Τρίτη
9 Ιουνίου 2026
Ημερήσια ηλεκτρονική εφημερίδα, Αρ. φύλλου 5742RSS FEED
«Είμαστε όλοι Έλληνες»: Ο Λόρδος Βύρων θα το καταλάβαινε…
Γράφει ο
Τόνι Σίμπσον
Το 1812 αποδείχθηκε έτος καμπής στην Ευρωπαϊκή ιστορία, παρόλο που ότι έρχονταν δε θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό καθώς άρχιζε η χρονιά. Σε συνέχεια της Επανάστασης του 1789 στη Γαλλία οι Ναπολεόντιοι Πόλεμοι είχαν συγκλονίσει την ήπειρο επί σχεδόν δύο δεκαετίες. Ναυτικοί αποκλεισμοί και αντι-αποκλεισμοί παρεμπόδιζαν το εμπόριο μέσα και πέρα από την Ευρώπη. Στο Νότινγκχαμ και τις τριγύρω περιοχές η ένδεια και η ακραία στέρηση ήταν διαδεδομένη. Έχοντας μόλις επιστρέψει από περιηγήσεις στην Ευρώπη, ο εικοσιτετράχρονος Μπάιρον, ήταν ευαισθητοποιημένος απέναντι στη δυσαρέσκεια που έβραζε στα χωριά και πόλεις στην περιοχή του Νιούστεντ Άμπεϋ, της πατρογονικής εστίας της οικογένειας του στην εξοχή της Κομητείας του Νοτιγκχαμσάϊρ, στα βόρεια της πόλης. Στις αρχές της χρονιάς έγραφε σε ένα φίλο στο Δουβλίνο:

«Να υποθέσω ότι οι εφημερίδες σας έχουν πει για τις ταραχές στο Νοτς, τα σπασίματα αργαλειών και κεφαλιών και το ξεγέλασμα  του στρατού;»

Ο Μπάιρον επισκέφθηκε τα γειτονικά χωριά και είδε με τα μάτια του τι είχε συμβεί στις πολυάριθμες οικογένειες που εξαρτιόνταν από την υφαντοπαραγωγή για την επιβίωσή τους. Η θέση τους χειροτέρευε επί χρόνια. Ο ιστορικός Ε.Π. Τόμσον περιγράφει τι συνέβαινε καθώς οι υφαντές -γνωστοί επίσης λόγω του παραγόμενου προϊόντος τους και σαν «καλτσοποιοί» - stockingers- οδηγούνταν στην φτώχεια εξαιτίας του μακρόχρονου πολέμου:

Ο αργαλειός καλτσοπλεκτικής ήταν πιο ακριβό μηχάνημα από τους περισσότερους χειροκίνητους αργαλειούς. Αυτή η βιομηχανία ήταν υπό τον έλεγχο των εμπόρων καλτσών ενώ την κατασκευή αναλάμβαναν οι παραγωγοί που δούλευαν στα σπίτια τους ή σε μικρές βιοτεχνίες. Αν και μερικοί παραγωγοί είχαν τους δικούς τους αργαλειούς, μετά το 1800 αυτοί περιήλθαν σταδιακά στην ιδιοκτησία των εμπόρων ή ανεξάρτητων σπεκουλαδόρων που επένδυαν μικρά ή μεγαλύτερα ποσά σε αργαλειούς, τους οποίους και νοίκιαζαν λίγο πολύ όπως οι ιδιοκτήτες γης κτήματα. Και έτσι, στα γενικά παράπονα σχετικά με τις περικοπές των ημερομισθίων και τις εργασιακές συνήθειες προστέθηκε η διαδεδομένη δυσαρέσκεια για τα νοίκια των αργαλειών. Πρακτικά, οι έμποροι-ιδιοκτήτες είχαν δύο εναλλακτικούς τρόπους μείωσης των ημερομισθίων:  Τη μείωση της τιμής της εργασίας, ή την αύξηση των ενοικίων των αργαλειών. … οι πλέον ασυνείδητοι εργοδότες υπονόμευαν τις συνθήκες ολόκληρου του παραγωγικού κλάδου  [*1 The Making of the English Working Class, Penguin Books 1968, p.579]

Τα παράπονα των καλτσοπλεκτών ήταν σύνθετα, εξηγεί ο Τόμσον, καθιστώντας απαραίτητο για την κατανόησή τους το να δώσουμε προσοχή στις λεπτομέρειες του επαγγέλματος. Γράφει:

«Στα Μίντλαντς κατασκευάζονταν όχι μόνο απλές ή περίτεχνες κάλτσες αλλά και γάντια, περιπόδια, πουλόβερ, πανταλόνια, γραβάτες και ποικίλα άλλα είδη. … Αλλά όλα τα παράπονα περιστρέφονταν γύρω από τους διάφορους τρόπους με τους οποίους οι πιο ασυνείδητοι έμποροι επεδίωκαν να κάνουν οικονομία στην εργασία και να ρίξουν το κόστος παραγωγής. Σε μερικά χωριά η πληρωμή εις είδος («carting») ήταν τόσο διαδεδομένο που σχεδόν υποκατέστησε την καταβολή ημερομισθίων. Η πληρωμή της εργασίας εξαρτάτο από περίπλοκους υπολογισμούς τιμής με το κομμάτι. Οι υφαντουργοί έπρεπε να αφαιρούν από τα ανεπαρκή ημερομίσθια τους τα κόστη για ραφές, βελόνες, λιπαντικό λάδι, προσκόμιση και μεταφορά προϊόντος κλπ. Οι λεγόμενοι «κακοί καλτσέμποροι», ασυνείδητοι μεσάζοντες, ή παρεμβαλλόμενοι, επισκέπτονταν τα χωριά πείθοντας τους καλτσοποιούς που είχαν μείνει άνεργοι, ή που ήθελαν να γλυτώσουν τη χρονοτριβή της μεταφοράς του προϊόντος τους στις μεγάλες αποθήκες των καλτσεμπόρων στο Νότινγκχαμ, να δουλέψουν με αμοιβές μικρότερες των αποδεκτών. Αλλά τα πιο βαριά παράπονα αφορούσαν τις πρακτικές του “cut-ups” και του “colting”».

Οι κάλτσες τύπου “cut-ups” κατασκευάζονταν από μεγάλα κομμάτια πλεκτού υφασμένου σε φαρδύ αργαλειό, που αφού κόβονταν στο κατάλληλο σχήμα ράβονταν σχηματίζονταν κάλτσες. Το είδος ήταν φτηνό, και –συγκρινόμενο με το προϊόν παραδοσιακού αργαλειού- μπορούσε να παραχθεί σε μαζική κλίμακα.

Οι υφαντουργοί και πολλοί ιδιοκτήτες βιοτεχνιών υποστήριζαν ότι τα προϊόντα αυτά ήταν κατώτερης ποιότητας, ότι οι ραφές άνοιγαν, και ότι υπονόμευαν την κάλτσα που ήταν φτιαγμένη με επαγγελματικό μεράκι. Το παράπονο αυτό οδηγούσε ευθέως σε ένα άλλο, για την πρακτική του “colting”, ήτοι την απασχόληση ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού ή πάρα πολλών εκπαιδευόμενων. Οι φτηνιάρικες αυτές μέθοδοι παραγωγής ενθάρρυναν την εισαγωγή χαμηλόμισθης και ανειδίκευτης εργασίας. Όπως παρατηρεί ο Τόμσον, το πλέξιμο με μηχανικούς αργαλειούς είχε εκφυλισθεί σε «ατιμωτικό» εμπόριο.

Από το 1807 και μετά τα ημερομίσθια έπεφταν, φθάνοντας ένα τρίτο χαμηλότερα ως το 1811. Ο Τόμσον υποθέτει ότι το 1811-12, «κάποιοι καλτσέμποροι οι οποίοι πλήρωναν τις παραδοσιακές τιμές και δεν έφτιαχναν “cut-ups” συμμερίζονταν ενεργά τους στόχους των Λουδδιτών, αν όχι και τις μεθόδους τους», καθώς ο Λουδδιτισμός στο Νόττιγκχαμ ήταν πολύ επιλεκτικός. Σπάζονταν εκείνοι μόνο οι μηχανικοί αργαλειοί που παρήγαγαν υποτιμημένο ή “cut-up” προϊόν. Επίσης όταν κομματιάζονταν προϊόντα, πάνω στον αργαλειό ή κατασχεμένα από το κάρρο του μεταφορέα, καταστρέφονταν τα “cut-ups” ενώ τα ολόκληρα κομμάτια ύφασμα με ολόπλευρη ούγια αφήνονταν απείραχτα.

Η κύρια φάση του Λουδιτισμού στο Νότιγκχαμ εκτυλίχθηκε μεταξύ Μαρτίου 1811 και Φεβρουαρίου 1812, με αποκορύφωμα μεταξύ Νοεμβρίου και Ιανουαρίου. Στη διάρκεια αυτής της φάσης καταστράφηκαν σχεδόν 1000 μεγάλοι αργαλειοί αξίας 6000 ως 10000 λιρών, και διάφορα είδη υπέστησαν ζημιές. Αυτό ήταν το κλίμα μέσα στο οποίο ο Μπάιρον υπερασπίστηκε τους γείτονές του γύρω από το Νιούστεντ. Ο Καρλ Μαρξ εξέτασε το θέμα βαθύτερα όταν σχολίαζε, στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου:

Η τεράστια καταστροφή μηχανημάτων που συνέβη στις Αγγλικές βιομηχανικές περιοχές στη διάρκεια των πρώτων δεκαπέντε χρόνων αυτού του αιώνα, κυρίως εξαιτίας της χρησιμοποίησης των μηχανικών αργαλειών, και που είναι γνωστή σαν το κίνημα των Λουδιτών, έδωσε στις αντι-Ιακωβινικές κυβερνήσεις των Σιντμάουθ, Κάσλρη, και άλλων τέτοιων, αφορμή για τα πιο αντιδραστικά και καταπιεστικά μέτρα. Χρειάστηκε και χρόνος και συγκέντρωση πείρας προτού ο κόσμος της εργασίας μάθει να κάνει διάκριση μεταξύ των μηχανημάτων και της αξιοποίησής τους από το κεφάλαιο, και να κατευθύνει τις επιθέσεις του όχι κατά των υλικών μέσων παραγωγής αλλά κατά του τρόπου με τον οποίο αυτά χρησιμοποιούνται.

Το όνομα «Νέντ Λαντ» (Ned Ludd) κατέχει δεσπόζουσα θέση σε αυτή την ιστορία, παρόλο που ο ίδιος ο Μπάϊρον προσεκτικά αποφεύγει να το χρησιμοποιήσει στον δικό του πύρινο λόγο. Αναφερόμενο μερικές φορές σαν «Στρατηγός Λούντ», ή ακόμα και «Βασιλιάς Λαντ», το ψευδώνυμο αυτό εμφανίζεται σε ποικίλα μέρη όπου οι καλτσοποιοί μαζεύονταν για να υπερασπιστούν τις ζωές τους.

«NO GENERAL BUT LUDD
MEANS THE POOR ANY GOOD»
(Κανείς στρατηγός παρά ο Λαντ
Δε θέλει τίποτα καλό για το φτωχό)

Αυτή ήταν η διακήρυξη που αναγράφτηκε στον παλιό πίνακα ανακοινώσεων που περιγράφεται στο βιβλίο του Τόμσον. Ο χαρακτήρας αυτός ξεκάθαρα εξήψε την φαντασία των υφαντουργών των αρχών του 1800, που άμεσα χαρακτήρισαν τους εαυτούς του ακόλουθούς του. Μερικά χρόνια νωρίτερα, το 1779, όπως λέγεται, ένας υφαντουργός με αυτό το όνομα που ζούσε κοντά στο Λέστερ, γύρω στα 20 μίλια νότια του Νότινγκχαμ, έσπασε δύο αργαλειούς στη διάρκεια αυτού που περιγράφτηκε σαν έκρηξη πάθους. Τα νέα για το περιστατικό αυτό διαδόθηκαν, και όποτε σαμποτάρονταν αργαλειοί ο κόσμος έλεγε αστειευόμενος «τόκανε ο Νεντ Λαντ». Ανεξάρτητα από το αληθές αυτής της ιστορίας, μέχρι το 1811, ο Στρατηγός Λαντ είχε καταστεί μια λαοφιλής φιγούρα μεταξύ των υφαντουργών και στις κοινότητές τους, ίσως με ένα τρόπο παρόμοιο με αυτόν της ιστορίας του Ρομπέν των Δασών του Σέργουντ σε παλιότερες εποχές.

Ο Νεντ Λαντ και οι οπαδοί του μπήκαν στο Άρνολντ, μια μικρή πόλη βόρεια του Νότινγκχαμ, στις πρώτες βδομάδες του 1811. Οι υφαντουργοί μπήκαν σε εργαστήρια και αφαίρεσαν τα σύρματα από τους μηχανικούς αργαλειούς που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή “cut-ups”. Άμεση δράση παρόμοιας μορφής υιοθετήθηκε γρήγορα από πλέκτες σε άλλα χωριά του Νοτινγκχαμσάϊρ στη διάρκεια του Φεβρουάριου και Μάρτιου. Η αφαίρεση αυτών των τμημάτων των μηχανών, που αποτελούσε αχρήστευση παρά καταστροφή, αντανακλούσε την οξυδέρκεια και την οργάνωση που χαρακτήριζε τις Λουδιτικές εκστρατείες μέσα και γύρω από την περιοχή του Νότινγκχαμ. Η εκστρατεία αυτή ήταν λοιπόν ήδη υπό εξέλιξη όταν ο Μπάιρον γύρισε στην Αγγλία από τη Μάλτα τον Ιούλιο του 1811. Στη διάρκεια του επόμενου χειμώνα, επρόκειτο να δει πρώτο-χέρι την απελπισία των γειτόνων του στο Νότινγκχαμ που ακολουθούσαν το Στρατηγό Λατ. [*The Luddite Rebellion, Brian Bailey, p16, Sutton Publishing, 1998]

Ταραχές ξαναφούντωσαν στις 4 Νοεμβρίου 1811 στο Μπούλουελ, επίσης βόρεια του Νότινγκχαμ. Αυτή ήταν η λεγόμενη «Νύχτα των Αταξιών». Η ένταση συνέχισε να ανεβαίνει και, βδομάδες μετά, μέσα Δεκέμβρη, υφαντουργοί που είχαν διωχτεί από τις δουλειές τους μπήκαν σε σπίτια και έσπασαν επιλεγμένους μηχανικούς αργαλειούς στη διάρκεια ταραχών που κράτησαν αρκετές μέρες.

Πολύ γρήγορα στρατός, 900 ιππείς και 1000 πεζικό, στάλθηκαν στο Νότινγχαμ με διαταγές να καταπνίξουν τις ταραχές. Δύο επιπλέον συντάγματα έφθασαν στις αρχές του νέου έτους. Η αντίδραση αυτή του Υπουργείου Εσωτερικών δείχνει το μέγεθος του πανικού της κυβέρνησης. Ο Νόμος Των Αργαλειών στάλθηκε επί τροχάδην στο Κοινοβούλιο ώστε να καταστεί το σπάσιμο αργαλειών έγκλημα που επέσυρε την θανατική ποινή.

Ο Μπάιρον ήταν στο κέντρο της δράσης. Στις 25 Φεβρουαρίου 1812, ξεκίνησε τη διατύπωση της δικής του εκτίμησης σχετικά με το τι συνέβαινε μέσα και γύρω από το Νότιγχαμ με ένα γράμμα προς το Λόρδο Χόλλαντ, αρχηγό των Ουϊγκς, που ήταν αντιπολίτευση στην τότε κυβέρνηση υπό τον πρωθυπουργό Σπένσερ Πέρσιβαλ, ο οποίος επρόκειτο να δολοφονηθεί στο Ουεστμίνστερ λίγες βδομάδες μετά από επιχειρηματία οργισμένο από τη μη παροχή αποζημιώσεων για τις ζημιές στο εμπόριο με τη Ρωσία, που αντιστέκονταν και, τελικά, νίκησε τις Γαλλικές στρατιές εισβολής. Από το τι γράφει φαίνεται καθαρά ότι ο Μπάιρον καταλάβαινε πολύ καλά τα παράπονα των υφαντουργών. Μας λέει:

«Θεωρώ τους παραγωγούς μια άκρως αδικημένη ομάδα ανθρώπων που θυσιάστηκαν στο βωμό των απόψεων μερικών ατόμων που πλούτισαν ακριβώς χάρη στις πρακτικές αυτές που αποστέρησαν τους υφαντές εργάτες από τη δουλειά τους. Για παράδειγμα: Με την υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου τύπου μηχανικού αργαλειού ένας άνθρωπος κάνει τη δουλειά επτά – και έτσι έξη ρίχνονται εκτός εργασίας. Αλλά πρέπει να παρατηρήσουμε ότι το προϊόν που παράγεται έτσι είναι κατά πολύ κατώτερο σε ποιότητα, σχεδόν εντελώς μη-εμπορεύσιμο στο εσωτερικό, και βιαστικά παραγόμενο με στόχο την εξαγωγή».

Φυσικά, τα θέματα αυτά επρόκειτο να τα πραγματευθεί σε βάθος ο Μπάϋρον όταν απευθύνθηκε στη Βουλή των Λόρδων, για πρώτη φορά, δύο μέρες μετά, στις 27 Φεβρουαρίου. Συνεχίζει:

«… Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να θυσιαστεί το ανθρώπινο είδος στο βωμό των βελτιώσεων των Μηχανισμών. Η επιβίωση και άνθηση των εργατικών φτωχών είναι αντικείμενο μεγαλύτερης σημασίας για την κοινότητα παρά ο πλουτισμός λίγων μονοπωλιστών χάρη σε όποιες βελτιώσεις στα μέσα του επαγγέλματος, που στερούν τον εργάτη από το ψωμί του, και κάνουν τον εργαζόμενο «μη-άξιο του ημερομίσθιου του».

Ο Μπάιρον επικεντρώνεται στο σημείο αυτό, όπως επρόκειτο να κάνει και στη Βουλή μέσα στην ίδια βδομάδα:

«Το δικό μου κίνητρο αντίθεσης προς το νομοσχέδιο αυτό βασίζεται στην χειροπιαστή του αδικία, και τη σίγουρη αναποτελεσματικότητά του. – Έχω δει την κατάσταση αυτών των δύστυχων ανθρώπων, και είναι όνειδος για μια πολιτισμένη χώρα. – Οι υπερβολές τους μπορεί να καταδικασθούν, αλλά δεν μπορεί να αποτελούν αντικείμενο κατάπληξης. – Το αποτέλεσμα του παρόντος νομοσχεδίου θα είναι να τους οδηγήσει σε πραγματική εξέγερση».

Ο Μπάιρον κλείνει το γράμμα του με το εξής υστερόγραφο:

«Είμαι λίγο ανήσυχος μήπως η Εξοχότητά σας με θεωρήσει πολύ επιεική προς αυτούς τους ανθρώπους, και εμένα τον ίδιο κατά το ήμισυ αργαλειοθραύστη».

Έφτασε η Πέμπτη και ο Μπάιρον σηκώθηκε και απευθύνθηκε για πρώτη φορά στους ομότιμούς του Λόρδους. Ο Μάικλ Φουτ, έμπειρος κοινοβουλευτικός ο ίδιος και φημισμένος ρήτορας, μας παραθέτει το σκηνικό της περίστασης αυτής. Παρατηρεί ότι ο λόγος «έρχονταν καυτός από το φούρνο των ταραχών και σχεδόν επανάστασης στο Νότινγκχαμ… Ο νεαρός Μπάιρον ήταν εξοργισμένος με όσα είχε δει, και όσα ανέφερε, και με τις πανάθλιες συνταγές θεραπείας, ακόμα χειρότερες από την ασθένεια, τις οποίες πρότειναν οι Υπουργοί. Έστω και αν τη διαβάσουμε σήμερα η καταδίκη αυτή καίει ακόμα» (Οι Πολιτικές του Παραδείσου: Μια δικαίωση του Μπάιρον. 1988 [*The Politics of Paradise: A vindication of Byron, pp135-136, Collins, 1988])

Ο Μπάιρον τέλειωσε και έκατσε κάτω. Η Βουλή μετά διαιρέθηκε στο ζήτημα και η διαβούλευση αναβλήθηκε ως τη Δευτέρα. Contents 17: Not-Contents 32. Government Majority 15. Κατά 17, Υπέρ 32, ήτοι Κυβερνητική Πλειοψηφία 15. Το νομοσχέδιο διαβάστηκε για δεύτερη φορά, και η ψηφοφορία ορίστηκε τη Δευτέρα. Έγινε νόμος τον Ιούλιο του 1812. Στις αρχές του 1813, δεκατέσσερις άνθρωποι απαγχονίστηκαν στο κάστρο της Υόρκης μετά το φόνο του Ουίλλιαμ Χόρσφωλ, μυλωνά, κυνηγού Λουδιτών και διοικητή της εθνοφυλακής στο Ουέστ Ρήντινγκ του Γιορκσάϊρ. Ακολούθησαν και άλλες εκτελέσεις. 

Το Νοέμβριο του 1816, Ο Τζήμς Τάουλ οδηγήθηκε στο ικρίωμα, αυτή τη φορά στο Νότινγκχαμ, μετά την καταδίκη του για συμμετοχή στην καταστροφή μηχανημάτων δαντελοποιίας αξίας άνω των 6000 λιρών στην σημαντική βιομηχανία των Χήθκοτ και Μπόντεν στο Λώχμπορω. Λέγεται ότι οι αργαλειοθραύστες φώναξαν «Λουδίτες, κάντε το καθήκον καλά. Μα το Θεό, είναι έργο κλάσης ενός Βατερλό.» Ο κύριος Τάουλ έμενε στο Μπάσφορντ, μια γωνιά του Νότινγκχαμ όπου έχει το Ίδρυμα Ράσελ τα γραφεία του.

Ο Έντουαρντ Τόμσον παρατήρησε ότι, με τη δολοφονία του Πρωθυπουργού Πέρσεβαλ το Μάϊο του 1812, που γιορτάστηκε στο Νότινγκχαμ και αλλού από πλήθη που παρέλαυναν στην πόλη, «η καθαρά ανατρεπτική μανία ήταν τότε τόσο διαδεδομένη όσο σπάνια στην Αγγλική ιστορία» Παρατηρώντας το πόσο καλά οι Λουδίτες κρατούσαν φυλαγμένα τα μυστικά τους, ρωτά «άραγε φούντωσε αυθόρμητα κίνημα από τη μια περιοχή σε άλλη μέσω παραδείγματος»;

Παρόμοια ερωτήματα τέθηκαν το καλοκαίρι του 2011, στον απόηχο των ταραχών στο Λονδίνο, το Μάντσεστερ και, πράγματι, και στο Νότιγχαμ. Τα γεγονότα 200 χρόνων πριν αντηχούν ακόμη, και περισσότερο μάλιστα σε περιόδους οξείας και αυξανόμενης λιτότητας και ταλαιπωρίας, και μαζικής ανεργίας, ειδικά ανάμεσα στους νέους ανθρώπους. Τεράστιες προσωπικές θυσίες επιβάλλονται σε εκείνους που δεν δημιούργησαν την κρίση του χρέους ούτε τις αποτυχίες του τραπεζικού συστήματος. Πολιτικές «ζητιανιάς από το γείτονα» εξαπλώνονται στην Ευρώπη, αντί των πολιτικών της βελτίωσης του γείτονα που κάποτε η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθετούσε. Πως θα απαντήσουν οι άνθρωποι; Και μήπως αρχίζουμε να βλέπουμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα στην Ελλάδα; «Είμαστε Όλοι Έλληνες» αρχίζει να ακούγεται στη μια χώρα μετά την άλλη. Ο Λόρδος Βύρων θα το καταλάβαινε αυτό πολύ καλά.


(Ομιλία του Τόνι Σίμπσον διευθυντή του Ιδρύματος «Μπέρτραντ Ράσσελ», στην εκδήλωση του Συνδέσμου «Μπάιρον» για τον Φιλελληνισμό και τον Πολιτισμό). 
www.spokesmanbooks.com

-Μετάφραση: Θοδωρής Ηλιάδης