Πέμπτη
5 Νοεμβρίου 2026
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 5891RSS FEED
Αλέξανδρος – Ρίζος Ραγκαβής, ο λόγιος και πολιτικός μιας άλλης Ελλάδας
Γράφει ο
Πάνος Χατζηγεωργιάδης

«Μαύρ' είν' η νύκτα στα βουνά,

στους βράχους πέφτει χιόνι.
Μες στ' άγρια, στα σκοτεινά,
στες τραχιές πέτρες, στα στενά,
ο κλέφτης ξεσπαθώνει»



Στην σημερινή μας κατάσταση, η ενασχόληση με τις σκιές του παρελθόντος
κόσμου, κρίνεται όχι μόνον αναγκαία μα και επιβεβλημένη εκ των
συνθηκών. Εδώ και τώρα στις αρχές του 21ου αιώνα όπου η χώρα βρίσκεται
στην κρίση που όλοι γνωρίζουμε , επέστη πλέον η στιγμή  της
αυτοκριτικής, της αντιπαραβολής με το παρελθόν, το πολλάκις ένδοξο και
ο αναπροσδιορισμός των εννοιών σε τούτη εδώ την ασθενική μας  υπό
γενικήν παραδοχήν, δημοκρατία.

Ο τόπος χρειάζεται αυτό το «Νέον Πνεύμα» υπό το πρίσμα του οποίου
καλούμεθα άπαντες να ξαναβρούμε την ταυτότητα μας, ατομικά, εθνικά
κοινωνικά ώστε να ημπορέσουμε το συντομότερο να χαράξουμε εκ νέου την
πορεία αυτής της πατρίδας στον αιώνα που ήδη βρίσκεται εδώ. Το στίγμα
μας τούτο το γεωπολιτικό, εθνικοκοινωνικό, πολιτισμικό εν τέλει θα
καθορίσει και την πορεία της Ελλάδας αναμεταξύ των εθνών, ένδοξον ή
μη.

Σε τούτη την προσπάθεια του αναπροσδιορισμού εννοιών και καταστάσεων
ως έχω τονίσει και αλλού, είναι πάντοτε χρήσιμο αυτό το κοίταγμα προς
τα πίσω και τούτο  το συνταίριασμα των θετικών αναμεταξύ  «παλαιού»
και «νέου», έτσι ώστε να ημπορέσει επιτέλους να δομηθεί με  κάποιαν
τάξη το νέο οικοδόμημα αυτού του πολύπαθου τόπου. Ο πολίτης αυτής της
χώρας οφείλει να δρά πολυσυλλεκτικά, δίχως καμιάν ξενοφοβική διάθεση
και εθνικολαϊκισμό, ανοιχτός στις νέες καταστάσεις όπου έρχονται, μα
πάντοτε αποφασισμένος να κρατήσει την ταυτότητα του υπό τις νέες και
υπό διαμόρφωσιν συνθήκες. Φυσικά προκειμένου να την κρατήσει, οφείλει
και να την γνωρίζει έστω σε αδρές γραμμές.

Κάποτε, προφανώς από άγνοια του αντικειμένου της τέχνης και της
λογοτεχνίας κάποιοι, απέρριψαν προς δημοσίευση ποιήματα μου με την
ανώριμη δικαιολογία πως η ποίησις μου κρίνεται «παλαιού τύπου».
Απήντησα τότε σε εκείνο το περιοδικό της λογοτεχνίας, πως δεν
υφίσταται παλαιόν και νέον στην τέχνη, παρά αξιόλογον και μη. Τούτο
απαντά θεωρώ επαρκώς εις το ερώτημα, «και διατί να μελετά κάποιος
τέχνη που γεννήθηκε πριν από 150 ή και περισσότερο χρόνια». Οφείλουμε
άπαντες να μελετούμε το παρελθόν, διότι δεν υφίσταται παρόν δίχως αυτό
και φυσικά ούτε μέλλον, δεν πρόκειται δηλαδή ως έχω τονίσει και αλλού
περί μονομανίας, περί αρρωστημένης ερασιθάνατης, ρομαντικής διαθέσεως,
μα για ανάγκη τούτη η μελέτη και ο οπλισμός με παραστάσεις του
παρελθόντος κόσμου, παραστάσεις, γνώσεις, κρίσεις και επικρίσεις οι
οποίες συνδιαμορφώνουν την προσωπικότητα ενός.

Για απόψε εχτύπησε την θύρα της συνειδήσεως μου μια στροφή που όλοι
γνωρίζουν την οποία και αναφέρω στην αρχή του κειμένου, το γνωστόν
«Μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά», το οποίον πέραν των άλλων αναμνήσεων
των παιδικών μας χρόνων λόγου χάρη, αποτελεί και εμβατήριο του
Ελληνικού στρατού. Το ποίημα τούτο ανήκει εις τον αποψινό μου
«επισκέπτη από το υπερπέραν», σε μια διάσταση όπου παρελθόν, παρόν και
μέλλον συνδέονται άρρηκτα, ανήκει στον φαναριώτη λόγιο και πολιτικό
της πρώιμης υπό διαμόρφωση  Ελλάδος, Αλέξανδρο – Ρίζο Ραγκαβή.

Ο Αλέξανδρος – Ρίζος Ραγκαβής, εγεννήθη εις τα 1809, εννέα
Δεκεμβρίου, υπήρξε λόγιος, αλλά και πολιτικός, καθώς επίσης  θεατρικός
συγγραφέας, πεζογράφος, καθηγητής της αρχαιολογίας εις το Πανεπιστήμιο
των Αθηνών, αλλά και διπλωμάτης. Γεννιέται στην Κωνσταντινούπολη αλλά
τα παιδικά του χρόνια τα περνά στην Ρουμανία καθώς και στην Οδησσό,
επίσης στα 1825 βρίσκεται φοιτητής στην Στρατιωτική σχολή της
Βαυαρίας.

Στην Ελλάδα εγκαθίσταται πλέον εις τα 1829 φέροντας τον βαθμό του
ανθυπολοχαγού του πυροβολικού, αλλά γρήγορα τον βρίσκουμε να έχει
εγκαταλείψει το στράτευμα και να σταδιοδρομεί πλέον σε διοικητικές και
κυβερνητικές θέσεις. Στην δεκαετία 1831 – 1841, υπηρετεί ως Γενικός
γραμματέας του υπουργείου της Παιδείας, ενώ αμέσως έπειτα από αυτήν
την θέση θα υπηρετήσει κατά τα χρόνια 1841 – 1844, στο υπουργείο των
εσωτερικών. Τον ίδιο χρόνο επίσης διορίζεται καθηγητής Αρχαιολογίας
εις το Πανεπιστήμιο των Αθηνών.
Λογοτεχνικά βρίσκεται ενεργός από τα πρώτα του χρόνια παραμονής στην
Ελλάδα και αποτελεί εκ των πρωτοπόρων του Αθηναϊκού Ρομαντισμού.

Το ποίημα του «Δήμος και Ελένη» αποτελεί  ένα από τα πρώτα δείγματα
της πνευματικής αυτής κίνησης, σε μια χώρα η οποία μόλις είχε αρχίσει
να παίρνει σάρκα και οστά. Από του 1831 και εντεύθεν, ακολουθούν
πλήθος λογοτεχνικών και επιστημονικών πονημάτων, στα 1847 εκδίδει το
περιοδικό «Ευτέρπη» μαζί με τον φίλο  και επίσης σημαντικό άνθρωπο των
γραμμάτων Γρ. Καμπούρογλού, ενώ στα 1849 ιδρύει επίσης το φιλολογικό
περιοδικό «Πανδώρα», συγγράφοντας επίσης συνάμα αρκετά μυθιστορήματα
και νουβέλες όπως «ο Συμβολαιογράφος»  και ο «Αυθέντης του Μορέως».

Στα 1856 – 1859, διατελεί υπουργός εξωτερικών και εις τα 1867
παραιτείται εκ της ακαδημαϊκής του καριέρας ώστε να αφοσιωθεί στο
διπλωματικό σώμα, μάλιστα είναι και ο πρώτος πρεσβευτής της Ελλάδος
στις ΗΠΑ. Πεθαίνει στην Αθήνα στις 16 Γενάρη του 1892.
Ο Αλέξανδρος – Ρίζος Ραγκαβής, υπήρξε ως γίνεται εμφανές εκ της
σύντομης βιογραφικής αναφοράς, πολυμαθής, καθώς  και προσωπικότητα
μεγάλου βεληνεκούς.

Γνήσιος πνευματικός άνθρωπος με βαθιά γνώση και πολλές μελέτες ,
επέτυχε ακόμη και τον θαυμασμό από τον Διονύσιο Σολωμό και ενώ στην
αρχή φαίνεται ως θιασώτης του ρομαντισμού, ένα κίνημα πνευματικόν το
οποίο έπνεε ήδη  τα λοίσθια στην Ευρώπη και ακολουθήθηκε εδώ με την
γνωστή διαφορά φάσεως αναμεταξύ Ελλάδος και Εσπερίας, τελικά σχεδόν
τον αποκήρυξε αργότερα και ακολούθησε έτερες λογοτεχνικές ατραπούς, ως
η επιστροφή στον κλασικισμό και στην αρχαϊζουσα γλώσσα. Ως θεατρικός
συγγραφέας κρίνεται αρκετά επιτυχημένος, αν και τα θέματα του δεν
απηχούν πάντοτε ή σχεδόν ποτέ, την νεοελληνική πραγματικότητα του 19ου
αιώνα.

Σήμερα, εκ της αχλής του χρόνου, διασώζονται ίσως η νουβέλα του με
τίτλο «Ο Συμβολαιογράφος» καθώς και κάποια αποσπάσματα του ποιητικού
του έργου γραμμένα στην δημοτική.

Μικρά εκλογή ακολουθεί

«Διονύσου Πλούς» - μικρό απόσπασμα στίχων

Ερρόφησα ό,τι γλυκύ
     της κύλικος του βίου,
σταγόνα έρωτος• αρκεί.
Τι αν ο βίος διαρκή
     αιώνας μαρτυρίου;

Τι προς εμέ και οι θεοί
     και η αθανασία;
Αθανασία μου συ ει.
Μακράν σου η μακρά ζωή
     μακρά απελπισία.

«Ο Κλέφτης» - Γνωστότατον ποίημα του, το οποίον κατέληξε στρατιωτικόν εμβατήριον

Μαύρ’ είν’ η νύκτα στα βουνά,
στους βράχους πέφτει χιόνι.
Μες στ’ άγρια, στα σκοτεινά,
στες τραχιές πέτρες, στα στενά,
ο κλέφτης ξεσπαθώνει.

Στο δεξί χέρι το γυμνό
βαστά αστροπελέκι.
Παλάτι έχει το βουνό
και σκέπασμα τον ουρανό,
κ’ ελπίδα το τουφέκι.

Φεύγουν οι τύραννοι χλωμοί
το μαύρο του μαχαίρι•
μ’ ιδρώτα βρέχει το ψωμί,
ξέρει να ζήσει με τιμή,
και να πεθάνει ξέρει.

Τον κόσμ’ ο δόλος διοικεί
κι η άδικ’ ειμαρμένη.
Τα πλούτη έχουν οι κακοί,
κι εδώ στους βράχους κατοικεί
η αρετή κρυμμένη.

«Δήμος και Ελένη» είς τα 1831

Δεν είναι ούτε σύννεφο με πάχνη ποτισμένον,
ούτε Ουρί χιονόστηθη ουρανογεννημένη,
ούτ’ άγγελος με πρόσωπον ουρανοφωτισμένον•
είν’ η στολή των γυναικών, είν’ η γλυκιά Ελένη•

η φύσις ανεξάντλητος εντελειών εργάτης,
εις την πλουσίαν ήντλησε πηγήν των θησαυρών της,
κι αφού λαμπρά επροίκισε το αριστούργημά της,
την είδε και εθαύμασε το έργον των χειρών της.