Παρασκευή
28 Νοεμβρίου 2014
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 1531RSS FEED
S/S "Αδάμαστος": Ένα ελληνικό εμπορικό πλοίο στην δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αναμνήσεις ενός βετεράνου ναυτικού
23/04/2013
Του Κώστα Δόμβρου*

 


 
Το φορτηγό ατμόπλοιο“Αδάμαστος”, πρώην “Hanover” είχε ναυπηγηθεί
το 1919 στις ΗΠΑ για λογαριασμό της εταιρείας LYKES BROTHERS SHIPPING
COMPANY INCORPORATED. Είχε ολική χωρητικότητα 5.889 κόρους,
μήκος 434 πόδια, μεταφορική ικανότητα 10.400τόνων και μέγιστη
ταχύτητα 11 κόμβων. Αγοράστηκε από τον Κωνσταντίνο Μιχ. Λαιμό
την 19 Ιουνίου 1939. ΦΩΤΟ: www.uboat.net


Σημείωση Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος: Στο δίγλωσσο φυλλάδιο, κατάλογο της έκθεσης με τίτλο «Ελληνική Ναυτική Παράδοση10.000 χρόνων» που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της έκθεσης των Ποσειδωνίων 2012,στη σελίδα 25, δημοσιεύεται μια φωτογραφία που απεικονίζει γερμανικό υποβρύχιο να βουλιάζει εμπορικό πλοίο. Πρόκειται για το φορτηγό ατμόπλοιο «Αδάμαστος» το οποίο την 1η Ιουλίου 1940, πριν ακόμα εισέλθει η Ελλάδα στον πόλεμο, βυθίστηκε από το γερμανικό υποβρύχιο U-29 πεντακόσια περίπου μίλια νοτιοδυτικά της Αγγλίας, έμφορτο σιτηρών με προορισμό το λιμάνι του Avonmouth της Μεγάλης Βρετανίας.

Εκ παραδρομής στην έκδοση του μουσείου, στη λεζάντα της εν λόγω φωτογραφίας, αναγράφεται ως ημερομηνία βύθισης η 1η Απριλίου 1940 και ως τόπος βύθισης η περιοχή έξω από τις Καναρίους Νήσους.

Ο κύριος Απόστολος Δόμβρος, μηχανολόγος, μέλος του Μουσείου μας και γνωστός σε όλους μας για το συγγραφικό και αξιόλογο φιλανθρωπικό του έργο στην Κένυα της Αφρικής, με μια ευγενική του επιστολή επεσήμανε το σφάλμα και είχε την καλοσύνη να μας στείλει ένα αντίτυπο της έκδοσης των απομνημονευμάτων του πατέρα του, όπου περιγράφεται το περιστατικό της βύθισης του «Αδάμαστου».(Κώστα Ν. Δόμβρου, «Γραδάρισμα μιας ζωής». Πρόλογος- επίλογος Αποστόλη Κ. Δόμβρου, Πειραιάς 1992, σ. 94-102)

Ο Κώστας Δόμβρος υπηρέτησε στη θάλασσα σχεδόν 45 χρόνια, και ως άλλος Οδυσσέας, «... έζησε, καταμεσής στο πέλαγος, πάθη πολλά που τον σημάδεψαν, σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή και των συντρόφων του τον γυρισμό.» Έγραψε τις περιπέτειες του βίου του, όταν πλέον είχε αποσυρθεί από τα κύματα της θάλασσας, όχι για να δημοσιευθούν αλλά για να τον γνωρίσουν τα «μέλλοντα εγγόνια» του. Ωστόσο, το κείμενο με την αβίαστη ροή της αφήγησης, με την αμεσότητα της περιγραφής των γεγονότων και της περιρρέουσας ιστορικής ατμόσφαιρας, καθίσταται εξαιρετικά ενδιαφέρον και συνάμα γοητευτικά συγκινητικό για τον κάθε επίδοξο αναγνώστη.


 
Ο Κώστας Δόμβρος ήταν
ο Α’ μηχανικός του
«Αδαμάστου» κατά το
τελευταίο του ταξίδι .
ΦΩΤΟ: Περίπλους ΝΜΕ

Ο Κώστας Δόμβρος κατέγραψε τις αναμνήσεις του το 1961. Η μεγάλη χρονική απόσταση και οι ταλαιπωρίες της ναυτικής ζωής, είναι αναπόφευκτο να έχουν ασθενήσει στη μνήμη του συγγραφέα τα περιγραφόμενα γεγονότα. Όπως και ο ίδιος αναφέρει στην εισαγωγή του είναι δύσκολο να θυμηθεί με ακρίβεια την αλληλουχία των γεγονότων. Έτσι και στην κατά τα άλλα ακριβή αφήγησή του για το περιστατικό της βύθισης του «Αδαμάστου», αναφέρει ότι το γερμανικό υποβρύχιο που βούλιαξε το καράβι ήταν το Uboat-14, ενώ στην πραγματικότητα ήταν το Uboat-29, όπως επιβεβαιώνουν γερμανικές πηγές. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές τοU-14 εκείνη την ημέρα δεν ήταν σε πολεμική περιπολία. (Jürgen Rohwer, Axis Submarine Successes, 1983, σ.22-& http://uboat.net/boats/successes/u29.htm &
http://uboat.net/boats/u14.htm)

Το «Αδάμαστος» ήταν πλοιοκτησίας του Κων/νου Μιχ. Λαιμού και ολικής χωρητικότητας 5.889 κόρων, δεν ήταν το μοναδικό θύμα του «φονικού» Uboat-29 και του παρασημοφορημένου για την πολεμική του δράση κυβερνήτη του υποπλοιάρχου Otto Schuhart. Λίγες μέρες πιο πριν, στις 26 Ιουλίου 1940, είχε βυθίσει το ελληνικό φορτηγό ατμόπλοιο «Δημήτρης» των Α/φων Σπυρίδωνα & Πολύδωρα Λαιμού, ολικής χωρητικότητας 2.851 κόρων, κοντά στο Ακρωτήριο Φινιστέρο. Και στις δύο περιπτώσεις δεν υπήρχαν ανθρώπινα θύματα.

Το Uboat-29 από τον Σεπτέμβριο του 1939 μέχρι τον Ιανουάριο του 1941 ήταν επικεφαλής του μάχιμου 2ου στολίσκου υποβρυχίων και είχε βυθίσει συνολικά 13 συμμαχικά πλοία, εκ των οποίων τα 12ήταν εμπορικά και το 1 πολεμικό, το βρετανικό αεροπλανοφόρο HMS “Courageous”.

«Περίπλους» ΝΜΕ

Αναχωρήσαμε περί τον Ιούνιον του 1939 από τον Πειραιά με ολόκληρον το πλήρωμα. Κατευθυνθήκαμε στο Πρίντεζι Ιταλίας, εκείθεν στην Χάβρη της Γαλλίας. Ταξειδεύσαμε με το υπερωκεάνιο«Νορμανδία» φθάσαμε στην Νέαν Υόρκην εκείθεν σιδηροδρομικώς επί τέσσαρας ημέρας διασχίσαντες την Αμερικήν βρεθήκαμεν στη Ν. Ορλεάνην ένθα παρελάβαμεν το πλοίον.

Το S/S «Αδάμαστος» ήτο ένα πολύ καλό καράβι, αγορασθέν από Αμερικάνους στην Ν. Ορλεάνη, χωρητικότητας περί τους 4.000 τόννους. Μ’ αυτό κάμαμε μεγάλα ταξείδια. Από Καναδά ξύλα στο Ντούρμπαν.

Από Ισπανία αλάτι στο Μόζι Ιαπωνίας για πρώτην φοράν και τέλος από Μπουένος Άιρες Αργεντινής δι’ Αγγλίαν.

Εν τω μεταξύ είχε κηρυχθεί ο   Πολέμος. Η Ελλάς δεν είχε ακόμα εμπλακεί. Στο Μπουένος Άιρες που είμεθα προς φόρτωσιν τον Ιούνιον του 1940 μαθαίναμε τα του πολέμου ότι εισέβαλε η Γερμανία στην Γαλλία και εγίνοντο μάχες μεγάλες με πάντα νικητάς τους Γερμανούς, ότι τα γερμανικά υποβρύχια έκαμαν θραύση στα συμμαχικά καράβια και ότι ήταν ο κόσμος κατατρομαγμένος από τας στρατιωτικάς επιτυχίας της Γερμανίας.

Ο φόβος των ταξειδιών ήτο μεγάλος διότι τα γερμανικά υποβρύχια είχαν γεμίσει τις θάλασσες και κάθε ημέραν μαθαίναμε τορπιλλισμούς και απώλειες καραβιών με τα πληρώματα.

Σ’ αυτήν την ψυχολογικήν κατάστασιν ευρισκόμεθα στο Μπουένος Άϊρες, οπότε ήλθε διαταγή φορτώσατε σιτάρι με κατεύθυνσιν την Αγγλίαν!

Πολλοί θέλαμε να εγκαταλείψουμε το καράβι και να μείνουμε στην Αργεντινή αλλά δεν ήτο εύκολο πράγμα.

Είχαμε τέλος την ελπίδα ότι επειδή η Ελλάς δεν βγήκε στον πόλεμο με καμμία παράταξιν και να συναντούσαμε υποβρύχια τουλάχιστον δεν θα μας σκότωναν. Έτσι πάντα με φόβο και με βαργιά καρδιά απεφασίσαμε να κάμουμε και αυτό το ταξείδι και ό,τι ο Θεός προστάξει.

Αφού φορτώσαμε σιτάρι αναχωρήσαμε μέσα Ιουνίου με κατεύθυνση το Λας Πάλμας στις Καναρίους Νήσους και εκείθεν θα παίρναμε νέες διαταγές.
Φθάσαμε στο Λας Πάλμας και ηύραμε εκεί μεγάλο αναστατωμό λόγω του ότι τα Κανάρια νησιά, κτήσις Ισπανική και ουδετέρα, μπαινοβγαίναν στο λιμάνι τα καράβια όλων των κρατών εχθρικά και μη, δηλαδή γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, κ.λ.π. και γινόταν ένας τρομερός σάλος και αι διαδόσεις η μνια τραγικότερη από την άλλην. Διεδίδετο δηλαδή πως χθες έξω του νησιού έγινε μνια μικροναυαμαχία και βούλιαξαν καράβια. Άλλος έλεγε πως υποβρύχια καραδοκούν μερικά μίλια έξω του λιμανιού και περιμένουν να βγουν τα φορτηγά να τα βυθίσουν.

Έλεγαν πως σχηματίζεται μνια νηοπομπή που θα την συνοδεύσουν αγγλικά πολεμικά για την Αγγλία και ότι μ’αυτήν την νηοπομπή θα πάμε κι εμείς.
Και τέλος οργίαζαν αι διάφοροι διαδόσεις και μας κάμαν να χάσουμε το θάρρος μας και να συλλογιζόμεθα την δύσκολη θέση μας και να αναπολούμε την ξηράν και τους δικούς μας που τόσο μακριά είναι και δεν ξεύρουμε πως περνάν και ποιά τύχη περιμένει κι εμάς.

Τέλος, με πολλές αντιρρήσεις του πληρώματος και διάφορες σκέψεις απεφασίσαμεν να αναχωρήσουμε μη αναμένοντας την νηοπομπήν (κομβόι) που έλεγαν ότι θα σχηματισθεί αλλά μόνοι μας δηλαδή δίχως καμμιάν προστασίαν από πολεμικά σκάφη.
Και άρχισε το ταξείδι μας για την Αγγλία που, όπως θα ιδούμε πιο κάτω, δεν κατορθώσαμε να φθάσουμε. Οι καιροί ήταν καλοί, ξεύραμε ότι ταξειδεύουμε σε επικίνδυνες ζώνες, σε μέρη δηλαδή που πιθανόν να μας συναντήσουν πολεμικά και ναι μεν το καράβι έφερε ελληνικήν σημαίαν και η Ελλάς ήτο ακόμα ουδετέρα, το φορτίο όμως προορίζετο για την Αγγλία και φυσικά ήταν εχθρικό των Γερμανών.

Όλοι μας είχαμε σχηματίσει μνιαν αόριστον φαντασία και υπόνοιαν πως αυταίς ταις ημέρες θα συναντούσαμε υποβρύχια και κάθε τόσο σαν θύμηση σαν αστείο λέγαμε μεταξύ μας;

- Φάνηκε!

Σαν αοράτως να το περιμένουμε πως κάποτε θα φανή κάποιο πολεμικό καράβι...

Ταξειδεύαμε ολοταχώς για το Έβεν Μάουθ, για εκεί έλεγε η διαταγή του Αγγλικού Ναυαρχείου που μας εδόθη στο Λας Πάλμας, οπότε ένα αντιτορπιλικό μας πλησίασε (έφερε τον αριθ. 14) ήτο Αγγλική περίπολος και αφού διαπίστωσε που κατευθυνόμεθα μας εχαιρέτισε μας κατευόδωσε και απομακρύνθηκεν.
Καθ΄όλην αυτήν την ημέραν παρατηρούσαμε δεξιά κι αριστερά μας διάφορα πλεούμενα μπάλες, κάσες, ξύλα, σαν να προήρχοντο από ναυάγια και φυσικά είχαμε υποψίες μήπως όλα αυτά προήρχοντο από κάποιο τορπιλλισθέν καράβι...Και απεδείχθη ότι η υποψία μας ήταν σίγουρη.

Είχαμε συνεννοηθεί μεταξύ μας το τι θα κάμουμε αν παρουσιαζόταν εχθρικό πολεμικό ή υποβρύχιο. Είχαμε πάντα κοντά μας σωσίβια καθώς και σε μέρη επίκαιρα, ώστε αμέσως να τα μεταχειρισθούμε.

Έτσι ταξειδεύουμε με φόβο βέβαια αλλά και με ελπίδα ότι θα φθάναμε στον προορισμό μας δίχως κακό συναπάντημα.

Εξακολουθήσαμε το ταξείδι μας. Ήταν η 1η Ιουλίου (1940), ημέρα Δευτέρα και ώρα 4.05’ ώρα που η αλλάζει η φυλακή (βάρδια). Περπατούσα στην κουβέρτα κοντά στο αμπάρι Νο 3 οπότε δεξιά και περί τα 100 μέτρα βλέπω ξαφνικά να βγαίνει από την θάλασσα υποβρύχιον και να ρίχνει μίαν άσφαιρο βολή κατακόκκινη στο καράβι μας. Δύο τρεις ναύτες που βρέθηκαν να καθαρίζουν εκεί κοντά ένα βίντσι έσκυψαν μήπως τους χτυπήσουν τα βόλια της μικρής ειδοποιητικής κανονιάς. Κατάλαβα πως ήταν υποβρύχιο και ειδοποιούσε αμέσως με την βολή του να σταματήσουμε.

Έτρεξα αμέσως στην πόρτα του μηχανοστασίου και φώναξα δύο φορές στους μηχανικούς που ήσαν στην μηχανή.

- Παιδιά υποβρύχιο! Παιδιά υποβρύχιο!

 

«Η πέτρα του σκανδάλου», η φωτογραφία που απεικονίζει
το γερμανικό υποβρύχιο U-29 να βυθίζει το ελληνικό
πλοίο την 1η Ιουλίου του 1940. ΦΩΤΟ: Περίπλους ΝΜΕ

Και μπαίνοντας στην καμπίνα μου, ζώστηκα αμέσως το σωσίβιο παίρνοντας μαζί μου την φωτογραφία των παιδιών μου που είχα στο γραφείο μου και κατευθύνθηκα στην βάρκα που ήταν η θέσις μου.

Εν τω μεταξύ από την γέφυρα ειδοποίησαν με τον τηλέγραφο «Κράτει η μηχανή», αλλά με την νευρικότητά των, αντί «κράτει» ο δείκτης έδειξε «αργά». Έτσι η μηχανή έστρεφε πολύ αργά εμπρός.

Τέλος, ολόκληρο το πλήρωμα του καραβιού σε λίγα μόνο λεπτά της ώρας βρέθηκε μέσα στις δύο σωσίβιες σιδερένιες μεγάλες βάρκες.

Εγώ στην δεξιά και τελευταίος κατέβηκε ο υποπλοίαρχος Μιχάλης Χαλκιάς. Κόψαμε με το τσεκούρι το πλωργιό σκοινί της βάρκας μας, βάλαμε τα κουπιά και απομακρυνόμασταν του πλοίου μας. Εν τω μεταξύ ήλθε κοντά μας και η αριστερή βάρκα με τον πλοίαρχο και τους υπόλοιπους του πληρώματος. Τότε είδα πως η έλιξ του καραβιού μας δούλευε αργά από τα απόνερα που έκαμεν και μου είπαν οι μηχανικοί Β΄ και Γ΄ ότι δεν σταμάτησαν ολότελα την μηχανήν διότι ο τηλέγραφος έδειξε «αργά» από την γέφυρα και όχι «κράτει» όπως έπρεπε να σημάνουν.

Τότε είδαμε και την μικράν σημαίαν του υποβρυχίου που ήτο Γερμανική.

Αι δύο βάρκες πλησιάσαμε το υποβρύχιο. Ο πλοίαρχός του, ένας άνδρας περίπου 45 ετών με μικράν γενειάδαν με ναυτικό πηλίκιο, με στενό χρυσό σειρήτι.

Το πλήρωμά του, με πράσινα στρατιωτικά ρούχα, με ζώνην που στο κλείσιμο της είχε ένα χελιδόνι και έφερε το υποβρύχιο τον αριθμό 14. (Τι ειρωνία! και το αγγλικό αντιτορπιλικό έφερε τον αριθμό 14)

Ευρισκόμεθα τώρα πλευρισμένες αι δύο βάρκες στο υποβρύχιο. Ο πλοίαρχός του, αφού ηρώτησε τον δικό μας που κατευθυνόμεθα κ.λ.π., μας είπε με παρεφθαρμένην γλώσσαν αγγλικά.

- Σας δίδω μισή ώρα καιρό ήτοι 30 λεπτά. Μπορείτε να ανεβείτε στο καράβι σας, να πάρετε τρόφιμα, τσιγάρα, σκεπάσματα και έναν εξάντα (όργανο ναυσιπλοΐας) και να επιστρέψετε αμέσως. Μη βάλετε όμως το χέρι σας στον ασύρματο για να ειδοποιήσετε τους εχθρούς μας, διότι θα σας σφάξω όλους.

Εν τω μεταξύ, επειδή η μηχανή του «Αδάμαστου» όπως είπα πιο πάνω ειργάζετο αργά, το καράβι είχε απομακρυνθή, ο πλοίαρχος του υποβρυχίου δύο φορές μας ερυμούλκησε (διότι έσπασε ο κάβος ρυμουλκήσεως). Μας πήγε αρκετά κοντά στο καράβι μας και εμείς αρχίσαμε να κωπηλατούμε για να φθάσουμε και να ανεβούμε σ΄ αυτό, ώστε να πάρουμε ό,τι χρήσιμο θα μπορούσαμε.

Εν τω μεταξύ φανερώθηκε και δεύτερο γερμανικό υποβρύχιο και συνεννοείτο με σήματα με το προηγούμενο.

Ένας ναύτης δικός μας, νομίζοντας πως εκείνα τα σήματα αφορούσαν εμάς και μας διέταζαν να απομακρυνθούμε, του πλοίου μας, είπε στον πλοίαρχο.

- Καπετάν Γιάννη, μας κάμουν σήματα να απομακρυνθούμε... Έτσι, σταματήσαμε ταις βάρκες και την προσπάθεια να ανεβούμε στο καράβι μας. Τέλος τα υποβρύχια, όταν είδαν πως εμείς δεν έχουμε την πρόθεσιν να πάμε στον «Αδάμαστο» και επειδή η ώρα περνούσε και υπήρχε φόβος να παρουσιασθούν αγγλικά πολεμικά και επειδή λυπήθηκαν την τορπίλλη άρχισαν να κανονιοβολούν τον «Αδάμαστο» με σφαίρες κανονιού και αφού έριξαν πέριξ της ισάλου γραμμής του πλοίου μας αρκετές, έμειναν όπως και εμείς αρκετήν ώραν θεαταί δίχως να φανεί στον ορίζοντα ούτε ίχνος καπνού.

Τέλος, σιγά σιγά ο «Αδάμαστος»εβυθίζετο και σε μνια στιγμή σηκώθηκε η πλώρη του σαν να μας χαιρετούσε και το ωραίο καράβι μας χάθηκε στο βάθος του Ωκεανού. Σε λίγη ώρα πλησιάσαμε στο ναυάγιο και περισυλλέξαμε από ταίς άλλες βάρκες που επέπλευσαν κουπιά, σχοινιά κλπ.

Επέπλευσαν και μερικά ζωντανά πρόβατα τα οποία οι ναύται Γερμανοί του υποβρυχίου συνέλεξαν για γεύμα.



Ο Otto Schuhart (1/4/1909-10/3/1990)
ήταν ο κυβερνήτης του Uboat 29
από της 4/4/1939 έως 2/1/1941.
Πραγματοποίησε 7 περιπολίες,
βύθισε 12 εμπορικά συμμαχικά πλοία
67.227 τόνων συνολικά. Στις 17/9/1939
βύθισε αύτανδρο το αεροπλανοφόρο
HMS“Courageous”.Ήταν το πρώτο
βρετανικό πολεμικό πλοίο που
χάθηκε στον Β’ ΠΠ. Ο Schuhart
τιμήθηκε για την πολεμική του
δράση με το Σιδηρούν Σταυρό.
ΦΩΤΟ: www.uboat.net


Έτσι χάσαμε το καράβι μας και μείναμε στον Ωκεανό οι 25 ναυαγοί μέσα σε δύο βάρκες μακρυά περί τα 500 ναυτικά μίλια από την ξηράν. Το στίγμα που βυθίστηκε ο «Αδάμαστος» ήτο: Β. Πλάτος 46ο20’ Δ. Μήκος 14ο 32’ 30’. «Αδάμαστος» πλέον δεν υπάρχει. Απ΄το περίφημο καράβι έμειναν οι δύο βάρκες και το εξ 25 ανδρών πλήρωμά του(ευτυχώς που δεν συνέβη κανένα δυστύχημα) που έμεινε τώρα έρμαιο στην μέση του ωκεανού. Τώρα πλέον δεν υπάρχει άλλη σωτηρία ειμή μνια προσέγγισις στην ξηρά οπουδήποτε, ή μνια καλή συνάντησις με άλλο πλοίο που θα μας σώσει.

ράδιαζε και σκοτείνιαζε. Απεφασίσαμε να δέσουμε ταις δύο βάρκες με ένα μακρύ σκοινί για να μη χαθούμε. Βάλαμε τα κουπιά σηκώσαμε τα μικρά τους πανιά και με το μικρό κυματάκι και τον λίγο αγέρα πήραμε μνια κατεύθυνσιν προς τας Ισπανικάς ακτάς, κατά τους υπολογισμούς των πλοιάρχων μας.
Κατά την ημέραν λύναμε τον κάβο και η μία κατόπιν της άλλης έπλεαν οι βάρκες σχεδόν στο άγνωστο, μέσα στον Ωκεανό. Από τρόφιμα!!! Εκτός από μικρά δοχεία με άσπρες τετράγωνες γαλέτες άνοστες,που όταν ταις έτρωγες σου ερχόταν αναγούλα, μόνο λίγο νερό σε μικρά βαρελάκια που πίναμε από ένα μικρό ντενεκεδάκι, μόλις και βρέχαμε τα χείλη μας γιατί δεν ξεύραμε πόσον καιρό θα μέναμε σ΄ αυτήν την κατάστασιν.

Ευτυχώς δεν είχε φουρτούνα, ούτε βροχή είχε αλλιώς δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε. Όλων τα μάτια ερευνούσαν τον ορίζοντα μήπως παρουσιασθεί καμνιά κάπνα καραβιού ή μήπως ιδούμε κανένα πλεούμενο, μεγαλύτερο φυσικά από τις βάρκες μας, για να μας σώσει.

Ζωσμένοι με τα σωσίβια για να μην κρυώνουμε περνούσαμε ταις ώρες μας μέσα σταις βάρκες στην μία 13 και στην άλλην 12. Ταξειδεύουμε αναπολώντας τους δικούς μας που δεν ξεύραν φυσικά την ταλαιπωρία μας. Ούτε ύπνος μας ερχόταν, βέβαια, ούτε και μέρος κατάλληλο είχαμε να ξαπλώσουμε. Φόβος μας έπιανε μήπως πιάσει καμμιά φουρτούνα ή καμμιά βροχή και τότε ασφαλώς η θέσις μας θα ήταν τραγική. Έτσι περάσαμε το πρώτο εικοσιτετράωρο κατόπιν το δεύτερο και εν συνεχεία το τρίτο δίχως να βλέπουμε πουθενά σωτηρία. Τώρα φθάσαμε και περνούσαμε την τέταρτη ημέρα από του ναυαγίου και πουθενά στεργιά. Στριμωγμένοι ο ένας κοντά στον άλλον, μοιρολογούσαμε την τύχη μας.

Η βάρκα μας λίγο πιο μικρή, πάντα προηγείτο της άλλης περί τα 300 μέτρα. Την τετάρτην ημέραν το απόγευμα βλέπουμε στην πισινή μας βάρκα χειρονομίες και φωνές. Ολόρθοι μας έκαμαν σημεία να ιδούμε μπροστά μας. Και πράγματι προσέξαμε πολύ βαθιά στον ορίζοντα καπνό, άρα καράβι. Αλλά έρχεται προς εμάς ή πηγαίνει με τη πορεία μας;

Όλων τα μάτια τώρα παρακολουθούν τον ορίζοντα και το ότι ο καπνός προέρχεται από καράβι που με μεγάλους ελιγμούς πότε μας πλησιάζει και πότε απομακρύνεται. Μαζέψαμε το πανί της βάρκας, βάλαμε τα κουπιά και αρχίσαμε να κωπηλατούμε με κατεύθυνση τον καπνό του καραβιού. Ρίξαμε ρουκέτες, ανάψαμε στουπιά, κάναμε κανό και τέλος μετά πολλή ώρα φαίνεται ότι μας αντελήφθησαν από το καράβι και μας πλησίαζαν.

Σε λίγη ώρα παρουσιάσθηκε μπροστά μας το S/S “Orcades” ένα θαυμάσιο αγγλικό καράβι εξοπλισμένο με κανόνια, τορπίλλες, αντιαεροπορικά κ.λ.π. Σωθήκαμε!

Κατεβάζουν σχοινιά, σκάλες, ανακόπτει ταχύτητα και τέλος σκαρφαλώνουμε ένας ένας και ανεβαίνουμε στον σωτήρα μας. Εγκαταλείπουμε ταις βάρκες και το καράβι βάζει ολοταχώς για τον προορισμό του.

Οι Άγγλοι μας περιποιήθηκαν, μας έδωσαν όλα τα εφόδια να πλυθούμε να φάμε και κατάλληλο θέσιν να κοιμηθούμε. Το “Orcades” υπερωκεάνειο 25 χιλ. τόνων της “Orient Line” με δύο χιλιάδες επιβάτας, Ολλανδούς ως επί το πλείστον, και με 300 ναύτας του αγγλικού πολεμικού ναυτικού διευθύνετο από Αγγλίαν μέσω Γιβραλτάρ – Κείπ Τάουν προς Βατάβιαν (ολλανδικές κτήσεις). Θα διήρχετο από το Γιβραλτάρ, θα άφηνε εκεί τους 300 ναύτας και θα εξακολουθούσε το προλεχθέν ταξείδι του.
Το στίγμα που μας εύρε το “Orcades”: Β. Πλάτος 44ο 12’ Δ. Μήκος 11ο00’

Τέλος φθάσαμε στο Γιβραλτάρ στας 6 Ιουλίου και αγκυροβολήσαμε. Ο πλοίαρχος και ο εκεί πράκτωρ ήθελαν να μας αποβιβάσουν στο Γιβραλτάρ και να μας διανείμουν, το πλήρωμα δηλαδή των ναυαγών,σε ελληνικά καράβια ευρισκόμενα εκεί και περιμένοντα κομβόι (νηοπομπή) για να αναχωρήσουν.
Φέραμε μεγάλας αντιρρήσεις διότι που θα πηγαίναμε; Δίχως ρούχα, δίχως φυλλάδια και κατακουρασμένοι από την περιπέτειαν;

Τέλος, κατόπιν πολλών προσπαθειών παρακαλέσαμε τον πλοίαρχο του S/S “Orcades” να μας πάρει μαζί του και να μας αποβιβάσει στον πρώτον λιμένα που θα προσεγγίσει. Ευτυχώς, ο πλοίαρχος εδέχθη και μας παρέλαβε μαζί του με κατεύθυνση το Κέιπ-Τάουν.

Στο S/S “Orcades” με κάλεσε ο Α’ μηχανικός στο δωμάτιό του και με άλλους Άγγλους αξιωματικούς με περιποιήθηκε ιδιαιτέρως και σαν συνάδελφος και σαν ναυτικός και σαν σύμμαχος αφού πηγαίναμε φορτίο στην πατρίδα του.
Όλοι οι ναυαγοί του «Αδάμαστος» είχαμε μεγάλην περιποίησιν από τους επιβάτες και μας είχαν σαν Ήρωες που σωθήκαμε από τον γερμανικό τορπιλλισμό.

Τέλος, κατόπιν ενός καλού ταξειδιού, δίχως άλλο συμβάν, φθάσαμε στο Κέιπ-Τάουν στας 22 Ιουλίου. Και με ενέργειες του ελληνικού προξενείου εξήλθαμεν στην ξηράν υπό εγγύησιν όμως και κάθε μέρα δίδαμε στας τοπικάς αρχάς το παρόν ως αλλοδαποί που η πατρίς μας ακόμα δεν εξήλθε στον πόλεμο.
Στο Κέιπ –Τάουν το μεν κατώτερο πλήρωμα παρέμεινε σε ελληνικό ξενοδοχείο, ενώ οι αξιωματικοί δηλαδή, οι Α, Β΄ και Γ ΄μηχανικοί, ο ασυρματιστής και οι πλοίαρχοι παραμέναμε στο Lancham Hotel.

Στας 28 Ιουλίου ημέρα Κυριακή, η Ελληνική παροικία του Κέιπ Τάουν, προς τιμήν των ναυαγών, κατόπιν λαμπράς δοξολογίας στον εκεί Ορθόδοξο Ναό του Αγ. Γεωργίου, χοροστατούντος του αρχιμανδρίτου Νεοφύτου Χαροντάκη, μας οδήγησαν σε ειδική ωραίαν αίθουσαν όπου διεσκεδάσαμεν κι εγνωρίσαμε πολλούς Έλληνας ως επί το πλείστον καλώς αποκατεστημένους.

Στο Κέιπ Τάουν παραμείναμε δύο μήνας. Η ζωή μας εκεί από όλας τας απόψεις ήτο πάρα πολύ καλή. Είχαμε καλό ξενοδοχείο, επίσης πολύ καλή τροφή και αι διασκεδάσεις με φίλους που αποκτήσαμε εκεί δεν έλειπαν. Εν τούτοις μας έτρωγε το σαράκι. Τι να γίνονται αι οικογένειές μας; Πώς θα κατορθώσουμε να συναντηθούμε από ένα τόσο μεμακρυσμένο τόπο;

Στας 13 Αυγούστου 1940απέστειλα τηλεγράφημα στην Αλεξάνδρα και έλαβα απάντησιν στις 15 Αυγούστου ότι όλοι είναι καλά.

Μαθαίναμε τρομερά τα του πολέμου. Όλος ο κόσμος ξεσηκωμένος. Εδώ όμως είχαμε ησυχία διότι ούτε ντουφέκι ούτε κανόνι ακουγόταν. Εγένοντο προσπάθειες από την Εμπορικήν Ναυτιλίαν οπωσδήποτε να μας μεταφέρουν στην Ελλάδα. Τέλος μάθαμε στας 21 Σεπτεμβρίου ότι κατ’ αυτάς θα διήρχετο Ελληνικό φορτηγό που θα κατευθύνετο για το Πορτ-Σάιτ και θα μας έπαιρνε μαζί του.

Στας 22, πράγματι, έφτασε τοS/S «Αιγεύς» και παραλαβόντες τα ολίγα ρούχα μας κ.λ.π. εισήλθομεν σ΄ αυτό στας23 Σεπτεμβρίου. Παραμείναμε στην Ράδα και τέλος στας 24 Σεπτεμβρίου μεσημβρία, αναχωρήσαμε απ’ το φιλόξενο Κέιπ Τάουν με κατεύθυνση το Πόρτ-Σάιτ και εκείθεν δια Πειραιά.
Το S/S «Αιγεύς» ένα παλιοκάραβο (Χιακής ιδιοκτησίας) φορτωμένο ξυλεία ήρχετο από τον Καναδά. Εισήλθε στο Γιβραλτάρ και προχωρούσε για την Αλεξάνδρειαν. Στα παράλια της Αφρικής γαλλικά αεροπλάνα το ηνάγκασαν να μη προχωρήσει. Επέστρεψε σε λιμένα της Αφρικής. Το Ελληνικόν πλήρωμα σχεδόν όλο το εγκατέλειψε εκεί. Ηναγκάσθη να προσλάβει ως πλήρωμα Τούρκους και διαφόρους ξένους ναυτικούς, να περάσει πάλιν από το Γιβραλτάρ, να περιπλεύσει ολόκληρον την Δυτικήν Αφρικήν, να φθάσει στο Κέιπ Τάουν και εκείθεν μέσον Σουέζ να ξεφορτώσει στην Αλεξάνδρειαν που ήτο ο προορισμός του.

Μ’ αυτό το παλιοκάραβο ήταν το τυχερό μας να διατάξει η Εμπορική μας Ναυτιλία να μας παραλάβει και να μας μεταφέρει στο Σουέζ που θα περνούσε και από εκεί με άλλο πλοίον πάλιν να φθάσουμε στην Ελλάδα οι ναυαγοί του S/S «Αδάμαστος».

Τέλος αφού επεβιβάσθημεν σ’ αυτό την 24η Σεπτεμβρίου του 1940 αναχωρήσαμε και ήδη ταξειδεύομεν με κατεύθυνση τον λιμένα Μομπάσα.
Αι ημέραι του ταξειδίου αυτού περνούν πολύ σκληραί. Το καράβι λόγω του φορτίου του με χαβαλέ ξυλείας δεν παρέχει απολύτως καμίαν άνεσιν. Βρωμιά, ακαταστασία, τροφή τραγική, η ταχύτης του πλοίου περί τα 6.5 μίλια ανά ώρα δίχως καμμία ασφάλεια.

Αναλογιζόμενοι το μήκος της διαδρομής που έχουμε να διανύσουμε με το σαράβαλο αυτό μας πιάνει ίλιγγος.

Τέλος στας 12 Οκτωβρίου πλευρίσαμε στον λιμένα Μομπάσα για παραλαβή καυσίμων. Εξήλθαμεν του πλοίου όλοι οι ναυαγοί και παρακαλέσαμε τας εκεί
Αγγλικάς αρχάς να μας επιτρέψουν να επιβιβασθούμε σε άλλο καράβι που υπήρχε εκεί (υπερωκεάνειο) για να μας μεταφέρει στο Πορτ-Σάιτ γρηγορότερα και ασφαλέστερα.

Αι εκεί Αγγλικαί αρχαί δεν μας το επέτρεψαν παρ΄ όλον ότι τους λέγαμε ότι εμείς ναυαγήσαμε από γερμανικό υποβρύχιο μεταφέροντας στην Αγγλία σιτάρι.
Αι απαίσιαι αγγλικαί αρχαί με βάρβαρον τρόπον, με βίαια μέσα, μας ηνάγκασαν πάλιν να επιβιβασθούμε και να αναχωρήσουμε με το S/S «Αιγεύς».

Τέλος με πολλές περιπέτειες και βασανισμένο ταξείδι φθάσαμε στο λιμένα του Άντεν την 24η Οκτωβρίου. Εδώ υπήρχαν και άλλα ελληνικά πλοία το «Κάτε» του Λυκιαρδόπουλου, ο «Πέτρος» του Γουλανδρή,κ.λ.π.

Εδώ στο αγκυροβόλιο του Άντεν την 28η Οκτωβρίου, με μεγάλην μας λύπην και αγανάκτησιν μάθαμε ότι εκηρύχθηκε ο πόλεμος Ελλάδος-Ιταλίας. Είναι απερίγραπτος ο αναστατωμός μας. Η κήρυξις του πολέμου μας ανησύχησε τρομερά. Αι τραγικαί ερωτήσεις: Τι θα γίνουμε; Πως θα κατορθώσουμε να φθάσουμε στις οικογένειές μας κ.λ.π.

Τέλος εδώ σχηματίσθη συνοδεία κομβόι από 28 πλοία ελληνικά φορτηγά και συμμαχικά. Προηγείτο ένα καταδρομικό επλαισίωναν αντιτορπιλλικά και διάφορα πολεμικά και την 3η Νοεμβρίου 1940 και ώραν 4 π.μ. εξεκίνησε το κομβόι δια Πορτ Σάιτ. Την 4η Νοεμβρίου, ημέραν Δευτέραν, και ώραν 10.30’ π.μ. εγένετο επίθεσις στην συνοδεία μας ακριβώς στο στενό πέρασμα της Ερυθράς από ιταλικά αεροπλάνα.

Ήρχισαν αυτά από αρκετό ύψος διακρινόμενα να ρίχνουν βόμβες στην συνοδεία των πλοίων μας μια εξ αυτών έπεσε πολύ κοντά στο προηγούμενο από το δικό μας, στο S/S «Κάτε» του Λυκιαρδόπουλου που την στήλην του νερού τη βλέπαμε πολύ κοντά.

Τότε άρχισαν να βάλουν τα πολεμικά της συνοδείας μας πυρά καταιγιστικά και εξηκολούθησε σωστός βομβαρδισμός. Τέλος απεχώρησαν τα Ιταλικά βομβαρδιστικά δίχως ευτυχώς να προξενήσουν καμμίαν ζημίαν στην συνοδείαν. Αν οι Ιταλοί είχαν θάρρος θα ήτο δυνατόν να μας βυθίσουν όλα τα πλοία συνοδείας.

Τέλος γλυτώσαμε από τον κίνδυνον αυτόν και με μεγάλην αδημονίαν εξακολουθήσαμε τον πλουν και την 10η Νοεμβρίου περί ώραν 1.30’ μ.μ. αγκυροβολήσαμε στην είσοδο του Σουέζ-Κανάλ.

Την 11η Νοεμβρίου οι ναυαγοί του «Αδάμαστος» κατόπιν διαταγής μετεπιβιβασθήκαμε σε διάφορα ελληνικά καραβιά με προορισμό την Ελλάδα. Εγώ, ο Β’ μηχανικός Γ. Χρυσάνθης, ο Γ’ Ν. Κοντομήτρος, ο Γ. Γκιζτήνης, ο Α. Γλαντζής, ο Γ. Πατσάρης μπήκαμε στο S/S «Πέτρος Γουλανδρής» και την 12η Νοεμβρίου φθάσαμε στο Πορτ-Σάιτ.

Την 13η Νοεμβρίου τηλεγράφησα στην Αλεξάνδρα ότι ευρίσκομαι εδώ δι’ Ελλάδα.

Την 15ην και ώραν 1μ.μ.Αναχωρήσαμεν με προορισμόν τον Πειραιά.

18 Νοεμβρίου, 4 π.μ. ευρισκόμεθα πλησίον του Κρητικού ακρωτηρίου Σιδέρη και την 19η Νοεμβρίου πλέοντες με συνοδεία πολεμικών και με τα πλοία «Κάτε», «Μαλιακός», «Πέτρος Γουλανδρής» αγκυροβολήσαμε μεσηβρίαν στον Πειραιά!

Στις 19 Νοεμβρίου 1940 ημέρα Τρίτη και ώρα 8.30’ μ.μ. έφθασα στην Νέα Ερυθραία στο σπίτι μας κατόπιν τόσων τραγικών περιπετειών.

*Α’ μηχανικός του S/S «Αδάμαστος»

http://perialos.blogspot.gr/2013/04/ss.html


Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Περίπλους»,  τεύχος80, σελ. 54, ΙΟΥΛ – ΣΕΠ. 2012. Έκδοση του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος)

 
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ενιαίος Ευρωπαϊκός Αριθμός Έκτακτης Ανάγκης