήτης του αντιτορπιλικού «Βέλος» Νίκος Παππάς και ο σημαιοφόρος Κωστής Γκορτζής, μόλις έχουν επιστρέψει από μια θυελλώδη επίσκεψη στην ελληνική πρεσβεία.

Η χούντα έχει πέσει, η κυπριακή τραγωδία μόλις έχει ξεκινήσει, αλλά τα καλόπαιδα του προξενείου το βιολί τους.

Στεκόμαστε όλοι μπροστά στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου.

Κοιτάζω τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα των «μεγάλων», στριμωγμένη ανάμεσα στον γίγαντα Παππά και στον πατέρα μου, που στις δύσκολες ώρες, κατά έναν περίεργο τρόπο, κατόρθωνε να επιβληθεί στον εκρηκτικό χαρακτήρα του.

«Πήρατε τα διαβατήρια;», ρώτησε τον Παππά, που γι’ αυτό ακριβώς είχε επισκεφθεί την πρεσβεία.

Ο Παππάς τον κοίταξε και μέσα του έβραζε.

Η Τουρκία είχε εισβάλει στην Κύπρο και ο Παππάς είχε καλέσει τους άνδρες του από τα πέρατα του κόσμου, για να επιστρέψουν όλοι μαζί στην πατρίδα, στο Πολεμικό Ναυτικό και να μεταβούν στην μεγαλόνησο για να πολεμήσουν.

Μόνιμο σημείο συνάντησης η Πανσιόν Ακρόπολις, του Κερκυραίου Γιώργου Κοριέρη.

«Πήρατε τα διαβατήρια;», ξαναρώτησε ο πατέρας μου.

«Όχι», απάντησε ο Παππάς λίγο πριν από την έκρηξη.

«Οπότε;», ξαναρώτησε ο μπαμπάς.

«Τι “οπότε”, ρε Γιάννη; Δεν μου τα έδωσαν οι λεμέδες!»

«Ξαναρωτάω: Οπότε;», πάλι ο μπαμπάς.

Έστρεφα το κεφάλι μου, πότε στον έναν και πότε στον άλλον, είχε πιαστεί ο σβέρκος μου να κοιτάζω συνέχεια προς τα πάνω για να βλέπω την έκφραση του προσώπου τους. 

Αμίλητος ο  Παππάς έκανε μια στροφή και άρπαξε το τηλέφωνο από την άκρη του γκισέ.

Σχημάτισε τον αριθμό της πρεσβείας και ζήτησε να μιλήσει με τον «λεμέ»!

Σε λίγο, η φωνή του ακουγόταν ως έξω στην οδό Πρίντσιπε Αμεντέο - τι λέω, ως τη Στατσιόνε Τέρμινι:

«Ακούστε, ρε φασισταριά! Βγάλετε γρήγορα τα διαβατήρια και στείλτε τα εδώ. Πανσιόν Ακρόπολις, Βία Πρίντσιπε Αμεντέο. Δεν θα ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί. Θα τσακιστείτε να τα φέρε εσείς!».

Και κατέβασε το ακουστικό. Κρακ!

Στις στιγμές που ακολούθησαν, απομακρύνθηκαν όλοι μαζί από τη ρεσεψιόν, μιλώντας ζωηρά.

Είχαν καθίσει στους καναπέδες, την ώρα που τέντωνα το χέρι μου για να φτάσω στην τηλεφωνική συσκευή.

Ήμουν σίγουρη πως κάτι δεν πήγαινε καλά με εκείνο το «κρακ!».

Και δεν πήγαινε. Γύρισα προς το μέρος τους κρατώντας το ακουστικό κομμένο στα δύο!

«Το έσπασε!», φώναξα. «Το άκουσα εγώ! Την ώρα που κατέβασε το ακουστικό, άκουσα ένα κρακ»!

«Χα!», έκανε ο μπαμπάς, λες και έβλεπε το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. «Μην ταράζεσαι, μικρή. Αυτός είναι ο Νίκος Παππάς!».

Έμεινα με τα δυο κομμάτια του ακουστικού στα δυο μου χέρια.

Τι μυστήρια τρένα που είναι αυτοί οι μεγάλοι, σκέφθηκα και κάθισα σε μια γωνιά.

Αξέχαστα χρόνια, σημαδεμένα από σπάνιες στιγμές.

Δεν ήταν αυτή η πιο ηρωική πράξη του ναύαρχου Νίκου Παππά.

Αργότερα κατάλαβα πως αυτό ήθελε να μου πει και ο πατέρας μου.

Εκείνο το καλοκαίρι, η υπερορία μας έλαβε τέλος.

Επιστρέψαμε στην πατρίδα μετά την επιστροφή της Δημοκρατίας.

Δεν ξεχάσαμε.

Κάθε χρόνο, στις 23 Μαΐου, μαζευόμασταν όλοι εκεί. Στο «Βέλος».

Στο αντιτορπιλικό της ανταρσίας κατά της δικτατορίας. Στο σύμβολο της Αντίστασης. Του Πολεμικού Ναυτικού και των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ο Νίκος Παππάς ανέβαινε ένα-ένα τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας.

Από πρωτεργάτης του Κινήματος του Ναυτικού, αρχηγός ΓΕΝ και υπουργός Άμυνας.

Αλλά κάθε φορά, κάθε χρονιά, εκεί, μπροστά στο «Βέλος», ο χρόνος έμοιαζε να σταματά.

Οι μνήμες ολοζώντανες, οι νεκροί ωσεί παρόντες, ο Παππάς να έχει πάντα το γενικό πρόσταγμα, ως να ήταν ακόμη ο κυβερνήτης της ηρωικής νιότης – όχι ο ναύαρχος, όχι ο επίτιμος αρχηγός ΓΕΝ, όχι ο πρώην υπουργός.

Και όλοι να έχουν μια δική τους περιγραφή για το επεισόδιο του σπασμένου ακουστικού – πόσο είχαν διασταλεί οι κόρες των ματιών μου, πόσο σαστισμένα κρατούσα τα δυο κομμάτια, πόσο μπερδεμένη ένιωσα καθώς τραβήχτηκα στη γωνιά μου, μπροστά στη βεβαιότητα του μπαμπά πως «αυτός είναι ο Νίκος Παππάς»!

Ο ναύαρχος έφυγε από τη ζωή λίγο πριν από την φετινή επέτειο.

Δεν πρόλαβε να δώσει τις οδηγίες του για τα σαράντα χρόνια από την ημέρα που οδήγησε το «Βέλος» στο Φιουμιτσίνο, εγκαταλείποντας άσκηση του ΝΑΤΟ και αφού το Κίνημα του Ναυτικού είχε προδοθεί και επιφανείς αξιωματικοί είχαν συλληφθεί και βασανίζονταν στα μπουντρούμια της δικτατορίας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Νίκος Παππάς ευτύχησε να μην μείνει ποτέ μόνος.

Είχε πάντα στο πλευρό του την αγαπημένη του γυναίκα, τα παιδιά του, αλλά και όλους εκείνους που έζησαν μαζί του την σύγχρονη εποποιία.

Οι αξιωματικοί και οι υπαξιωματικοί που ακολούθησαν τον Καπετάνιο τους δεν έλειψαν στιγμή από κοντά του.

Θα αναφέρω τα ονόματά τους για άλλη μια φορά, γιατί έγιναν κι’ αυτοί ήρωες και κομμάτι της ζωής του:

Ματαράγκας, Χατζηπέρος, Γκορτζής, Προκοπάκης, Σπυριδάκης, Αβραάμ, Βιτάλης, Σαραφιανός, Σαμψών, Στράτος, Καραμίχας, Κωνσταντινίδης, Καλλίνος, Πανούσης, Ρουσσόπουλος, Ρετζής, Αυγερινός, Μυτακάκης, Αλοΐζος, Γκαρούτσος, Αντωνίου, Αγγελής, Ελευθεριάδης, Θεοδωρίδης, Ματζάνας, Κωστάκης.

Του έλειπαν πάντα οι νεκροί του: Ζησιμόπουλος, Κιμιγκέλης, Γούτσος, Ασημίνας – τώρα βρίσκεται κοντά τους, μακριά από τους ζωντανούς που θα σταθούν αύριο μπροστά στο φέρετρό του.

Θα αναφέρω για άλλη μια φορά (και θα το κάνω πάντα ως ελάχιστο φόρο τιμής) και τα ονόματα εκείνων –ζωντανών και νεκρών - που προετοίμασαν το Κίνημα, έμειναν πίσω, συνελήφθησαν και μαρτύρησαν ή υποδέχθηκαν και προστάτεψαν με κάθε μέσο, ηθικό και υλικό, τους αντιστασιακούς αξιωματικούς μετά την άφιξή τους στο Φιουμιτσίνο:

Οι πρώην υπουργοί Παπαδόγγονας και Σταθόπουλος, οι συνάδελφοί τους αξιωματικοί Παναγιωταρέας, Κονοφάος, Σέκερης, Κοτσαρίδας, Μπατσιούλας, Μπαντουβάς, Νίκος και Βαρδής Βαρδινογιάννης. Οι ήρωες Μουστακλής, Παναγούλης και Πνευματικός. Ο Νικήτας Βενιζέλος, ο Πλυτάς, ο Αβέρωφ, η Αμαλία Φλέμινγκ, ο Κουράτος, ο Γιάννης Βούλτεψης, ο Νίκος Σηφουνάκης, ο ιδιοκτήτης της Πανσιόν «Ακρόπολις» στη Ρώμη Γιώργος Κοριέρης και η Ναπολιτάνα γυναίκα του, η πληθωρική σινιόρα Μαρία.

Το κάνω πάντα για να δείξω πως μπροστά σε έναν ιερό και εθνικό σκοπό, Έλληνες διαφορετικής πολιτικής τοποθέτησης, κοινωνικής, επαγγελματικής και οικονομικής τάξης, ενώνουν τις δυνάμεις τους για την Πατρίδα και τη Δημοκρατία. 

Γιατί σήμερα, περισσότερο από ποτέ, υπάρχει και πάλι ανάγκη να ενωθούν όλες οι δυνάμεις της Πατρίδας, για να εντοπίσουν και να αντιμετωπίσουν τον κοινό εχθρό.

Αύριο, στις 11 το πρωί, θα αποχαιρετήσουμε τον Καπετάνιο από το Α΄ Νεκροταφείο.

Ύστερα, σαράντα χρόνια μετά από το Κίνημα του «Βέλους» - ε, δεν ήταν δα και μικρό πράγμα να ξεβραστεί ένα αντιτορπιλικό στο Φιουμιτσίνο, ωραία περάσαμε, έλεγε ο μπαμπάς – ο Καπετάνιος θα κάνει την τελευταία του βόλτα ως το «Βέλος» και μετά γραμμή για την Κύμη, να αναπαυτεί στα χώματα της ιδιαίτερης πατρίδας του. 

Τότε, θα νιώσουμε εκείνο το περίεργο συναίσθημα – σα να πεθάναμε όλοι λίγο μαζί του.

Το ίδιο εκείνο συναίσθημα που νιώσαμε μαζί με τον Καπετάνιο, πριν από τρία χρόνια, την ώρα που στεκόμασταν ο ένας απέναντι στον άλλο, με το φέρετρο του πατέρα μου ανάμεσά μας.

Είχε έλθει να αποχαιρετίσει τον φίλο του.

Αύριο θα ακούσει εκείνος το στερνό αντίο.

Κι’ έπειτα, κάλμα, μπουνάτσα, υγρασία και ερημιά, που έγραφε και ο Γκορτζής στο βιβλίο που αφιέρωσε στον Κυβερνήτη του.

Αντίο, Καπετάνιε.

Θυμάσαι; Εκεί, στην Ιταλία που μας περιέθαλψε, το «αντίο» το λένε μόνο για τον τελευταίο αποχαιρετισμό.

Addio, σου εξηγούσε ο μπαμπάς. Δηλαδή, θα ξανασυναντηθούμε ενώπιον του Θεού.

Σα να σας βλέπω να σκάτε στα γέλια. Για θυμήσου τη φάτσα εκείνης της μικρής με το σπασμένο ακουστικό, θα λέτε…